Ο σκηνοθέτης του «Εξπρές των Ζωντανών Νεκρών» επαναφέρει τα ζόμπι στη μεγάλη οθόνη, με αρκετό στυλ και μία νέα θεοπάλαβη υπερδύναμη να τα διαφεντεύει.
Σε ένα σύντομο πρόλογο μονταρισμένο σαν ατμοσφαιρικό trailer, ένας σαλεμένος επιστήμονας αναλύει το τι θα ακολουθήσει. Έχει φτιάξει μια ουσία, έναν τρομερά μεταδοτικό ιό σα να λέμε που θα ξεκινήσει μια ζόμπι πανδημία, με τον ίδιο να αποτελεί το μοναδικό αντίδοτο για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Μέσα από αυτό το απλό premise ξεχύνεται σαν γάργαρος κι ελαφρώς PG λευκός εμετός η νέα περιπέτεια του Γέον Σανγκ-Χο, σκηνοθέτη της πιο προσφιλούς ίσως ταινίας του ιδιώματος. Το «Τραίνο για τη Μπουσάν» (ή ελληνιστί «Το Εξπρές των Ζωντανών Νεκρών») εξακολουθεί να στρογγυλοκάθεται μόνο στο μαξιλαράκι που ξεκουράζεται κάθε γούστο, ενώνοντας κοινό και κριτικούς, λαϊκούς και κουλτουριάρηδες, συγγραφείς και σκηνοθέτες στο να παραδεχτούν πως είναι ότι καλύτερο έχει δώσει το είδος τα τελευταία πολλά χρόνια. Η απόπειρα για κάτι παρόμοιο είναι περισσότερο κι από εμφανής. Η δράση στο μεγαλύτερο κομμάτι της έχει να κάνει με τον αποκλεισμό μιας ετερόκλητης ομάδας ανθρώπων στους μικρούς χώρους των καταστημάτων ενός mall, την ώρα που τα ζόμπι τους κυκλώνουν απειλητικά από τους διαδρόμους.
Υπάρχει ωστόσο ένας νεωτερισμός, αφού οι νεκροζώντανοι μπορούν κι επικοινωνούν με τον δημιουργό τους, αναβαθμίζοντας καθολικά τις ικανότητες αλλά και τις θηρευτικές τους γνώσεις, με κάθε νέα πληροφορία που αποκτούν. Έτσι για παράδειγμα αν ένα ζόμπι καταλάβει ότι αυτός που κυνηγούν φοράει άσπρο μπουφάν με ένα impromptu download/upload σχετικά χαμηλών ταχυτήτων, αποκτούν άπαντα την πληροφορία. Γεγονός που φυσικά ανοίγει σε όποιον θέλει και μπορεί, την κερκόπορτα για να λερώσει το «υπερθέαμα» με δευτεροεπίπεδες αναγνώσεις, αλλά κατά βάση κάνει τα ζόμπι που κομματάκι έχουν κουραστεί μετά από τόση κακοποίηση στις οθόνες, λίγο πιο ενδιαφέροντα μέσα στη δολοφονική τους μανία.
Κάπως έτσι κι ακολουθώντας τη βασική συνταγή των ταινιών καταστροφής (οικογένεια, αυτοθυσία, ο άνθρωπος είναι το μεγαλύτερο τέρας και πάει λέγοντας), φτιάχνει μια υπο-αποικία ανέγγιχτων που αγωνίζεται να παραμείνει αμόλυντη μέσα στην αποικία των ζόμπι. Τα οποία να σημειώσουμε κυκλοφορούν εντυπωσιακά χορογραφημένα, κάνοντας το όλον σε στιγμές να μοιάζει με ρυπαρή παράσταση σύγχρονου χορού, όπου σώματα επιδίδονται σε σπασμωδικές κινήσεις ζηλευτής πλαστικότητας και φεύγουν σαν καμικάζι μόλις εντοπίσουν το στόχο. Ρυπαρή γιατί αφήνουν παντού αυτόν τον κολλώδη, κατάλευκο εμετό, που μετατρέπει το mall σε ένα εφιαλτικό πεδίο μάχης (τυχεροί όσοι δεν ξέρουν το Simeco, το παλιό το ορθόδοξο). H γενικευμένη φρίκη δεν θα αργήσει να συναντηθεί με την πυροβολική παρέμβαση των ειδικών δυνάμεων, οδηγώντας έτσι στην κορύφωση μια ανεγκέφαλη περιπέτεια ήπιου τρόμου, που μόνο στόχο έχει να εντυπωσιάσει με τα πλούσια σε δράση και αηδία set-pieces. Σίγουρα όχι με το σενάριο, ακόμη πιο σίγουρα όχι με τη δραματουργία.
Για να μην παρεξηγούμαστε, το ότι μια ανεγκέφαλη ταινία για ανεγκέφαλα πλάσματα ζητά και ανεγκέφαλους θεατές, δεν αναιρεί το γεγονός πως τεχνικά μιλώντας χωράει μέσα της αρκετό σινεμά. Το «Colony», όπως και οι νεκροζώντανοί του, είναι ένα άδειο δοχείο που αναβαθμίζεται τρομερά χάρη στις τεχνικές του αρετές. Δεν φτάνει τα επίπεδα του «Τραίνου για τη Μπουσάν», επειδή ακόμη και με τη νέα «υπερδύναμη» που συστήνει, έχει χάσει το πλεονέκτημα της έκπληξης (όπως και το ακόμη κατώτερο «Peninsula»). Παραμένει όμως ένα εξαιρετικά γυρισμένο φιλμ, εφήμερο υποκατάστατο για τους ουκ ολίγους περπάτησαν μ' ένα ζόμπι σε μία σκοτεινή αίθουσα κι από τότε τους λείπει ο Ρομέρο. Ο Γέον Σανγκ-Χο είναι ότι πιο κοντινό θα μπορέσουν ποτέ να βρούνε σε αντικαταστάτη.
Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.








