Ο Λούκας Ντοντ μεταφέρει την τέχνη του στα χαρακώματα του Ά Παγκοσμίου, παρουσιάζοντας την πιο προσβάσιμη και συνάμα την πιο απογοητευτική ταινία της καριέρα του.
Ο νεαρός Βέλγος σκηνοθέτης Λούκας Ντοντ, βασικότερος επίγονος της μεγάλης εθνικής σχολής που γιγάντωσαν οι Αφοί Νταρντέν, παρουσιάζει την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, επεκτείνοντας την queer θεματική του σε ένα εντελώς απροσδόκητο πεδίο - τουλάχιστον με βάση τα όσα μας είχε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Στο «Coward» ο Πιερ, ένα αγόρι που εναλλάσσεται με τους συντρόφους του στα ζοφερά καθήκοντα του βελγικού στρατού (μάχη, εφοδιασμός, αναψυχή), ερωτεύεται τον Φράνσις, το χαρισματικό ηγέτη ενός θιάσου που με αυτοσχέδια νούμερα επιμελείται της εμψύχωσης των στρατιωτών πριν φτάσει η σειρά τους να βγουν στα χαρακώματα.
Σε ό,τι αφορά το ύφος, η βασική ιδέα είναι απλή: ο Ντοντ παίρνει το παγιωμένο πια ιμπρεσσιονιστικό του στυλ και το μεταφέρει στα μαρμαρένια αλώνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμμαχος του μια πολύ έξυπνη και κομψή καλλιτεχνική διεύθυνση, που με απειροελάχιστα κάνει ένα απαιτητικό όραμα εποχής να δείχνει αυθεντικό. Με αυτή σαν αφετηρία, ο σκηνοθέτης σφίγγει το φακό για να κλειδώσει το βλέμμα του πρωταγωνιστή του σε αφοπλιστικά κοντινά πλάνα. Όλο το δράμα περνάει μέσα από τα μάτια του, σε μια προσέγγιση που χαρίζει αξιοσημείωτη αμεσότητα στην ταινία. Αξιοποιώντας υποκειμενικά και τους ήχους, ανεβάζει την ένταση μιας πολεμικής ταινίας που αποφεύγει να αισθητικοποιήσει τη φρίκη κι αφήνει τις καθοριστικές δραματουργικές συγκρούσεις της έξω πεδίο της μάχης.
Πίσω στο στράτευμα αντίθετα, queer εκφάνσεις της τέχνης και του έρωτα, καλλιεπούν ένα διαφορετικό ταμπλό. Αγγελικές μορφές και solfeggio μελωδίες διαβάλλουν τη σκηνοθεσία, η οποία ξαφνικά καλείται να βρει χώρο για δύο εκ διαμέτρου αντίθετους χαρακτήρες. Εξακολουθούμε να βλέπουμε την ιστορία του Πιερ, η αύρα και η τέχνη του Φράνσις όμως καταλαμβάνουν παράταιρα μεγάλο μέρος στην ταινία. Πέρα από την ανατροπή όσων στερεοτυπικά αναμένουμε από ένα πολεμικό φιλμ, η πρόθεση είναι να υπογραμμιστεί η ειρωνεία που διαχωρίζει τα ηρωικά τραγούδια με τη «δειλία» που διαφαίνεται απ' τον τίτλο. Ευτυχώς ο Ντοντ ψάχνει για ανθρώπους κι όχι για ήρωες. Ενώ όμως καταφέρνει να εξελίξει αποτελεσματικά τον κεντρικό χαρακτήρα του στο κατεξοχήν αντισυναισθηματικό φόντο των χαρακωμάτων, όταν το πλάνο ανοίγει για να αντλήσει από τη σχέση των δύο αγοριών, διαισθάνεται κανείς κάτι το ανειλικρινές. Υπάρχει στο δράμα τους κάτι το προφανές, κάτι το αναμενόμενο που έχει να κάνει με την αντίθεση στο επίκεντρο του φιλμ. Καθώς η αγκαλιά τους γίνεται το μόνο καταφύγιο από τα δεινά που κοντοζυγώνουν, το συναίσθημα ατονεί σε μια μηχανική ανταλλαγή αντιδράσεων και κάπως έτσι η ιστορία οδηγείται αποκλιμακωμένη σε έναν άνευρο επίλογο.
Για να μην παρεξηγούμαστε, το «Coward» δεν είναι μια κακή ταινία, ακόμη κι αυτή η μονοτονία της μοιάζει συνειδητή επιλογή (η οποία ίσως έρχεται και να τονίσει τον συναισθηματικό ακρωτηριασμό των παιδιών στο μέτωπο). Τηρουμένων των αναλογιών όμως και σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, μιλάμε για το πρώτο απογοητευτικό βήμα στην καριέρα του. Είναι η πρώτη φορά που τα προαναφερόμενα δομικά στοιχεία της τέχνης του μένουν στην ελαφρώς δογματική εφαρμογή τους. Πρώτη φορά επίσης που ένα έργο του ξεχωρίζει περισσότερο για την τεχνική και τις κατασκευαστικές του λεπτομέρειες, παρά για τον αντίκτυπο που αφήνει στο θεατή αφού πέσουν οι τίτλοι.
Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.









