8:38
7/6

Οταν το σινεμά «βγήκε» από τη ντουλάπα: H queer πλευρά του κινηματογραφικού ερωτισμού

Αν είσαι γκέι, πες το καθαρά

Οπως ένα μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής πρωτοπορίας, έτσι και στην περίπτωση αυτή, η αλλαγή θα ερχόταν, ήδη από νωρίς, από τα περιθωριακά μονοπάτια της αβάν γκαρντ και της underground πειραματικής σκηνής της Αμερικής που θα ζούσε μεγάλες δόξες τη δεκαετία του ’60, αποτολμώντας όλα όσα το Χόλιγουντ ντρεπόταν να δείξει, και θα επιδιδόταν στις έως τότε πιο τολμηρές απεικονίσεις ομοφυλοφιλικού ερωτισμού.

Οι Αμερικανοί πειραματικοί κινηματογραφιστές θα έπαιρναν βέβαια τη σκυτάλη από τον πρωτοπόρο ποιητή και συγγραφέα Ζαν Ζενέ, ο οποίος ήδη το 1950 είχε υπογράψει τη μοναδική του (και απαγορευμένη για χρόνια) σκηνοθετική απόπειρα με το κλειστοφοβικό «Un Chant d’Amour», που ξεδιπλώνει ηδονοβλεπτικά όσο και ποιητικά τις ερωτικές φαντασιώσεις και τις πράξεις αυτοϊκανοποίησης δύο αντρών φυλακισμένων σε διπλανά κελιά.

Φορέας μιας πολύ πιο ποπ αισθητικής, ο Κένεθ Ανγκερ, τόσο μέσα από το πρώιμο, ελλειπτικό «Fireworks» (το οποίο γύρισε μόλις σε ηλικία 17 ετών, το 1947) όσο και με το μεταγενέστερο, εξαιρετικά επιδραστικό «Scorpio Rising» (1964), εξαπέλυσε μια σειρά από σκανδαλώδεις εικόνες, αποκαλύπτοντας ακραία φετιχιστικές και ενίοτε βίαιες εκφάνσεις μιας έως τότε καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, ανακατεύοντας εικόνες της υποκουλτούρας των μηχανόβιων με ποπ μελωδίες, φαλλικά, θρησκευτικά και φασιστικά σύμβολα, σε μια αλλόκοτη σουρεαλιστική φαντασίωση.

Το πειραματικό σινεμά θα συνέχιζε να προσφέρει μια πληθώρα ομοερωτικών εικόνων είτε μέσα από την πιο αφαιρετική και ποιητική προσέγγιση του Γκρέγκορι Μαρκόπουλος («Twice a Man» – 1963, «The lliac Passion» – 1968), είτε μέσα από τα αναρίθμητα μικρού μήκους φιλμάκια των αδελφών Μάικ και Τζορτζ Κούτσαρ, είτε μέσα από τα πανσεξουαλικά όργια του «Flaming Creatures» (1964) του Τζακ Σμιθ, τα οποία θα συνιστούσαν την άλλοτε βίαιη και άλλοτε μεγαλειώδη εκτόνωση μιας χρόνιας καλλιτεχνικής καταπίεσης από το mainstream κινηματογραφικό τοπίο. Παρόμοια, αν και πιο ερασιτεχνική προσέγγιση θα υιοθετούσε και ο Αντι Γουόρχολ, με μερικές έντονα σεξουαλικές αλλά συνήθως αποστασιοποιημένες και αυτοσχεδιαστικές ταινίες όπως τα «Blow Job» (1964), «My Hustler» (1965) και «Lonesome Cowboys» (1968), χρησιμοποιώντας περιθωριακούς ήρωες όπως την ανδρική πόρνη, στο δεύτερο, ή στερεοτυπικές ομοερωτικές φαντασιώσεις όπως αυτές των γκέι καουμπόιδων στην τρίτη. Σταδιακά, θα έδινε τα σκήπτρα του ως κινηματογραφιστή στον προστατευόμενό του Πολ Μόρισεϊ, ο οποίος με την camp τριλογία των «Σάρκα» («Flesh», 1968), «Σκουπίδα» («Trash», 1970) και «Κάψα» («Heat», 1972), όπου ο Γουόρχολ κρατούσε θέση παραγωγού, θα μετέτρεπε σε γκέι είδωλο και σύμβολο του σεξ τον γοητευτικό Τζο Νταλεσάντρο.

Την ίδια περίπου εποχή, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ο Πίτερ Ντε Ρομ θα προκαλούσε το ενδιαφέρον της αβάν γκαρντ σκηνής με μια σειρά καλλιτεχνικά άρτιων πορνογραφικών φιλμ τα οποία γύριζε παράλληλα με την επίσημη δουλειά του ως υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων σε mainstream ευρωπαϊκά και χολιγουντιανά στούντιο, ενώ το 1971 ο Τζέιμς Μπίντγουντ θα έβαζε (ανώνυμα) το δικό του ερωτικό λιθαράκι στη γκέι κινηματογραφική μυθολογία με το «Pink Narcissus». Μια προκλητική, ερεθιστική και παραισθησιογόνος δημιουργία, το φιλμ περιγράφει μοναδικά τις εκτυφλωτικά πολύχρωμες και ακαταμάχητα κιτς ερωτικές φαντασιώσεις μιας αρσενικής πόρνης που οραματίζεται τον εαυτό του σε ρόλους Ρωμαίου σκλάβου, ταυρομάχου ή μέλος χαρεμιού, με έναν καλειδοσκοπικό τρόπο που το κάνει να μοιάζει εν τέλει περισσότερο με video art – διόλου τυχαία η επίδρασή του υπήρξε τεράστια σε εξω-κινηματογραφικούς καλλιτέχνες όπως οι φωτογράφοι και εικαστικοί Pierre et Gilles, αλλά και στο χώρο της μόδας.

Το 1971 ήταν επίσης η χρονιά του «Boys in the Sand» του Γουέκφιλντ Πουλ, της πιο διάσημης γκέι πορνογραφικής ταινίας, η οποία θα κατάφερνε να αποσπάσει ευνοϊκές κριτικές και να αποκτήσει ευρύτερη διανομή και προσβασιμότητα σε ένα πιο mainstream κοινό, συμμετέχοντας κι αυτό στη Χρυσή Εποχή του αμερικανικού πορνό, και μάλιστα ένα χρόνο πριν από την πιο διαβόητη ταινία της περιόδου, το «Βαθύ Λαρύγγι» («Deep Throat», 1972). Περιγράφοντας τις σεξουαλικές περιπέτειες ενός νεαρού ομοφυλόφιλου σε ένα ειδυλλιακό παραλιακό θέρετρο, η ταινία μετέτρεψε σε σταρ του είδους τον χαρισματικό Κέισι Ντόνοβαν, ο οποίος θα προσπαθούσε χωρίς μεγάλη επιτυχία να ξεφύγει από αποκλειστικά πορνογραφικές παραγωγές – θα έφτανε, ωστόσο, να πρωταγωνιστήσει στο Μπρόντγουεϊ δίπλα στην Ινγκριντ Μπέργκμαν!). Θα συμμετείχε, επίσης, και σε μερικές ακόμα πιο ενδιαφέρουσες, σοφιστικέ ερωτικές ταινίες, όπως το «Score» (1974) και το hardcore «The Opening of Misty Beethoven» (1976), στα οποία ο auteur του είδους, Ράντλεϊ Μέτζγκερ, θα εισήγαγε έναν πλήρως απενοχοποιημένο και ρεαλιστικό αμφισεξουαλισμό, πρωτοφανή για ταινίες που απευθύνονταν ως επί το πλείστον σε ένα ετεροφυλόφιλο κοινό. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε υπογράψει το 1968 και μια από τις ελάχιστες ενδιαφέρουσες λεσβιακές ταινίες της εποχής, μεταφέροντας σε ένα αιθέριο ασπρόμαυρο φιλμ το μυθιστόρημα της φεμινίστριας συγγραφέα Βιολέτ Λεντούκ, «Therese and Isabelle», γύρω από τη σεξουαλική αφύπνιση δύο κοριτσιών σε ένα ελβετικό κολέγιο θηλέων.