Dune: Μέρος Δεύτερο - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Dune: Μέρος Δεύτερο

Dune: Part Two

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2024
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ, Καναδάς
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντενί Βιλνέβ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τζον Σπέιτς, Ντενί Βιλνέβ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τιμοτέ Σαλαμέ, Ζεντάγια, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Χαβιέ Μπαρδέμ, Όστιν Μπάτλερ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Φλόρενς Πιου
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Γκρεγκ Φρέιζερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Χανς Ζιμερ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 166'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    Dune: Μέρος Δεύτερο

Το «Dune: Μέρος Δεύτερο» είναι το θεαματικό «μπαχαρικό» που τιμά ένα θρυλικό βιβλίο και δικαιώνει τις διαστάσεις της μεγάλης οθόνης. Αν το πρώτο μέρος ήταν το μυστικιστικό ορεκτικό, ο Ντενί Βιλνέβ σας έχει στρώσει εδώ το τολμηρό, κυρίως γεύμα.

Από τον Πάνο Γκένα

Τρία χρόνια μετά την πρώτη κινηματογραφική απόβαση και ύστερα από μία ακόμη αναβολή (αρχική ημερομηνία εξόδου της ταινίας ήταν οι αρχές Νοέμβρη 2023), ο Ντενί Βιλνέβ επιστρέφει σε έκπτωτους Οίκους, αχανείς ερήμους, αυτοεκπληρούμενες προφητείες και εξουσιομανείς δολοπλοκίες. Στο δεύτερο κινηματογραφικό ταξίδι του στο «Dune» διευρύνει οπτικά τον εκτενή κόσμο του Φρανκ Χέρμπερτ, παραμένει πιστός σε ένα σινεμά που «αναπνέει» αποκλειστικά στις διαστάσεις της μεγάλης οθόνης και - κυρίως - παραδίδει ό,τι υποσχέθηκε: μία συνέχεια γεμάτη δράση, τόση που πολλές φορές νιώθεις την άμμο του Αρράκις να σου μαστιγώνει το πρόσωπο σαν άλλος Φρέμεν.

Εξόριστος στην άγονη γη ενός πλανήτη που δεν θυμίζει την βροχερή πατρίδα του Κάλανταν, ο Πολ (Τιμοτέ Σαλαμέ) αναζητά μία νέα οικογένεια στον ντόπιο πληθυσμό, όσο συνθέτει ένα σχέδιο εκδίκησης για τον αφανισμό του Οίκου των Ατρειδών. Ως άλλος Ορέστης, αλλά με μία μητέρα που παραπέμπει περισσότερο σε Ιοκάστη, θα ακολουθήσει μοιρολατρικά κι απρόθυμα μία επικίνδυνη πορεία, θα ερωτευτεί την μαχητική Τσάνι (Ζεντάγια) και θα αποδεχθεί έναν ηγετικό ρόλο στο μεγάλο, συμπαντικό σχέδιο που (του) όρισαν κάποιοι άλλοι. 

«Όποιος ελέγχει το μπαχαρικό, ελέγχει τα πάντα» ακούγεται στην εισαγωγή της ταινίας από την μπάσα, ρομποτική φωνή ενός Σάρντοκαρ. Παραφράζοντας το παραπάνω, όποιος ελέγχει το όραμα και την ουσία ενός τίμιου μπλοκμπάστερ, ελέγχει τα πολυπόθητα ταμεία, αλλά και τη συλλογική φαντασία του κοινού. Ο Ντενί Βιλνέβ κάνοντας με το «Dune» (κινηματογραφική) πραγματικότητα το όνειρο των παιδικών του χρόνων, επιτυγχάνει την επιστροφή του κοινού σε μία διαφορετική εποχή, όταν οι εμπορικές ταινίες λειτουργούσαν ως αποδραστικά μέσα σε έναν «άλλο» κόσμο, τότε που οι «Άρχοντες», τα «Χάρι Πότερ» και τα «Star Wars» μετουσιώνονταν δικαίως σε αξιόλογα σημεία ποπ αναφοράς. Με δεδομένη την διεξοδική και δεξιοτεχνική του αντίληψη στο world building, ζωντανεύει εδώ με φαντασία, καλαισθησία και πληρότητα τη λογοτεχνική ανθρωπογεωγραφία του Χέρμπερτ, χωρίς όμως να ξεφεύγει από την δική του κινηματογραφική γλώσσα. Κάτι που αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι.

Το δεύτερο «Dune» όσο κι αν σέβεται την πηγή του, παραμένει ολοκληρωτικά μία ταινία του Βιλνέβ: υπαγορεύεται από το οπτικό συντακτικό του, αυτό των μεγάλων σκηνογραφικών όγκων και των κοντινών εκφραστικών προσώπων που υπερθεματίζουν τον ρεαλισμό ή την καλλιέπεια, απέναντι στην λοξότητα των ιδεών του Χέρμπερτ. Η πρώτη σκηνή μονομαχίας Φρέμεν και στρατιωτών Χαρκόνεν θυμίζει πως πίσω από την κάμερα βρίσκεται ο σκηνοθέτης του «Sicario», η φεμινιστική εμφατικότητα της πλοκής φέρνει στο νου το «Πολυτεχνείο», τα οικογενειακά βάρη των Ατρειδών το «Μέσα από τις Φλόγες». Φυσικά εδώ, όπως αναμενόταν, όλα βρίσκονται σε ένα άλλο volume υπηρετώντας το κρεσέντο μιας διαστημικής όπερας. Αν το προηγούμενο φιλμ σας φάνηκε αργόσυρτος πρόλογος, εδώ θα μείνετε αποσβολωμένοι απέναντι σε θεαματικές σεκάνς: τον Πολ να τιθασεύει τα υπόγεια σκουλήκια του Αρράκις, τον Φέιντ-Ράουθα να μονομαχεί σε «ρωμαϊκές» αρένες, τους Φρέμεν απέναντι στον στρατό του Αυτοκράτορα λίγο πριν το φινάλε. 

Από την άλλη, μέσα στην πληθώρα των διαφορετικών προσωπικοτήτων και περιβαλλόντων που κοσμούν το «Dune», η ταινία αφιερώνει περιέργως ένα σεβαστό μέρος (ολόκληρη την πρώτη ώρα) στην μονοχρωματική (είπαμε ρεαλισμός) έρημο και διαχειρίζεται δυσανάλογα τις θεματικές, τους τόπους και τους χαρακτήρες που έπονται στη συνέχεια. Έτσι, οι Φρέμεν μονοπωλούν την αφήγηση, όσο οι υπόλοιποι (Πριγκίπισσα Ιρουλάν, Αυτοκράτορας, Λαίδη Μάργκο, Βαρόνος Χαρκόνεν, Φέιντ-Ράουθα) περιορίζονται σε μικρής διάρκειας (και για κάποιους cameo) εμφανίσεις. Βεβαίως και ξεκινάμε με την παραδοχή πως ο Αρράκις είναι ο «πρωταγωνιστής» του «Dune», αλλά η εικόνα στο σινεμά απαιτεί διαφοροποιήσεις σε περιεχόμενο και ρυθμό, πολύ περισσότερο εδώ που έχεις τέτοιο πλούτο. Επίσης ο σκηνοθέτης, μαζί με τον συν-σεναριογράφο Τζον Σπέιτς, δεν επιχειρούν το αντίστοιχο χρονικό άλμα του βιβλίου, με αποτέλεσμα μία βασική ηρωίδα, ένα εκλεπτυσμένο οξύμωρο που εκπροσωπεί την ψυχοτροπικών διαθέσεων γραφή του Χέρμπερτ, να υπονομεύεται έντεχνα με voice overs (είπαμε, περιορισμός της λοξότητας). 

Ομολογώ πως τα παραπάνω, όμως, είναι πταίσματα, μπροστά στην μεγάλη εικόνα. Αυτό που παραμένει διαυγές και άξιο αναφοράς είναι πως ο Βιλνέβ καταφέρνει με επιτυχία αυτό που για κάποιους φαινόταν «ακατόρθωτο», αυτό που δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν ούτε ο Αλεχάντρο Χοδορόφσκι το 1974 (αναζητήστε το ντοκιμαντέρ «Jodorowsky's Dune», 2013), ούτε ο μέγιστος Ντέιβιντ Λιντς, 10 χρόνια μετά. Στην προβληματική διαχείριση ανάπτυξης των παραπάνω χαρακτήρων, ο σκηνοθέτης έχει τις λύσεις κι ανταπαντά με ένα εκλεκτό καστ νέων προσώπων (Φλόρενς Πιου, Κρίστοφερ Γουόκεν, Λεά Σεϊντού, ο αγνώριστος Όστιν Μπάτλερ) σε συνδυασμό με αξιομνημόνευτες, δυνατές εικόνες. Ο Βιλνέβ ξέρει πως να αφήνει γερό αποτύπωμα στον αμφιβληστροειδή και με σύμμαχο την εμπνευσμένη ενδυματολογία / καλλιτεχνική διεύθυνση, περιβάλλει και περιποιείται τις νέες προσθήκες της διανομής. Κορυφαία στιγμή το αποχρωματισμένο Κολοσσαίο του Φέιντ-Ράουθα κάτω από τα ρόρσαχ-πυροτεχνήματα και τις σινεφίλ αναφορές σε Λένι Ρίφενσταλ, όπου η κοφτερή οξύτητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας πλαισιώνει ιδανικά τη νοσηρή ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα και της οικογένειας Χαρκόνεν.

Πέρα από την δράση και την εικαστική μεγαλοπρέπεια της ταινίας, το σημαντικό είναι πως ο Βιλνέβ προσπερνά τον μεγαλύτερο - και πιο επικίνδυνο - σκόπελο του «Dune: Μέρος Δεύτερο». Εδώ, η πλοκή του βιβλίου (πρώτη έκδοση 1965) ναρκοθετεί το σενάριο με ριψοκίνδυνες ιδέες, επίκαιρες 60 χρόνια μετά. Ένας λευκός Μεσσίας, ο ανεξέλεγκτος θρησκευτικός φονταμενταλισμός, μία επερχόμενη τζιχάντ και ένας επικείμενος Ιερός Πόλεμος βρίσκονται στον πυρήνα του σίκουελ (και της - ελπίζουμε - τρίτης ταινίας). Ο Βιλνέβ περπατά σε τεντωμένο σκοινί και βρίσκει τρόπους να αναδείξει και ταυτόχρονα να υπονομεύσει, όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ως προβληματικά. Σ' αυτό τον βοηθά πολύ το καστ, με τις προφανείς εντάσεις και τα υπόγεια βλέμματα, να υποστηρίζουν την αμφισημία. Ειδική αναφορά στην ερμηνεία της Ζεντάγια, που μετά την σύντομη εμφάνισή της στο πρώτο μέρος (δικαιολογημένη λόγω του βιβλίου), εδώ επωμίζεται τη «λογική κι ευαισθησία» της ταινίας. Κάθε της έκφραση δηλώνει τον έρωτα και ταυτόχρονα την αμφιβολία στην μεσσιανική καταβολή του Πολ. Διόλου τυχαία, το πρόσωπό της είναι που «κλείνει» την ταινία.

Στο τεχνικό κομμάτι, το  «μελάνζ» συνεχίζει να ρέει άφθονο μετά τα 6 Όσκαρ του «Πρώτου Μέρους». Ο Πατρίς Βερμέτ σκηνο...γραφεί το αρχαίο, γήινο, ηλιοκαμμένο παρελθόν του Αρράκις κόντρα στην τεχνολογικά αναπτυγμένη, ερεβώδη κουλτούρα των Χαρκόνεν, η Ζακλίν Γουέστ εξυπνεί με ιερά πέπλα το μυστήριο της γυναικείας αδελφότητας των Μπένε Τζέζεριτ και υπογραμμίζει την ασφυξία της Πριγκίπισσας Ιρουλάν με στενές κουκούλες ή σκληρές προσωπίδες, ενώ ο Χανς Ζίμερ «προσγειώνει» τον εκκωφαντικό θόρυβο με το αγαπημένο του (από τις εποχές «Μονομάχου») αρμένικο ντουντούκ, την ώρα που αποτίνει φόρο τιμής στον Vangelis. Ο Όστιν Μπάτλερ, φρέσκος μετά τον «Elvis» και στον ρόλο που είχε αναλάβει ο Στινγκ στην ταινία του Λιντς, είναι αρκούντως απειλητικός ως Φέιντ-Ράουθα προβάλλοντας την αποτριχωμένη, καθαρότητα των Χαρκόνεν. Λειτουργεί εξαιρετικά ως αντίπαλο δέος στον Πολ Ατρείδη του διεκπεραιωτικού Τιμοτέ Σαλαμέ τόσο οπτικά, όσο και ιδιοσυγκρασιακά. Ο Χαβιέ Μπαρδέμ προσφέρει μερικές καλοδεχούμενες χιουμοριστικές ανάσες στο ρόλο του θρησκόληπτου Στίλγκαρ (συνήθως το χιούμορ δεν χωρά στις ταινίες του Βιλνέβ), η Ρεμπέκα Φέργκιουσον εξελίσσεται σε μία απρόβλεπτη Μητέρα, η Λεά Σεϊντού στον ελάχιστο χρόνο της υιοθετεί τα θέλγητρα μιας femme fatale, αλλά ο Κρίστοφερ Γουόκεν - παρά το αδιαμφισβήτητο coolness - ξεθωριάζει δυστυχώς την επιβλητική παρουσία του Αυτοκράτορα λόγω φυσικής κατάστασης.

Το νέο ταξίδι στο «Dune» είναι θεαματικό, αναμενόμενα εντυπωσιακό και ιδεολογικά προκλητικό. Ο Ντενί Βιλνέβ επιστρέφει στο απαράμιλλο έπος του Χέρμπερτ, τιμά την εικονογραφία της επιστημονικής φαντασίας και παραδίδει την μεγαλύτερη (μεταφορικά και κυριολεκτικά) ταινία της καριέρας του. Βγάλτε «διαβατήριο» για την μεγαλύτερη οθόνη που θα βρείτε και προσευχηθείτε μαζί μας να εμφανιστεί σε λίγα χρόνια ο… «Μεσσίας».

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Dune: Μέρος Δεύτερο
  • Dune: Μέρος Δεύτερο