13:10
12/11

Γκρέις Κέλι: Μια πριγκίπισσα στο Χόλιγουντ

Σαν σήμερα το 1929 γεννιέται στην Πενσιλβάνια η αριστοκρατικότερης ομορφιάς σταρ που γέννησε το σελιλόιντ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Με μια καριέρα που δεν κράτησε καλά-καλά έξι χρόνια, η Γκρέις Κέλι ήρθε στο Χόλιγουντ, μετά από μια ασήμαντη τηλεοπτική καριέρα περασμάτων το 1950, την πρόσεξε ο μέγας εργάτης Χένρι Χάθαγουεϊ και την έβαλε στο «14 Ώρες» (ένα ωραίο ψυχολογικό δράμα με τον Ρίτσαρντ Μπέιζχαρτ στην άκρη μιας ταράτσας, περίπου σε πραγματικό χρόνο εκτυλισσόμενο) σ' έναν μικρό ρόλο που δεν την «είδε» κανείς εκτός από τον Γκάρι Κούπερ που διέβλεψε πως τούτη εδώ δεν ήταν μια τυπική pin-up της εποχής αλλά κάτι διαφορετικό.

Έτσι, την επόμενη χρονιά ο Στάνλεϊ Κρέιμερ την αγκαζάρει για την επικείμενη ταινία του Γκάρι Κούπερ (το «Τραίνο Θα Σφυρίξει Τρεις Φορές» σα να λέμε) και η Γκρέις αφήνει το θέατρο και την τηλεόραση ερχόμενη για τα καλά στη Καλιφόρνια.

Ωστόσο τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο απλά. Η Γκρέις, ενθουσιασμένη από την εμπειρία της στα πλατώ της ταινίας του Τσίνεμαν, ούσα υπό την ευεργετική καθοδήγηση του θείου της Τζορτζ Κέλι (που ήταν συγγραφέας, βραβευμένος με Πούλιντζερ) πήρε πολύ σοβαρότερα το θέμα της ερμηνείας μπροστά στον φακό. Κάμποσα μαθήματα υποκριτικής, πάμπολλες τηλεοπτικές συμμετοχές και λίγο θέατρο (όλα τους σε όχι παραπάνω από έναν χρόνο!...) η Γκρέις έγινε αντιληπτή από τον Τζον Φορντ σαν πρόσωπο «με αγωγή και αριστοκρατική ποιότητα» και η πρόταση για το «Μογκάμπο», ανάμεσα σε Κλαρκ Γκέιμπλ και Άβα Γκάρντνερ, έπεσε στο τραπέζι.

Η MGM θα την έκανε δική της για επτά χρόνια (δική της σχετικό, η ιστορία την έφερε να γυρίζει τελικά σχεδόν αποκλειστικά με άλλες εταιρείες...), με την προϋπόθεση από πλευράς Κέλι πως θα μπορούσε να διαμένει στο διαμέρισμά της στο Μανχάταν και θα είχε τη δυνατότητα για λίγο θέατρο ενδιάμεσα.

Η ταινία πήγε καλά στα ταμεία, το '50ς glamour βρήκε μια (ακόμα) αποθέωσή του (στα διαλείμματα η Γκάρντνερ πήρε αγκαζέ την Γκρέις και πήγαν και μια βόλτα στη Ρώμη, δύσκολες εποχές...), η νεαρή από την Πενσιλβάνια έφτασε ακόμα και ως τα όσκαρ με μια υποψηφιότητα δεύτερου γυναικείου ρόλου! Αμέσως μετά η Γκρέις επελέγη για το «Dial M for Murder», μια μεγάλη επιτυχία του Μπρόντγουεϊ την οποία ανέλαβε να γυρίσει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ σαν ένα είδος run for cover μετά από μια αλυσίδα όχι και τόσω επιτυχημένων (λέγανε τότε, τέλειες είναι) ταινιών στις αρχές του '50.

Ο Χιτς, έχοντας δει κι εκείνος το δοκιμαστικό που είχε δει και ο Φορντ, ενθουσιάστηκε με έναν λόγο παραπάνω: η γνωστή του εμμονή στις απόμακρες ξανθιές είχε βρει το νέο (και το διαχρονικό) αντικείμενο του πόθου της. Και η Ίντιθ Χεντ, φυσικά, θα την έντυνε μέσα κι έξω από τα στούντιο.

Έτσι από το 1953 και για τα επόμενα δύο-τρία μόλις χρόνια, η Γκρέις πέρασε στην πρώτη λίστα της βιομηχανίας. Μόνο στο 1954 έπαιξε σε τέσσερεις ταινίες, το προαναφερθέν και τον «Σιωπηλό Μάρτυρα» του Χίτσκοκ, τις «Γέφυρες του Τόκο-Ρι» δίπλα στον Γουίλιαμ Χόλντεν και το «Country Girl» την ταινία που της απέφερε και το μοναδικό της Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου – νικώντας την Τζούντι Γκάρλαντ του δεύτερου ιστορικά «Ένα Αστέρι Γεννιέται».

Η Κέλι ήταν αρκετά δυνατό όνομα πια ώστε να μπορεί (με δάνειο, συνέβαιναν τότε αυτά) να γυρίσει ταινίες σε άλλες εταιρείες (Universal για τον Χίτσκοκ, Paramount για τις «Γέφυρες»), είχε και τα κότσια να αρνηθεί στον Καζάν τον ρόλο που τελικά πήγε στην Εύα-Μαρί Σεντ για το «Λιμάνι της Αγωνίας», μπορούσε και να απειλήσει ακόμα-ακόμα την MGM πως αν δεν την έδινε να γυρίσει το «Country Girl» θα έλυνε το συμβόλαιο και θα μετοικούσε.

Στα τέλη του '54 και κατά την διάρκεια 1955 η Γκρέις έρχεται σε επαφή με το Μονακό. Αφ' ενός για τα γυρίσματα στο «Κυνήγι του Κλέφτη» που σημειώνε και την τελευταία της συνεργασία με τον Χίτσκοκ κι αφ' ετέρου ως επικεφαλής της αμερικάνικης αποστολής στις Κάννες του '55, κατά την διάρκεια της οποία συναντά τον Πρίγκιπα Ρενιέ. Ένα κυνηγητό από αυτόν προς αυτήν ξεκινά για σχεδόν ένα χρόνο, που καταλήγει αισίως για τον ίδιο και απαισίως για το σινεμά, στο οποίο η Γκρέις δεν θα γύριζε ξανά ποτέ.

Στο ενδιάμεσο είχε κάνει ακόμα δύο ταινίες, το «Swan» με τον Λουί Ζουρντάν και τον Άλεκ Γκίνες, «πριγκιπική» ταινία, όχι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος από τον σκηνοθέτη της «Τζίλντα» και το ωραιότατο «High Society» που είναι ριμέικ του «Philadelphia Story» με Μπινγκ Κρόσμπι και Φρανκ Σινάτρα.

Ο Χίτσκοκ έλπιζε πως θα την προσήλκυε μια φορά ακόμα με την «Μάρνι» - μια ταινία που διαβάζεται με επώδυνους τρόπους αν σκεφτείς πως ο Χίτσκοκ την σχεδίαζε ειδικά για την επιστροφή της Γκρέις στο σινεμά δέκα σχεδόν χρόνια μετά την τελευταία τους συνεργασία – η Γκρέις φημολογείται πως έκανε ακόμα και δοκιμαστικά, ωστόσο ποτέ δεν ευοδώθηκε η εξέλιξη αυτή.

Παρέμεινε μια αγαπητή πριγκίπισσα, μια προσωπικότητα του διεθνούς τζετ σετ, έκανε τρία παιδιά και μια μέρα, στις στροφές του πριγκιπάτου που άλλοτε οδηγούσε με τον Κάρι Γκραντ στο «Κυνήγι του Κλέφτη», μετά από ένα εγκεφαλικό, έφυγε ευθεία σ' έναν γκρεμό και βύθισε τον κόσμο στο πένθος.

Έφερε στο σινεμά μια εντελώς sui generis χάρη αλλοτινής εποχής, μια ευγενική παρουσία άριστων παραδοσιακών ερμηνευτικών χαρακτηριστικών και υπό την δεξιοτεχνική καθοδήγηση μαέστρων έβγαλε στον φακό κάτι περισσότερο από την όψη μιας δεσποσύνης σε κίνδυνο: τον άψογο έλεγχο των εκφραστικών μέσων, την λιτότητα, την άνετη φινέτσα, το υπορρέον χιούμορ και, κάποτε (στο όσκαρ της), το δυνατό δράμα, την απελπισμένη απώλεια του γοήτρου και της διατήρησης της κράσης ενός χαρακτήρα σε πτώση.

Αλλά και όλ' αυτά να μην ήταν, η αρχοντική της στάση και η μάλλον εξωπραγματική ομορφιά, στις κατάλληλες ταινίες, εκτιμώ θα αρκούσαν.