Advertisement
11:34
12/2

Ντάρεν Αρονόφσκι: Ο προκλητικός οραματιστής

Μέλος μιας γενιάς κινηματογραφιστών που καθιστά την εποχή μας, από γενεαλογικής πλευράς, σχετικά αξιόλογη κινηματογραφικά, ο Ντάρεν Αρονόφσκι, 50 ετών σήμερα, είναι αγαπημένος της κριτικής και μια σταθερή πηγή αναστάτωσης για το κοινό και την ξέφρενη σοσιομιντιακή εποχή μας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αυτή η γενιά των σημερινών 50άρηδων σκηνοθετών, που ξεκίνησαν όλοι τους σε κάποια στιγμή της δεκαετίας του ’90, είναι μια αξιόλογη φουρνιά. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, ο Μπράιαν Σίνγκερ (που πιθανόν και να έχει χάσει πια την καριέρα του λόγω της σκανδαλολογίας), ο Κρίστοφερ Νόλαν, ο Πολ Τόμας Άντερσον (και κάποιοι ακόμα φυσικά, κατά περίπτωση) συναποτελούν έναν κορμό στο αμερικάνικο σινεμά που μπήκε στο mainstream με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία, διατηρώντας μια προσωπική ματιά που να μπορεί να κάνει ακόμα και τους θιασώτες της θεωρίας του δημιουργού να τους εντάσσουν σ΄ αυτήν.

Ο Ντάρεν Αρονόφσκι, καλοσπουδασμένος στο Χάρβαρντ και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, με επτά μόλις ταινίες μεγάλου μήκους στα τελευταία 21 χρόνια, συγκροτεί ένα έργο που ουδέποτε (πλην του ντεμπούτου του, το «Pi» του 1998) κατάφερε να μείνει μακριά από την αμφιλογία, τον διχασμό του κοινού και την πρεμούρα των μίντια. Το ερώτημα, που παραμένει, είναι αν αυτό απορρέει μιας οραματικής λογικής ή μιας ειλημμένης καλλιτεχνικής απόφασης.

Ο υπογράφων δηλώνει επιφυλακτικός θαυμαστής, οπότε το πρίσμα καθορίζεται τοιουτοτρόπως.  

«Pi» (1998)
Με προϋπολογισμό περί τα 60.000 δολάρια, ο 29χρονος Αρονόφσκι μπαίνει με τη μία στη χώρα του Λιντς, του Γκίλιαμ, των μαθηματικών, της Θεωρίας Παιγνίων, της εντέλειας και της εμμονής, παραδίδοντας ένα γεννημένο cult μεγάλης περιωπής (που απέφερε και πάνω από 3 εκατομμύρια δολάρια), ένα φιλμ «σχολής» μεν, προδίδον όμως ακατάσχετη ευχέρεια τεχνικής και πλήρη έλεγχο εκφραστικό. Πρωτόλειο σαφώς, αλλά στην θέα του ξέρεις αυτόματα πως είσαι στην παρουσία οξυδερκούς καλλιτέχνη.

«Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο» (2000)
Η «κρίσιμη» δεύτερη ταινία ακολούθως ενός εντυπωσιακού ντεμπούτου, ο Αρονόφσκι (και ο μεγάλος καλλιτέχνης γενικά) δεν διέπεται από τέτοια άγχη, το «Ρέκβιεμ» απογειώνεται κάθετα και με διαστρική ταχύτητα στο είδος σινεμά που δεν εγκλωβίζεται από προσδοκίες, τις κονιορτοποιεί στο πρώτο δεκάλεπτο, όντας μια ταινία πάνω στον εθισμό όπως λίγες που μπορείς να δεις ποτέ σου. Παρότι προσωπικά την απορρίπτω συλλήβδην, ουδείς μπορεί να αρνηθεί πως αυτό είναι σινεμά-διαμάντι, όχι γιατί είναι αριστουργηματικό (απέχει) αλλά γιατί η ιδιοσυστασία του είναι αμόλυντη, διαυγής και «χαράζει» δρόμο μιας δεκαετίας και μιας εποχής που είχε και έχει ανάγκη τέτοιον ριζοσπαστισμό. Επίσης το παράδοξο, πια, δείγμα έργου που δεν έκοψε εισιτήρια αλλά μιλήθηκε με τον καιρό αποκτώντας προσηλωμένη ακολουθία από πολύ κόσμο.

«Η Πηγή της Ζωής» (2006)
Επιστημονική φαντασία, μαγικός (σου)ρεαλισμός, τριπλό αφηγηματικό σχήμα, εξαντλητική (αν σε πιάσει) συναισθηματική δοκιμασία, είναι μια βασική εξωτερική περιγραφή της ταινίας με «αυτό το σάουντρακ» (ο μόνιμος του Αρονόφσκι, Κλιντ Μάνσελ), που δίχασε αρνητικά την κριτική (η μόνη δική του που δίχασε είναι), έκανε λίγα παραπάνω εισιτήρια (αλλά από προϋπολογισμό 35 εκατομμυρίων) κι έφτασε πολλές φορές στο χείλος του να μην συμβεί ποτέ μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε το πρωταγωνιστικό ζεύγος (Χιου Τζάκμαν και η τότε σύντροφος του Αρονόφσκι, Ρέιτσελ Βάις). Δηλώνω θαυμαστής αυτή τη φορά, εύκολο να την δεις χαοτική, αλλιώτικο να βρεθείς σε μια α λα «Σολάρις» παραισθησιακή περίσκεψη και να βιώσεις το έργο όπως του αξίζει, βαρέως συναισθητικά, μακριά από δημοσιογραφικές επαφές πρώτου τύπου.

«Ο Παλαιστής» (2008)
Πιο απομακρυσμένη εικαστικά ταινία από την «Πηγή της Ζωής» δύσκολα μπορείς να φανταστείς, από το new age στυλιζάρισμα, στον νεορεαλισμό σ’ ένα βήμα, τι να πεις για τούτο εδώ, ογκολιθική ερμηνεία αποκατάστασης από τον Μίκι Ρουρκ (είμαστε κι εμείς βέβαια που πάντα ογκόλιθο τον βλέπουμε), συναρπαστικό δράμα λύτρωσης που ο Πολ Σρέιντερ θα έδινε το δεξί του χέρι να είχε περιεργαστεί, υποψηφιότητες για όσκαρ Πρώτου Ανδρικού (και ληστεία να το πάρει ο Σον Πεν, άλλη κουβέντα, χωρίς οπαδισμό δεν διευθετούνται αυτά) και Δεύτερο Γυναικείο στην Μαρίζα Τομέι (πάλι αυτή έπρεπε να το πάρει αλλά όχι σε επίπεδο ληστείας η Πενέλοπε από το «Βίκι Κριστίνα Μπαρτσελόνα»!) και για αλατοπίπερο διχασμού κοινής γνώμης οι Ιρανοί εξανίσταντο για καιρό επειδή λέει ο Ρουρκ σκίζει μια σημαία κάπου στο έργο. Μεγάλη ταινία, ίσως η πιο ολοκληρωμένη του, συναφής και σ’ ευθεία γραμμή με την αμερικανική κινηματογραφία που η γενιά αυτών των σκηνοθετών έχει Βίβλο στο μαξιλάρι της.

«Μαύρος Κύκνος» (2010)
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις κι ο «Μαύρος Κύκνος» του, όπερ εστί μεθερμηνευόμενο η σύμμειξη των δύο προηγούμενων ταινιών σ’ ένα απροσδόκητο «τρένο του θανάτου» στο φαντασμαγορικό λούνα παρκ της κινηματογραφίας του, οικιακός ψυχολογικός τρόμος, (σκοτεινό) μπαλέτο, φρικώδης όψη της οικογένειας και της μάνας ειδικότερα (έρχεται η σειρά της δυο ταινίες αργότερα), ταινία που κόσμος λάτρεψε σε επίπεδα φαινομένου (πάνω από 300 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις!), άκρατος λογοτεχνικός ρομαντισμός, σπουδαία μουσική, μπέρδεμα της πραγματικότητας με την φαντασία, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, επιδεικτική χρήση του doppelgänger (το «διπλό», το φάντασμα, το σατανικό του εαυτού), υπέρμετρη φιλοδοξία, ενδεικτική του ταλέντου του σκηνοθετική κυριαρχία πάνω της – συν μια, η μοναδική ως σήμερα, υποψηφιότητα για σκηνοθεσία.

«Νώε» (2014)
Δεν είναι μόνο τα τέσσερα χρόνια που περνούν είναι και η ιδέα του βιβλικού έπους, ο τεράστιος προϋπολογισμός, ο Αρονόφσκι μετά τον «Κύκνο» αλλάζει λίγκα και…περιμένουμε να δούμε. Το έργο είναι αξιόλογο (αλοίμονο…), είναι και άχρωμο όμως, υλικό για διαμάχες φυσικά υπάρχει ξανά άφθονο (πολλοί τσακώνονταν ας πούμε γιατί το έργο είχε μόνο λευκούς), κρατάς την περίσκεψή του πάνω στην πνευματικότητα και την θρησκευτική πίστη. Η επόμενη ταινία ήταν μόνο τρία χρόνια μακριά….

«Μητέρα!» (2017)
Κι όμως! Σε μια εποχή που θριαμβεύουν σκηνοθέτες (στον κόσμο, η κριτική σοβαρεύτηκε) όπως ο Γκασπάρ Νοέ, σκηνοθέτες που όπισθεν της βιρτουοζιτέ τους κρύβουν μια δωρεάν προβοκάτσια μισανθρωπικών ή απλά αήθων διαστάσεων, η «Μητέρα!» απέφερε μερικές από τις εχθρικότερες αντιδράσεις ενός κοινού εμβαπτισμένου πια στην άκριτη, ανώνυμη κακολογία των social media. Η κριτική, ψυχραιμότερη, το είδε ως επί το πλείστον για αυτό που είναι, μια εντυπωσιακής δεξιοτεχνίας άσκηση όχι μόνο πάνω στην πίστη και την μητρότητα μα και στην κατάσταση του κόσμου γενικότερα, ένα ανθρωπολογικό σόου γαργαντουικών διαστάσεων βγαλμένο από μια μικρή-μικρή ιστορία. Θράσος κι ενόχληση είναι φυσικά παρόντα - αλλά πού στο σινεμά του δεν είναι; - μια αναρχική σχεδόν διάθεση να αρμόσεις πάνω σε μια απλή ιστορία την εξήγηση της Εξέλιξης, ένα καταπληκτικό tour de force ενός σκηνοθέτη με ηθική πυξίδα που οραματίζεται και η εποχή θα όφειλε τέτοιους καλλιτέχνες να ενθαρρύνει. Αυτοί μας πάνε μπροστά, ακόμα κι όταν αποτυγχάνουν.

Να είναι γερός ο Ντάρεν Αρονόφσκι, τον χρειαζόμαστε.