Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;

Can you Ever Forgive Me?

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάριελ Χέλερ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Νικόλ Χόλοφσενερ, Τζεφ Γουίτι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ, Ντόλι Γουέλς, Μπεν Φαλκόνε
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μπράντον Τροστ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Νέιτ Χέλερ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: Odeon
    ΔΙΑΝΟΜΗ: 106'
    <ARTICLE TITLE/>

Η αληθινή ιστορία της συγγραφέως Λι Ίσραελ που έμεινε γνωστή περισσότερο για τις παραχαράξεις κειμένων και υπογραφών διασήμων συγγραφέων με σκοπό τα προς το ζην, παρά για το έργο της.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ας παραδεχθείς πως είσαι 2.500% προκατειλημμένος ευνοϊκά στην θέα του Ρίτσαρντ Γκραντ ως Withnail 31 ολόκληρα χρόνια μετά την μυθική ταινία του Μπρους Ρόμπινσον. Ας παραδεχθείς ακόμα πως με Λου Ριντ, Μπράιαν Φέρι, Πολ Σάιμον και "I'll be seeing you" στο (έχει κι άλλα πολλά) soundtrack θα είχες αγαπήσει και πολύ μετριότερες ταινίες. Ας παραδεχθείς τέλος πως η Μελίσα ΜακΚάρθι, έστω κι αν δυσκολεύεσαι κάμποσο με το ως σήμερα κινηματογραφικό της προφίλ, θα χρειαστεί περίπου 11 δευτερόλεπτα για να σε πείσει πως «εδώ σκόπευα να φτάσω πάντα κι ας μην το καταλαβαίνατε οι υπόλοιποι».

Είναι οπωσδήποτε στοιχεία που μετράνε αυτά, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετά για να φτιάξουν καλή ταινία. Σίγουρα ούτε καν αρκετά για να ευφρανθείς τόσο μ' ένα έργο. Πριν απ' όλα όμως μια ταινία -κι αυτό πρέπει να το συνυπολογίζουμε οι γραφιάδες της - είναι να σου επισημάνει την ενδεχόμενη κυτταρική σου σχέση με το θέμα της, με την εποχή, με τις έγνοιες της. Κι εδώ η σύμπλευση είναι αρκετή για να συγχωρήσεις μικρά ατοπήματα, αρκετή ώστε να μην χορταίνουμε το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, μια από τις μεγάλες φιλίες του σινεμά, δίπλα σε όποια θέλετε από τις φημισμένες του παρελθόντος.

Εμείς του «Withnail & I» οι ασθενείς, βλέπουμε ξανά, 31 χρόνια μετά, μέσω ενός σεναριακού γραψίματος αισθαντικού κι οξυδερκούς (αξιότατη υποψηφιότητα, είθε και το βραβείο), τον δικό μας άνθρωπο Withnail, μ’ εκείνο το σπινθήρισμα στο βλέμμα, πάντα οξύ, πάντα εύθρυπτο δραματικά, πάντα χιουμοριστικό, πάντα καλόψυχο, πάντα κατάμονο. Λες κι εκείνη η πρώϊμα ανδρική μελαγχολία του '87, που ψυχανεμιζόταν πόσο ασυντρόφευτη ζωή θα ζήσει, επιβεβαιώθηκε/μετουσιώθηκε τώρα, σε τούτο εδώ το καλοδιαβασμένο δράμα που ολοκάθαρα τον αναβιώνει.

Κι όμως ακόμα και τώρα, που η ζωή δεν ήταν τόσο καλή μαζί του, η σπίθα είναι πάντα εκεί, η φλόγα τρεμοσβήνει (πώς αλλιώς;), η δοτικότητα, ακόμα, πάντα έτοιμη, η μόλις συγκρατημένη συγκίνηση του να βρίσκεις μια αδελφή ψυχή (δεν μοιάζουν οι αδελφές ψυχές, ούτε εκ πρώτης όψεως, ούτε εκ δεύτερης), το αλάνθαστο στυλ του έκπτωτου αριστοκράτη (ο πραγματικός Όσκαρ Ουάιλντ του σινεμά είναι μόνο ο Ρίτσαρντ Γκραντ), του άνευ επιλογής κι απόδρασης πανέξυπνου βλάκα που δεν θα καταφέρει ποτέ του τίποτα και θα είναι ανά πάσα στιγμή του συναρπαστικότερος, αξιοπρεπέστερος και ευθέως καλύτερος κάθε απροίκιστου επιτυχημένου. Θέλει κότσια να βγάλεις τέτοιο ρόλο, Ρίτσαρντ Γκραντ, το ξέραμε από τις μικρότερες στιγμές σου, το είδαμε και στην μέγιστη, άργησαν φριχτά να σε αναγνωρίσουν κι οι υπόλοιποι, αλλά τελικά συνέβη.

Η αποκαλυπτική ΜακΚάρθι, στον ρόλο της συγγραφέως βιογραφιών Λι Ίσραελ, είναι ένας παχύσαρκος, ερίθυμος, βαρυκίνητος, αλκοολικός όλεθρος ανθρώπου, έτοιμη να παίξει το δικό της «Barfly», έτοιμη να ήταν δίπλα σε κοτζάμ Τζακ Νίκολσον σ’ εκείνο το ωραίο αλλά ξεχασμένο «Ironweed» του Μπαμπένκο, στον όποιον ρόλο αλκοολικής, με όποιο κείμενο, αντικείμενο και πρωταγωνιστή απέναντί της. Έχει πιάσει τον ρόλο από τα κέρατα και του δείχνει πώς θα έπρεπε να παιχτεί, βλέπεις στο πρόσωπό της ένα από τα μεθοδικά κλιμακούμενης ηρεμίας tour de force με την απίστευτη πυγμή του να φτιάχνεις ρόλο από μέσα και στο πρόσωπό σου να συναντώνται οι δυνάμεις του σύμπαντος, που έλεγε κι ο Καζαντζάκης, να πετυχαίνεις αντιφάσεις μ' ένα λάκκωμα στο (παχύσαρκο ε!, όχι με εύκολη ρυτίδα στο σκελετωμένο) μάγουλο, ένα χάσιμο της φωνής, ένα κατέβασμα του προσώπου ή απλά δίχως την παραμικρή κίνηση, το τέλειο αποσβόλωμα.

Κι όλ' αυτά σε ένα «εργάκι» που αναγκαστικά θα περάσει στα εισπρακτικά ψιλά - είπαμε θέλει κυτταρική σχέση, δεν γίνεται με κινητά, nachos και fb stories η εξομολόγηση - κι ας μιλάει για τη μοναξιά, τους καιρούς που άλλαξαν, το γράψιμο, την παραχάραξη, τη λογοκλοπή αλλά και το (καπιταλιστικό, επίσης) παιχνίδι των περί της τέχνης με την υπογραφή, που ενίοτε αχνή σχέση έχει με την ουσία, τον κονφορμισμό και την de profundis καλλιτεχνική έκφραση που πλέον οριστικά μοιάζει να έχει συνδεθεί με το κέρδος.

Σε κάθε περίπτωση το έργο έχει βρει μια τονική τελειότητα που για μια από εκείνες τις σπάνιες φορές συνδέεται άρρηκτα με τους χαρακτήρες οπότε και νοιάζεσαι αφόρητα για δαύτους - ας αναφέρουμε εκ νέου πως ύφος είναι αυτό που χαρίζει το σενάριο, τόνος είναι αυτό που θέλει ο σκηνοθέτης να νοιώσουμε εμείς. Όταν οι αρετές είναι υπαρξιακές, η κριτική στις καλλιτεχνικές υποδιαιρέσεις περιττεύει - θα ήθελα να μην υπήρχε ένα εύχαρο κρούσμα «catch me if you can» ας πούμε -που λατρεύεται μεν αλλά εκείνο είναι σινεμά μεγάλου κοινού με ευαισθησίες περιορισμένου, τούτο είναι για λίγους έτσι κι αλλιώς.

Αλλά και τι έγινε; Οι πάγοι να κροταλίζουν στο ποτήρι, το βινύλιο να γυρίζει στο πικάπ, η ΜακΚάρθι να απολογείται έτσι στο δικαστήριο (στον εαυτό της, σ’ εμάς), ο Withnail να μπαίνει κουτσαίνοντας με το μπαστούνι του, οι άνθρωποι να κοιτάζονται, να απελπίζονται και να ξανασηκώνονται έτσι, πολλά θέλει ο άνθρωπος να κλάψει νομίζεις;

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;
  • Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;