Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου
All the President's Men
Η ιστορία της ανακάλυψης και δημοσίευσης του Watergate από δύο δημοσιογράφους της Washingτon Post, σε μια από τις βασικές ταινίες του φιλελεύθερου, Χολιγουντιανού '70.
Δεν πρέπει να υπάρχει κάποια σοβαρή κινηματογραφική λίστα με θρίλερ ερευνητικής δημοσιογραφίας που δεν έχει κορώνα στην κεφαλή της το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου». «Σοβαρή», ασφαλώς, είναι μια λέξη που έλκει την αντιπαράθεση, ωστόσο αρκεί ο συνδυασμός της πρωτοπορίας, της πλαστικής τελειότητας και της σύλληψης του zeitgeist, για να χαρακτηρίσουν την παραγωγή-έργο αγάπης του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος αγόρασε το 1974, έναντι σχεδόν μισού εκατομμυρίου, το βιβλίο των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν (οι οποίοι αποκάλυψαν αρχικά σε σειρά άρθρων τους το σκάνδαλο του Watergate) στο οποίο βασίζεται η ταινία.
Επίμονα, ηρωικά, ίσως δονκιχωτικά, το θεωρητικά ανίσχυρο Άτομο επιχειρεί να εξακτινωθεί στις πραγματικές δυνητικές του διαστάσεις
Από μια πλευρά, τούτη είναι μια ταινία απλή στην περιγραφή της. Με αψεγάδιαστη πραγματολογία εποχής, περασμένη στον ωρολογιακό ρυθμό, τον ψυχρό, κυριολεκτικό τόνο και μια σκηνογραφία που μετέτρεψε αυτοστιγμεί τον ρεαλισμό του επαγγελματικού χώρου σε κινηματογραφική Άβαλον (ρωτήστε και τον Ντέιβιντ Φίντσερ του «Zodiac»), η ταινία του Άλαν Τζ. Πακούλα είναι παιδί και γεννήτορας μαζί της εποχής της, έτσι όπως με χολιγουντιανή αυθεντία μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα σε κινηματογραφικό θέαμα. Ίσως ακόμα και τα πραγματικά πρόσωπα να θυμούνται έκτοτε τα γεγονότα στα ισοπεδωτικά κατάφωτα γραφεία της κινηματογραφικής Ουάσινγκτον Ποστ, ίσως ακόμα και ο Γούντγουορντ να σκέφτεται το Βαθύ Λαρύγγι και να θυμάται τον Χαλ Χόλμπρουκ. Εν πάση περιπτώσει, η κατασκευή του έργου, για όποιον τουλάχιστον επιζητά ένα φαινομενικά αρραγές σύστημα ταινίας που να ικανοποιεί κάθε απορία που ο κόσμος της γεννά, είναι παράδειγμα.
Από την άλλη πλευρά, εντούτοις, το έργο εγείρει έναν θαυμασμό όχι τόσο εύκολο να εντοπιστεί στα σημεία του. Κι αυτό έγκειται στην φιλοσοφία της κατασκευής της, τόσο ιδεολογικά, όσο και αισθητικά. Με μια νηφαλιότητα απελπιστικά μακρινή για μια εποχή όπως η δική μας, το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», ταγμένο στην ηθική ρίζα του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, δεν κάνει μικροπολιτική, δεν θέλει να «ρίξει» έναν Πρόεδρο, δεν προτρέπει σε «εκλογές τώρα», δεν βιάζεται. Επείγεται όμως. Αντί της αποπνικτικής αθυροστομίας, σαν τον καλύτερο ντετέκτιβ οσμίζεται ίχνη, πυροβολεί ερωτήσεις, ακούει απαντήσεις και σκέπτεται. Με θεσμική και ανθρώπινη αίσθηση του δικαίου επιμένει, παραλλάσσει και όσο επιβάλλει η χολιγουντιανή έπαρση τα πραγματικά περιστατικά, και στις πιο ανύποπτες στιγμές υπογραμμίζει, με την επιτηδειότητα του κινηματογραφικού ματιού, εκείνο που έχει μέγιστη σημασία: Ενώ η πόλη πάλλεται στους βόμβους των αυτοκινήτων της, ενώ η βαθιά αστική νύχτα φαίνεται να απλώνεται πάνω από πεπραγμένα ακόμα σκοτεινότερα, η κάμερα ανεβαίνει καλώντας μας να αρθούμε κι εμείς στο υψόμετρο μιας εποπτείας, να σκεφτούμε πάνω στο πώς από το ελάχιστο υποδαυλίζονται οι μεγάλες αλλαγές, στο πώς «μικροί κι αδύναμοι» άνθρωποι με ήθος, σκοπό και αφοσίωση καλυτερεύουν τον κόσμο.
Αισθητικά δεν παίρνεις τίποτα λιγότερο από 138 αξιομίμητα λεπτά. Με τόνο βλοσυρό, ύφος απερίσπαστο και τέμπο που απαιτεί, όπως κάθε ταινία που επικαλείται την ευφυΐα του θεατή της, αντί να χαϊδολογά επεξηγηματικά την διάσπαση προσοχής του, έχεις μπροστά σου ένα έργο-παζλ. Από την αρχή του φωτογραφίζεται μια στιγμή, η διάρρηξη στα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών το 1972 στο κτίριο Watergate, την οποία εκ του μηδενός θα πρέπει οι δημοσιογράφοι να διερευνήσουν κι εν συνεχεία, ανασυνθέτοντας ψηφίδα-ψηφίδα, να δουν ότι αυτή είναι μέρος της περίφημης «μεγάλης εικόνας». Οι ψηφίδες συνωθούνται, κάποιες χάνονται, άλλες διαφεύγουν, μετά ξαναβρίσκονται και υπομονετικά μπαίνουν στην σωστή τους θέση. Επίμονα, ηρωικά, ίσως δονκιχωτικά, το θεωρητικά ανίσχυρο Άτομο επιχειρεί να εξακτινωθεί στις πραγματικές δυνητικές του διαστάσεις.
Κάπως έτσι η ταινία, παρά την αναμφισβήτητη φιλελεύθερη κράση της, συναντά την πιο παραδοσιακή, θεσμικά ιδεαλιστική μα κι ατομικιστική αμερικανική αφηγηματική λογική, αυτή πάνω στην οποία μια χώρα (και μια κινηματογραφία) οικοδομήθηκε επιμένοντας ότι το ένστικτο του ηθικού και η δύναμη του Ατόμου, δια μέσω εδώ της φύσει φιλελεύθερης 4ης Εξουσίας, μπορεί να φέρει τον κόσμο ξανά εκεί που φιλοδόξησε το κείμενο της Ανεξαρτησίας. Μια φενάκη δηλαδή, αλλά το ότι τα γεγονότα που περικλείουν το σύστημα της ταινίας συνέβησαν πραγματικά, χαρίζουν τελικά μια αίσθηση πλήρωσης αναντικατάστατη.











