14:07
11/1

Essential Cinema #33: «The Long Goodbye» (1973) του Ρόμπερτ Όλτμαν

Τo cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι’ αυτές.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Πολλοί ήταν οι θεατές που εν έτει 1944 είχαν αντιμετωπίσει με ειρωνεία την απόφαση του σκηνοθέτη Έντουαρντ Ντμίτρικ να βάλει τον Ντικ Πάουελ να υποδυθεί τον Φίλιπ Μάρλοου στην (εξαιρετική) κινηματογραφική μεταφορά τού «Farewell my Lovely». Ένας ηθοποιός ειδικευμένος στα μιούζικαλ και τις κομεντί, έλεγαν, δε θα μπορούσε με τίποτα να ενσαρκώσει τον αρρενωπό ιδιωτικό ντετέκτιβ. Την ίδια αποδοκιμασία αντιμετώπισε κι ο Ρόμπερτ Όλτμαν όταν, τριάντα χρόνια μετά, διάλεγε τον Έλιοτ Γκουλντ για τον συγκεκριμένο ρόλο.

Μια από τις ωραιότερες μεταφορές των περιπετειών του Φίλιπ Μάρλοου στην οθόνη.

Η επιλογή του ηθοποιού δεν ήταν, εντούτοις, το μοναδικό αξιοπερίεργο στην ταινία «Long Goodbye» (ή «Μια Σφαίρα, Ένα Αντίο», όπως είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά). Ο Όλτμαν έκανε τον θρυλικό ντετέκτιβ Εβραίο, με ορμητήριο των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων το φωτεινό Λος Άντζελες. Ήθελε να γυρίσει ένα παραδοσιακό φιλμ νουάρ αλλάζοντας όμως τη νυχτερινή ατμόσφαιρα με τα λαμπρά, ηλιόλουστα πρωινά της Πόλης των Αγγέλων, τους πολυσύχναστους και πνιγμένους στους νέον φωτισμούς δρόμους και τα παραθαλάσσια διαμερίσματα στις χρυσές ακτές του Μαλιμπού. Μεταμόρφωσε τον υπερδραστήριο μυθιστορηματικό Μάρλοου σε ένα φαινομενικά παθητικό loser, που μόνο στο φινάλε εκδηλώνει τη συσσωρευμένη οργή και πικρία του, με μια αιφνίδια πράξη βίας. Επιπλέον, φρόντισε η ταινία να ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στη συντήρηση ενός μύθου και την παρωδία του, προερχόμενη μάλιστα από έναν άνθρωπο που δεν πιστεύει στους μύθους.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των ανορθόδοξων στοιχείων οδήγησε το κοινό να γυρίσει την πλάτη του στην ασυνήθιστη αυτή διασκευή και πολλούς κριτικούς να αντιμετωπίσουν αρνητικά τις συζητήσιμες καινοτομίες της στην τσαντλερική μυθολογία. Με το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, το παρεξηγημένο φιλμ κατόρθωσε να αποκτήσει τη φήμη που του αρμόζει ως μια από τις ωραιότερες μεταφορές των περιπετειών του Φίλιπ Μάρλοου στην οθόνη.

Όπως ο χαρακτήρας του Τζακ Νίκολσον στέκει ηττημένος στο τελευταίο πλάνο της «Τσαϊνατάουν», έτσι κι ο ήρωας του Όλτμαν είναι ένας μελαγχολικός ήρωας.

Ο Έλιοτ Γκουλντ είναι εξαιρετικός στο ρόλο μιας αναχρονιστικής σχεδόν φιγούρας που εξακολουθεί να εμπιστεύεται τους παραδοσιακούς κανόνες. Με τον επίμονο συνδυασμό του μαύρου κοστουμιού, λευκού πουκάμισου και γραβάτας, το παλιό fifties αυτοκίνητο και το τσιγάρο μονίμως καρφωμένο ανάμεσα στα χείλη, ο δικός του Μάρλοου μοιάζει με τρανταχτή παραφωνία ανάμεσα σε ανθρώπους που περνούν τον καιρό τους κάνοντας γυμνοί γιόγκα στις βεράντες του σπιτιού τους, οδηγούν γρήγορα οχήματα κι έχουν ψύχωση με την εμφάνισή τους. Η ατράνταχτη πίστη του σε έννοιες όπως η φιλία και η αντρική τιμή δεν έχει αντίκρισμα σε μια αμοραλιστική πραγματικότητα όπου η επιδίωξη του χρήματος με κάθε τίμημα και η έλλειψη σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή είναι καθεστώς.

Το τουριστικό Λος Αντζελες της ταινίας γίνεται σταδιακά η μικρογραφία μιας ολόκληρης δεκαετίας, όσο και μιας ολόκληρης χώρας την οποία ο σκηνοθέτης ειρωνεύεται για τη ρηχότητα και την απάθειά της. Η μαυροντυμένη σιλουέτα του ντετέκτιβ (τελευταίος, θαρρείς, ενάρετος πολίτης μιας αμαρτωλής πόλης) μοιάζει με μοναχική σκούρα κουκίδα στα σφύζοντα από υγεία, φως και ήλιο χρώματα του αμερικανικού ονείρου καθώς κρύβουν τόσο ιδανικά μέσα τους μια αργή αλλά διαβρωτική διαδικασία σήψης και διαφθοράς.

Όπως ο χαρακτήρας του Τζακ Νίκολσον στέκει ηττημένος στην πολύβουη λεωφόρο του τελευταίου πλάνου της «Τσαϊνατάουν», έτσι κι ο ήρωας του Όλτμαν είναι ένας μελαγχολικός ήρωας, αδύναμος να νικήσει το κακό που ριζώνει γύρω του. «Κανείς δε νοιάζεται πια», θα τον βεβαιώσει περιχαρής ένας από τους αμέτρητους εκπροσώπους του στην ταινία. Στο κινηματογραφικό σύμπαν του εξίσου κυνικού Όλτμαν, όμως, ο μηδενισμός και η ασυδοσία πληρώνονται πάντα με το ίδιο νόμισμα. Κρατώντας για πρώτη φορά μόλις στο τελευταίο πλάνο του φιλμ ένα περίστροφο, ο Μάρλοου πυροβολεί θανάσιμα, αποδεικνύοντας το αντίθετο: «Κανείς δε νοιάζεται, εκτός από εμένα».

Αλλάζοντας οριστικά το ηττοπαθές κλείσιμο του βιβλίο του Τσάντλερ, σκηνοθέτης και σεναριογράφος προσδίδουν στο χαρακτήρα τους την αίγλη που σε όλη τη διάρκεια της ταινίας στερήθηκε, ανάμεσα στους ανθρώπους που τον χλεύασαν και τον κακομεταχειρίστηκαν, όσους τον ξεγέλασαν και τον εξαπάτησαν. Καθώς ο πρωταγωνιστής απομακρύνεται χορεύοντας, υπό τους πανηγυρικούς ήχους του «Hooray for Hollywood», ο πεσιμισμός του Τσάντλερ κι ο κυνισμός του Όλτμαν χάνονται μαζί σε έναν πιο αισιόδοξο αν και πάντα σκοτεινό ορίζοντα, όπου το νουάρ και η κοινωνική κωμωδία έχουν γίνει πια ένα.

THE LONG GOODBYE
HΠΑ, 1973
Σκηνοθεσία:
Ρόμπερτ Όλτμαν Σενάριο: Λι Μπράκετ Φωτογραφία: Βίλμος Ζίγκμοντ Μουσική: Τζον Γουίλιαμς Πρωταγωνιστούν: Έλιοτ Γκουλντ, Νίνα Βαν Πάλαντ, Στέρλινγκ Χέιντεν, Χένρι Γκίμπσον, Μαρκ Ραϊντέλ Διάρκεια: 112΄