11:57
23/9

Ρόμυ Σνάιντερ: Η θλιμμένη πριγκίπισσα

Σαν σήμερα θα είχε γενέθλια η εύθραστη σταρ που η Ευρώπη λάτρεψε όσο ελάχιστες.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Θεωρώντας ότι μεταξύ μας είμαστε κι όλοι αντιλαμβανόμαστε σινεφίλ εαυτόν (και) ως ηδονοβλεψία, ας μιλήσω για μια όψη της ηδονοβλεψίας αυτής, περισσότερο κοντά στον αυθεντικό θαυμασμό του Ωραίου, παρά στην ηδονή καθ’ αυτήν. Τουτέστιν Ρόμυ Σνάιντερ – που θα μου επιτρέψει η αρχισυνταξία να την γράφω με ύψιλον, ολίγον παλαιϊκά, όπως την γνώρισα κινηματογραφικώς.

Η Ρόμυ ανήκει στην κατηγορία, την ολιγομελέστατη κατηγορία, εκείνων των ηθοποιών που απορροφάσαι τόσο κοιτώντας τους που χάνεις το έργο. Είναι η στιγμή της αποθέωσης του σινεμά, όταν έχει τόσο ανασταλεί η δυσπιστία του «βλέπω ταινία» ώστε να παρακολουθείς ένα πρόσωπο (και η Ρόμυ είναι ΤΟ πρόσωπο) λες και βρίσκεστε στον ίδιο χώρο, η συνθήκη η κινηματογραφική έχει ξεχαστεί. Τρανή ένδειξη αυτού είναι το «Σημασία Έχει ν’ Αγαπάς», ένα έργο που, αντίθετα με τον σινεφιλικό ρού, δεν νομίζω πως πρόκειται ποτέ να απασχολήσει τον υπογράφοντα. Κι όμως. Παρουσία Ρόμυ, όλα γίνονται συναρπαστικά, οι όψεις και οι φράσεις αποκτούν αυτόνομη εξωκινηματογραφική διάσταση και είναι πράγματι όψεις που δεν δικαιούνται να ανήκουν μοναχά σ’ ένα φιλμ.


Μετά από αυτό το ελάχιστης ιστορικής σημασία (συγκρατημένο) παραλήρημα ας πάμε στα πιο αντικειμενικά: Η Αυστριακή Ρόμυ Σνάιντερ γεννήθηκε πριν ακριβώς 80 χρόνια σε οικογένεια ηθοποιών (η μάνα της, Μάγδα, παίζει στις ταινίες της «Σίσσυ»), χωρίς καλά-καλά να κλείσει τα 18 έπαιξε την εν λόγω «Πριγκίπισσα», έχει τους θιασώτες της η τριλογία, ιδίως στις περασμένες γενιές, σύστησε και την Ρόμυ στην ανθηρότατη ευρωπαϊκή κινηματογραφία της εποχής.

Η ενδιαφέρουσα καμπή έρχεται το 1958 όταν παίζει στην «Χριστίνα». Εκεί γνωρίζει τον Αλέν Ντελόν, ερωτεύονται παράφορα κι ανακοινώνει στη μαμά της πως θα μείνει στο Παρίσι μαζί του. Εκεί σιγά-σιγά το νερό μπαίνει στο αυλάκι του, κάνει ένα πέρασμα από το «Γυμνοί στον Ήλιο» του Κλεμάν, παίρνει έναν ρόλο στον σπονδυλωτό «Βοκκάκιο ‘70» (στο κομμάτι του Βισκόντι), την βλέπει ο Γουέλς και την βάζει στην «Δίκη» του το ’62. H Ρόμυ, αργά αλλά σταθερά, στα 24 της, είναι μια ενζενί σε αναζήτηση της στιγμής της. Κι όμως, αυτή η στιγμή ήρθε με μια ταινία που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Το «L’ Enfer» του Ανρί Ζόρζ Κλουζώ είναι μια από κείνες τις φαντασματικές ιστορίες ταινιών που δεν συνέβησαν ποτέ, τρέφοντας έναν θρύλο που αιμοδοτεί, αν θέλετε, την ιδέα του σινεμά, παραπάνω κι απ’ το ίδιο το σινεμά. Ο Κλουζώ έπαθε καρδιακή προσβολή και το μόνο που έμεινε (πλην της ιδέας που η χήρα Κλουζώ πούλησε στον Σαμπρόλ κι εκείνος με τη σειρά του έκανε το ωραίο ομώνυμο με την Μπεάρ και τον Κλουζέ στις αρχές του ‘90) ήταν μια φαντασμαγορία δοκιμαστικών, απίστευτων χρωματικών και φωτιστικών εξπρεσιονισμών. Στο κέντρο τους, η Ρόμι Σνάιντερ ήταν το πλάσμα που γεννήθηκε να το βλέπει ο φακός.

Ωστόσο, η συνέχεια της δεκαετίας του ’60 κύλησε σχεδόν αθόρυβα, η καριέρα της δεν έπαιρνε μπρος, για να φτάσουμε στο ’69 που έρχεται η «Πισίνα». Ο δεσμός της με τον Ντελόν έχει λήξει πέντε χρόνια πρωτύτερα, παραμένουν καλοί φίλοι όμως και είναι αυτός που θα επιμείνει για την (παντρεμένη πια με άλλον) Ρόμυ στον πρώτο ρόλο. Ο Ντερέ κινηματογραφεί ηδονικά το ζευγάρι, μια επίδειξη θάμβους κανονική που χαρίζει στο έργο μια υφή σχεδόν εξωκινηματογραφική. Η ταινία είναι τεράστια επιτυχία και η δεκαετία του ’70 ανοίγεται μπροστά της.

Ο Κλοντ Σοτέ κάνει μαζί της τέσσερα έργα («Γεγονότα της Ζωής», «Η Τροτέζα κι οι Διαρρήκτες»  - μην τα ρωτάς για τον Έλληνα μεταφραστή – «Mado» και το «Σεζάρ και Ροζαλί»), Πικολί στα τρία πρώτα και Μοντάν στο τέταρτο να την στηρίζουν, να την θαυμάζουν, να την αποθεώνουν, ακριβότερη η ομορφιά της όσο μεγαλώνει, τα «Γεγονότα της Ζωής», ειδικά, είναι αξέχαστο έργο, όλο το μελαγχολικό βάρος του ’70 και κείνο το θεσπέσιο θέμα του Φιλίπ Σάρντ το επισφραγίζουν στην μνήμη.

Ταυτόχρονα συμβαίνει ο παραδείσιας αισθητικής «Λούντβιχ» του Βισκόντι, η Ρόμυ υποδύεται ξανά την Σίσσυ, όμως πόσο διαφορετικά τα χρόνια, το βλέμμα, η όψη, ο Λόουζι την θέλει στο, παρεξηγημένο από την επιπόλαιη κριτική, «Η Δολοφονία του Τρότσκι», δίπλα σε Μπέρτον και Ντελόν και μετά έρχεται ο Ζουλάφσκι με τα δικά του, τα υστερικά, τα για πολλούς ακριβοδίκαια και σπαρακτικά, με το «Σημασία έχει Ν’ Αγαπάς». Στο βλέμμα της Ρόμυ οι αποχρώσεις μια θλιμμένης προσωπικής ζωής αναβλύζουν, έστω και αν, απογειώνοντας το έργο.

Στην συνέχεια του ‘70 οι ταινίες είναι ασταμάτητες, η Σνάιντερ πρωτοσέλιδο, οι επιτυχίες αλληλοδιαδεχόμενες, όμως οι προσωπικές σχέσεις αποτυγχάνουν και η σχέση με το αλκοόλ στεριώνει. Η ωραιότατη «Μοιραία Συνάντηση» δίπλα στον Τρεντινιάν, το άψογο «Garde à vue» δίπλα στο Βεντούρα και τον Μισέλ Σερό του Κλοντ Μιλέρ (αμερικάνικη διασκευή, χρόνια μετά, με τους Τζιν Χάκμαν και Μόνικα Μπελούτσι), το πονετικό «Fantasma D’ Amore» του Ρίζι με τον Μαστρογιάννι και τη Ρόμι, στην πρώτη της σκηνή, να έρχεται σαν μέσα από τους νεκρούς.

Και, φυσικά, ο επίλογος, «Η Περαστική του Σαν Σουσί», κατά την διάρκεια του οποίου η ζωή επεφύλασσε το αγριότερό της χτύπημα. Ο γιος της Νταβίντ, σκοτώνεται σ’ ένα οικιακό ατύχημα, η Σνάιντερ πέφτει σε κατάθλιψη και η παραγωγή δεν δέχεται να την ασφαλίσει καθώς η αυτοκτονία της θεωρείται δεδομένη. Ωστόσο, η τελευταία της ταινία, με την ίδια όσο πανέμορφη τόσο προσωποποίηση εσωτερικής δυστυχίας, θα βγει στις αίθουσες τον Απρίλιο του ’82. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 29 Μαίου, η Ρόμυ Σνάιντερ θα  έπαιρνε το δυστυχέστερο πρωτοσέλιδο των θαυμαστών της, προδομένη απ’ την καρδιά της.

Κι όμως, αγαπήθηκε τόσο κι ας μην το ‘μαθε ή ας μην της άρκεσε ποτέ. Ο κόσμος της εποχής δεν την ξέχασε ποτέ, σκηνοθέτες και δημιουργοί την θέλησαν στις ταινίες τους όσο ελάχιστες, η κριτική αναγνώριζε το εκτόπισμά της. Ο Ντελόν σε μια εκδήλωση προς ετών στη μνήμη της, δεκαετίες αργότερα, παρουσίαζε μόλις διατηρώντας την κράση του. Και κάποιοι εξ ημών, δεν είμαστε λίγοι, έχουμε φυλαγμένη μια ειδική θέση γι’ αυτή την μικροκαμωμένη υπέροχη Βιεννέζα που ήξερε να κοιτάζει τον συμπρωταγωνιστή της όπως καμμιά άλλη πριν ή έκτοτε.