Αποχαιρετούμε τη Μάρω Κοντού, μια γυναίκα που δεν υπήρξε απλώς σπουδαία ηθοποιός, αλλά μία ολόκληρη εποχή. Έφυγε στα 92 της χρόνια, αφήνοντας πίσω μια διαδρομή γεμάτη θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση, ζωγραφική, τόλμη και αδιαπραγμάτευτη ελευθερία.
Αν έπρεπε να διαλέξουμε ένα τελευταίο πλάνο για τη Μάρω Κοντού, δεν θα ήταν από κάποια λαμπερή πρεμιέρα. Θα ήταν εκείνη η στιγμή στην Πλάκα, μπροστά στα χαλάσματα του σπιτιού της οδού Τριπόδων. Η Ελενίτσα κοιτάζει ό,τι χάθηκε και, χωρίς μελοδραματισμούς, μετατρέπει μια κινηματογραφική σκηνή σε αποχαιρετισμό μιας ολόκληρης Αθήνας. Κάπως έτσι αποχαιρετούμε σήμερα και τη Μάρω Κοντού: όχι μόνο ως ηθοποιό, αλλά και ως κομμάτι μιας χώρας.
Έφυγε στα 92 έχοντας περισσότερες από έξι δεκαετίες ελληνικού θεάματος στις πλάτες της. Η αλήθεια είναι πως η Μάρω Κοντού έμοιαζε πάντοτε να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά. Ίσως λόγω της ομορφιάς και του κομψού στιλ της. Σίγουρα λόγω των καλλιτεχνικών επιλογών και του ατίθασου πνεύματός της.
Γεννήθηκε στο Κουκάκι και γνώρισε νωρίς το πένθος. Ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν δύο ετών. Μεγάλωσε σε δύσκολα χρόνια, γεγονός που την έκανε αεικίνητη και πεισματάρα. Ήταν ένα κορίτσι που ονειρευόταν μια βέσπα όταν ο κόσμος γύρω της παρείχε άλλες κατευθύνσεις για μία «σωστή» γυναικεία διαδρομή. Ευτυχώς, εκείνη διάλεξε άλλη.
Ο χορός έγινε η πρώτη της διέξοδος. Στη σχολή της Κούλας Πράτσικα έμαθε πειθαρχία και κίνηση. Το 1954 βρέθηκε στον χορό αρχαίας τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου και στην Επίδαυρο. Τέσσερα χρόνια αργότερα αναγνωρίστηκε ως «εξαιρετικό ταλέντο» και απέκτησε την άδεια της ηθοποιού. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν ο πρώτος που διέκρινε τη σκηνική της λάμψη. Ο Δημήτρης Χορν έγινε μεγάλος της δάσκαλος, αυτός που της έμαθε πως η ερμηνεία δεν χρειάζεται απαραίτητα ένταση και πως η σιωπή μπορεί να σε φωτίσει περισσότερο από έναν προβολέα.
Από το θεατρικό της ντεμπούτο στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ ως την «Οδό Ονείρων» και τη «Μαύρη Φορντ» του Μάνου Χατζιδάκι, η Κοντού συναντήθηκε με μία γενιά δημιουργών που έχτιζαν πολιτισμό και κατασκεύαζαν μνήμη. Στο σινεμά έγινε η Ελενίτσα στο «Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», η Μπιάνκα στο «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», η Λιλή στη «Σοφερίνα», η Ισμήνη στην «Αντιγόνη» με την Ειρήνα Παπά, η γυναίκα που μπορούσε να είναι κομψή χωρίς να μοιάζει άφθαρτη, αστεία χωρίς να γίνεται καρικατούρα, εύθραυστη χωρίς να παραδίδεται.
Σε περισσότερες από 60 ταινίες και 130 θεατρικά έργα, δίπλα στον Χορν, στον Κωνσταντίνου, στον Ηλιόπουλο, στον Κωνσταντάρα, στην Χρονοπούλου, στον Αλεξανδράκη, στη Βλαχοπούλου, στον Βουτσά και σε τόσους/-ες άλλους/-ες, δεν υπήρξε απλώς πρωταγωνίστρια. Υπήρξε κυρίως το μέτρο. Ένας τρόπος να στέκεσαι, να ερμηνεύεις, να φτάνεις στον θεατή χωρίς υπερπροσπάθεια.
Ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη νίκη της, δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στην Ελενίτσα, ούτε στη λάμψη της χρυσής εποχής. Η τηλεόραση, το θέατρο, η ζωγραφική, ακόμη και οι ήσυχες καθημερινές της συνήθειες έγιναν διαφορετικές πράξεις μιας αυτονομίας. Στο σπίτι της δεν κρατούσε δικές της φωτογραφίες παρά μόνο μία του Χορν, ως υπενθύμιση ότι ο αληθινός καλλιτέχνης θυμάται πρώτα όσα διδάχθηκε και ύστερα όσα κατέκτησε στη μεγάλη σκηνή.
Με τέτοιο παρουσιαστικό και ποιότητα, θα μπορούσε να είχε φύγει για το Χόλιγουντ. Όταν της δόθηκε η ευκαιρία προτίμησε την Αθήνα και το δικαίωμα να κρατά η ίδια τα πρόσταγμα της ζωής και της εικόνας της. Παντρεύτηκε, χώρισε, αγάπησε, δοκιμάστηκε, ζωγράφισε, έγραψε, ασχολήθηκε με την πολιτική και πρόσφερε στο Ίδρυμα Μητέρα. Όταν χρειάστηκε να συνοψίσει τη ζωή της, επέλεξε μία λέξη: ελευθερία.
Το 2008, στο Ηρώδειο, τραγούδησε ξανά τη «Μαύρη Φορντ» και αποθεώθηκε. Το 2012, στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, επέστρεψε για τελευταία φορά στην Ελενίτσα Κοκοβίκου πλάι στον Γιώργο Κωνσταντίνου. Μέχρι πρόσφατα παρέμενε ενεργή στην τηλεοπτική «Γη της Ελιάς», σαν να αρνιόταν ευγενικά την ιδέα της απόσυρσης.
Σήμερα η αυλαία πέφτει, αλλά όχι η εικόνα της. Μένει η κομψότητα, το κασυτικό χιούμορ, η ανεξαρτησία χωρίς διακήρυξη. Μένει εκείνη η γυναίκα που δεν θέλησε να γίνει μνημείο και γι’ αυτό έγινε μνήμη.
Στη συνέχεια του άρθρου, διαβάστε τη συνέντευξη που είχε δώσει στον Γιάννη Ζουμπουλάκη για λογαριασμό του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.
Πηγαίνετε στον κινηματογράφο;
Πολύ συχνά, σε ταινίες που έχω ακούσει ή διαβάσει ότι έχουν σκηνοθετικό ή υποκριτικό ενδιαφέρον.
Ποια είναι η τελευταία ελληνική ταινία που είδατε σε αίθουσα και σας άρεσε;
Θα πω δύο: «Μια Αιωνιότητα Και Μια Μέρα» και «Πολίτικη Κουζίνα».
Πείτε μου και δυο ταινίες που σας σημάδεψαν.
Το «Εξπρές Του Μεσονυκτίου» και «Οι Ζωές Των Αλλων».
Σε πόσες ταινίες έχετε παίξει;
Σε 61 μεγάλου μήκους. Το γνωρίζω επειδή τις αρίθμησαν στο Θεατρικό Μουσείο.
Μπορείτε να τις απαριθμήσετε απ έξω;
Οχι. Καταρχάς τις ταινίες με τον Κωνσταντάρα τις μπερδεύω.
Οταν μεταδίδονται από την τηλεόραση τις παρακολουθείτε;
Ομολογώ ναι, όχι όμως ολόκληρες. Κανένα τεταρτάκι. Για να δω με αποστασιοποιημένο μάτι πώς έπαιζα.
Θυμηθείτε κάτι από τις δυο ταινίες σας που επέλεξα.
«Χαρούμενο Ξεκίνημα»: Βουβό πλάνο εγώ και η Μαίρη Χρονοπούλου με μουσική υπόκρουση το τραγούδι «Μα Εγώ Αγαπώ Την Λιάνα». Το είχε ζητήσει ο Γιώργος Οικονομίδης.
«Η Δε Γυνή Να Φοβήται Τον Ανδρα»: Θυμάμαι όλη την ταινία γιατί ο Γιώργος Τζαβέλλας ήταν πολύ ταλαντούχος σκηνοθέτης και υπέροχος άνθρωπος.
Δώστε μου ένα συν για το επάγγελμα του ηθοποιού.
Το ότι είσαι αναγνωρίσιμος.
Και ένα μείον.
Το ίδιο με το συν.
Από τότε που ασχοληθήκατε με την πολιτική, πάψατε να είστε ηθοποιός;
Εξαρτάται τι εννοείτε «ηθοποιός». Για μένα η πολιτική είναι ηθοποιία με αρκετή υποκρισία, ενώ στο θέατρο για να θεωρείσαι καλός πρέπει να είσαι απολύτως ειλικρινής.
Αν ποτέ εκδίδατε την αυτοβιογραφία σας ποιος θα ήταν ο πιθανότερος τίτλος;
«Κατά λάθος». Γιατί, όπως μου λεγε η μητέρα μου, κατά λάθος γεννήθηκα, γιατί κατά λάθος έγινα ηθοποιός, κατά λάθος έγινα πολιτικός...
Τι δεν λείπει ποτέ από το ψυγείο σας;
Το παγωτό. Δυστυχώς...
Ποια είναι η μεγαλύτερη φοβία σας;
Το αεροπλάνο. Δυστυχώς...
Ποιο είναι το καλύτερο σχόλιο που διαβάσατε ή ακούσατε ποτέ για σας;
Εχω πάρει πολύ ωραία σχόλια, όχι για τη δουλειά που φαίνεται, αλλά για όσα κάνω και δεν γνωρίζετε.
Ποια φράση ή έκφραση χρησιμοποιείτε καθημερινά;
Δεν γράφεται. Θυμώνω εύκολα όταν οδηγώ...
Με τρεις λέξεις τι θα λέγατε ακούγοντας το όνομα Μάρω Κοντού;
Ψηλή, όμορφη και βλάκας.









