10:54
7/6

Λίαμ Νίσον: Ένας Ήσυχος Άνθρωπος

Εύκολο το δάνειο από την ομότιτλη ταινία του Τζον Φορντ για τον 67χρονο σήμερα Ιρλανδό με την αειθαλή καριέρα και την σχεδόν σταθερή του αθόρυβη, μα ουσιαστική, στάση στα χολιγουντιανά πράγματα.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Είναι από αυτούς του ακέραιους επαγγελματίες ο Λίαμ Νίσον που όσο τους σκέφτεσαι, ειδικά σήμερα, τόσο σου λείπουν με την διαφαινόμενη έκλειψή τους. Βέβαια δεν είναι μόνο η επαγγελματική ευσυνειδησία, δεν αρκεί αυτό, πρέπει να είσαι καλός, να παίρνεις ρίσκα, να μην χαϊδεύεις τ’ αυτιά του κόσμου που όσο -υποτιθέμενα- ξέρει τι θέλει άλλο τόσο βολεύεται και σ’ αυτό που του δίνεις. Για περισσότερα από 40 χρόνια, ο Νίσον έχει προ πολλού περάσει τα 100 έργα, έχει διανύσει τρεις ένδοξες φάσεις στην πορεία του, δεν έχει βραβευτεί σχεδόν καθόλου, όμως η εμπιστοσύνη τον ανθρώπων του σινεμά αποτελεί αναμφισβήτητο παράσημο που δικαιούται να το φορά με περηφάνια.

Στην δεκαετία του ‘80 παίζει στο μυθικό «Εξκάλιμπερ» του Μπούρμαν, γνωρίζει εκεί και την Έλεν Μίρεν, θα έχουν έναν δεσμό και θα της οφείλει σε μεγάλο βαθμό και το μπάσιμό του στο παιχνίδι των μεγάλων. Περνάει με μικρούς ρόλους από το «Κρουλ» και την «Ανταρσία του Μπάουντι» (1984) του Ντόναλντσον – ωραίο έργο, αντιπαράθεση Γκίμπσον-Χόπκινς και γιγάντιο soundtrack Vangelis – παίζει και στην «Αποστολή» του Τζόφε που το ελληνικό κοινό αγάπησε πολύ τότε (ΝτεΝίρο, Άιρονς, Μορικόνε βοηθούντων) κι έκανε ένα break έχοντας μεγαλύτερο ρόλο στους «Υπόπτους», ξανά του Πίτερ Γέιτς (όπως το «Κρουλ»), που βοηθεία της Σερ και του Ντένις Κουέιντ, έγινε ευρύτερα γνωστός.

Την επόμενη χρονιά (1988) τον έχει ο Ίστγουντ στο τελευταίο Dirty Harry, όπου παίζει ένας νεαρός Τζιμ Κάρεϊ επίσης και το 1990 μπαίνει πια πρωταγωνιστικά σε μια από τις ωραιότερες (και αγνωστότερες πια) ταινίες βασισμένες σε κόμικ που έγιναν έκτοτε, το «Darkman» του Σαμ Ράιμι, κρατώντας τον κεντρικό ρόλο. Το ‘91 παίζει σ’ ένα νεονουάρ εποχής που τότε με είχε ενθουσιάσει, δεν παίρνω κανέναν στον λαιμό μου (δεδομένου και ότι συμπρωταγωνίστρια είναι η Λόρα Σαν Τζιάκομο, οπότε που πας, θα ρωτήσει κάποιος), το «Under Suspicion» και το ‘92 είναι και λαμπρή χρονιά και προετοιμασία για ρόλο ζωής. Πρώτα παίζει στο «Shining Through», ένα πλήρως μπλαζέ θρίλερ με Μάικλ Ντάγκλας και Μέλανι Γκρίφιθ (τότε θερμό ως κινηματογραφικό ζεύγος) και μετά στα «Παντρεμένα Ζευγάρια» του Γούντι Άλεν που όπως και να το κάνεις είναι από τα μέγιστα της δεκαετίας γενικώς.

Το ‘93 περνά από οντισιόν, κερδίζει τους πάντες και προσγειώνει τον Όσκαρ Σίντλερ στα ιρλανδέζικα λημέρια του. Για την «Λίστα του Σίντλερ» μπορείς ενδεχόμενα (και δικαιολογημένα) να έχεις επιφυλάξεις πολλές, για την ηγεμονική παρουσία του Νίσον όμως δεν δικαιούσαι ούτε μισή. Η υποψηφιότητα Α’ Ρόλου ήταν γεγονός – και ως σήμερα γεγονός ανεπανάληπτο.

Μέχρι τα τέλη του ‘90 μια κάποια δόξα πρώτης λίστας πάει να επιβεβαιωθεί, οι ταινίες δεν είναι κακές, δεν είναι και μνημεία όμως (το καλύτερο είναι το «Μάικλ Κόλινς, ο Επαναστάτης» (1996) του Νιλ Τζόρνταν), ενώ θα ενσαρκώσει παλικαρίσια και τον Γιάννη Αγιάννη στους «Αθλίους» (1998) του Μπιλ Όγκαστ που είναι υποτιμημένη μεταφορά. Το ‘99 έρχεται το θλιβερό ριμέικ του «Haunting» που εκτροχίασε τραγελαφικά ο Γιαν ντε Μποντ και ο ρόλος στο, ας το πούμε ευγενικά, ασπόνδυλο αλλά εισπρακτικά τερατώδες πρώτο επεισόδιο του Πολέμου των Άστρων, «Αόρατη Απειλή». Εκεί υποψιάζεσαι πως μπορεί η διασημότητα να είναι στο ζενίθ αλλά, καθώς πενηνταρίζεις, σε υποψιάζεται κανείς πως συλλέγεις και τα πρώτα σου βαριά ένσημα.

Πράγματι, για μια πενταετία, εξαιρώντας τον Σκορσέζε («Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης») και την Μπίγκελοου («Υποβρύχιο Κ-19»), που οι ρόλοι όμως είναι ένδοξα δεύτεροι πια, ο Νίσον δεν έχει παρά ένα από τα ρολίδια (sic) στο «Love Actually» και τίποτ’ άλλο. Όμως το 2004 έρχεται ένας από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας τους στο «Kinsey – Ας μιλήσουμε για το σεξ» του Μπιλ Κόντον και ο Νίσον φαίνεται να ξαναδηλώνει παρών και άξιος για πρώτους ρόλους σε prestige παραγωγές. Αυτό δεν θα συμβεί, όχι έτσι ακριβώς. Όμως όταν σε μια χρονιά είσαι στο reboot του νολανικού Batman, στο ιστορικό έπος του Ρίντλεϊ Σκοτ («Το Βασίλειο των Ουρανών»), στο «Breakfast on Pluto» του Τζόρνταν και δίνεις φωνή στον Asian στο πρώτο «Χρονικό της Νάρνια» (που έκανε κάποια 750 εκατομμύρια στο box office), δεν ακούγεσαι μπαγιάτικος στα χολιγουντιανά πράγματα.

Ωστόσο, ο Νίσον θα περιμένει ως το 2008, δουλεύοντας βέβαια στο ενδιάμεσο, για μια από τις εντυπωσιακότερες σταρ επιστροφές που σημειώθηκαν ποτέ στην βιομηχανία, με το «Taken» παραγωγής του Μπεσόν, που τον ενθρόνισε σε μια παροδική (αν και βαστάει ασθματικά ακόμα…) μόδα «μεσήλικων αντρών που δέρνουν». Ανέλπιστα, ο Νίσον μπορούσε να το κάνει και αυτό και ομολογείς πιστοποίηση πλαστικότητας και ταλέντου. Ταυτόχρονα, εργατικότατος πάντα, μεγάλη υπόθεση, δεν σταμάτησε να παίζει και σε άλλου τύπου έργα, από υποτιθέμενα ή κανονικά blockbusters («Νάρνια», «Α-Team», «Τιτανομαχία») μέχρι «μικρές» ταινίες ρεπερτορίου («Υποψία» του Εγκογιάν) που όμως δεν απέδωσαν. Αυτόφωτη και εκτυφλωτική εξαίρεση το δυστυχώς άγνωστο «The Grey» (2011) του Τζο Κάρναχαν, μια από τις ωραιότερες ταινίες επιβίωσης που έγιναν ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια ο Νίσον εργάζεται εξαντλητικά, απότοκο ίσως και της τραγωδίας που τον βρήκε με τον χαμό της γυναίκας του, Νατάσα Ριτσάρντσον, το 2009. Απολαμβάνει χωρίς πολλές φασαρίες και επεμβάσεις την θυελλώδη σοσιομιντιακή ζωή μας (αν εξαιρέσεις την κάπως αστεία στάση του εναντίον της οπλοκατοχής ενώ τον αναγέννησαν βίαιες ταινίες οπλολατρείας), κάνει αρκετές ταινίες τον χρόνο, πολλές εκ των οποίων επαναλαμβάνουν το μοτίβο του loner που θα σας δείρει και δεν θα κρατήσει κι αιχμαλώτους, οπότε και επιτακτικά θα κρατήσεις εδώ τον ρόλο του στην «Σιωπή» του Σκορσέζε και το πέρασμά του από το περσινό αριστούργημα των Κοέν, «Η Μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς».

Να είναι καλά, πιο επιλεκτικός (50+ ταινίες στην τελευταία δεκαετία δεν μοιάζει καλλιτεχνικά νοήμων σύμβουλος), έτσι κι αλλιώς είναι παρών σε πλήθος ταινιών που αγαπάμε και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.