Η Ομηρία
Dead Man's Wire
Ένας μικροεπιχειρηματίας Αμερικανός ελληνικής καταγωγής, αισθάνεται ριγμένος από μια τοκογλυφική μεσιτική εταιρεία της Πολιτείας της Ιντιάνα και αποφασίζει να απαγάγει τον διευθυντή της προκειμένου να βρει το δίκιο του. Βασισμένο σε αληθινή ιστορία που απετέλεσε μιντιακό τσίρκο στα 1977. Πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία στο «βιογραφικό της» συμπλέκονται μα δεν ανελκύονται από την δραματουργία.
Υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία μέσα στην επιστροφή του πάγια κοινωνικά εναργούς Γκας Βαν Σαντ. Δεν μπόρεσα να την εντοπίσω, παρότι διέκρινα στοιχεία της: Το αναποτελεσματικά πολυπαιγμένο φόντο του Αμερικανικού Ονείρου και της φενάκης του. Η (ανθρώπινα) διεστραμμένη φυσιολογία των επιχείρησεων και της λογικής τους (ο Πατσίνο ηγείται της καλής σκηνής εδώ). «Το στρίψιμο της βίδας» του απλού ανθρώπου, ο οποίος στην οργισμένη απελπισία του οδηγείται στην καθαρή, αδιέξοδη βέβαια, ανοησία – εδώ μπορούσε να φτιαχτεί μια πραγματικά μεγάλη ταινία. Το έμφραγμα της αλήθειας εν μέσω ραγδαίας μιντιακής στένωσης στην κάλυψη των γεγονότων και, τελικά, στην συσκότισή τους. Πάει να δειχθεί και η σύγχυση του Ατόμου ανάμεσα στην βιοτική, υπαρξιακή ανάγκη του και το κάλεσμα της διασημότητας. Κριτικάρεται εν τέλει, ως συνήθως σε μια όψη της φιλμογραφίας του Βαν Σαντ, «η Αμερική», αυτή χαώδης χοάνη συμβάντων που δεν είναι εφικτό να επεξεργαστεί ο κοινός νους – εξού και το σύστημα προτρέπει στην υλιστική ονείρωξη για να μην τρέχουμε με τις λεπτομέρειες.
Όλα αυτά, δεν θα ήθελαν απλά ένα πολύ καλύτερο, πολύ πιο εστιασμένο και πολύ πιο έντονα γραμμένο σενάριο. Θα ήθελαν κι έναν άλλον σκηνοθέτη. Ο Βαν Σαντ έχει καταπιαστεί στο παρελθόν με ανάλογες ιστορίες, άλλοτε καλά (To Die For), άλλοτε εξυπηρετικά (Milk), άλλοτε έξυπνα επίκαιρα (Elephant). Κατά την γνώμη μου, παρότι προφανώς στοιχειωδώς εφοδιασμένος τεχνικά, δεν είναι αυτό το στοιχείο του, αν και ολοφάνερα ρέπει (και) προς τα εκεί. Δεν έχει το στυλ, την ένταση, την σχέση με τον θεατή ή, ακόμα πιο πολύ, την ικανότητα να υπερβεί το πεπερασμένο σενάριο λύνοντας προβλήματα προς όφελος της ταινίας.
Εδώ, στην προσπάθειά του να δώσει μια οπτική όξυνση, καταφέρνει κι ένα ολίσθημα ακόμα πιο ενοχλητικό: Παραθέτει εμβόλιμα εικόνες που μοιάζουν με υλικό εποχής. Ηθικά μιλώντας πρόκειται για μια νόσο που ο Όλιβερ Στόουν κάποτε (στο συναρπαστικό J.F.K.) μετέτρεψε σε επιδημία άξια ποινικής ευθύνης. Χωρίς διευκρίνιση δεν δικαιούται κανείς να ντεκουπάρει/αρμόζει μυθοπλασία με αυθεντικό υλικό, εκτός βέβαια εάν υπακούει σε νόμους προπαγάνδας, όπου και ορίζεται ως ορθό ότι γουστάρουμε ως βοηθητικό στην εξιστόρησή μας αδιαφορώντας για το αν το ένα είναι γεγονός και το άλλο σκηνοθετημένη σκηνή. Δεν μπορώ να γνωρίζω εάν και που ο Βαν Σαντ παράχωσε και μερικά πλάνα εποχής στην αναπαράστασή του, άλλωστε εδώ επί της αρχής υπάρχει πρόβλημα, το δράμα δεν έχει τις διαστάσεις εκ βάθρων αναθεωρητισμού που έχει η ταινία του Στόοουν. Ωστόσο, (για την οπτική ποικιλία; για την ένεση αυθεντικότητας; γιατί ήλπισε σε κοινό με δυσκολία στην συγκέντρωση; ) το κόλπο μπήκε στο έργο. Στο τέλος πάντως, όπως πάμπολλοι έχουν διαπράξει, η ταινία δείχνει και αυθεντικές εικόνες εποχής, κατά τη γνώμη μου σχεδόν πάντοτε εσφαλμένα, αφ’ ενός γιατί μαρτυρά την χολιγουντιανοποίηση (ο πραγματικός απαγωγέας ήταν σαν τον Βλάσση Τσάκα που κάποτε θα έφερνε πετροδολάρια στον Παναθηναϊκό, όχι φωτογενής δίμετρος) όμως και επειδή είναι σαν να σου λέει, κατακόκκινη από συστολή, «να, όσα έδειξα έγιναν, αλήθεια είπα!». Πώς να αγαπήσεις μια ταινία που δεν πιστεύει στον εαυτό της;
Η οποία, μ’ όλες της τις προσπάθειες, την επιμελή φωτογραφική παλέτα της, τις διάσπαρτες νύξεις και τις προσεγμένες ερμηνείες (προεξάρχοντος Ντέικερ Μοντγκόμερι, εκτιμώ) δεν παύει να παραπέμπει στην Σκυλίσια Μέρα, εξού και η παρουσία Πατσίνο (η οποία όμως θυμίζει ότι ήταν πρωτοφανής, ενώ ο Μπιλ Σκάρσγκαρντ είναι μοναχά φιλότιμος, επαρκής), ωστόσο η ταινία του Λουμέτ είπε μια ενίοτε σπαρακτική ιστορία που δεν ξεχάσαμε ποτέ, τούτο ήδη αναμετριέται με την τηλεοπτική true crime λήθη.





_1581_107781345_type11793.jpg)




