Ο πρωταγωνιστής της ταινίας «A Poet», που προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους από την Πέμπτη 28 Μαϊου, μίλησε αποκλειστικά στο cinemagazine.gr για την εμπειρία του από την ταινία.
Ο Ουμπέιμαρ Ρίος έκλεψε τις εντυπώσεις χάρη στην αξιέπαινη ερμηνεία του στην ταινία «A Poet» του Κολομβιανού σκηνοθέτη Σιμόν Μέσα Σότο. Το ακόμα πιο εκπληκτικό, όμως, είναι ότι ο Ρίος δεν είχε την παραμικρή κινηματογραφική εμπειρία πριν τη συγκεκριμένη ταινία, καθώς βιοπορίζεται ως καθηγητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η αβίαστη ερμηνεία του, εντούτοις, τον ανέδειξε και του έφερε το βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Λατινικής Αμερικής του Μπιαρίτζ, μαζί με εγκωμιαστικά σχόλια από τους κριτικούς ανά τον κόσμο.
Ο Ρίος βρέθηκε στην Ελλάδα ως προσκεκλημένος του 10ου Ισπανόφωνου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – FeCHA, του οποίου το «A Poet» ήταν η ταινία λήξης. Είχαμε τη χαρά να του απευθύνουμε ορισμένες ερωτήσεις για την εμπειρία του από την πρώτη του αυτή ταινία. Μπορείτε να διαβάσετε τι μας είπε παρακάτω, και μην παραλείψετε να δείτε την εξαιρετική ταινία όπου πρωταγωνιστεί, κι η οποία θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες την Πέμπτη 28 Μαϊου, σε διανομή Filmtrade και Tanweer.
Πώς προετοιμαστήκατε ψυχολογικά για να ενσαρκώσετε έναν άνθρωπο τόσο βαθιά απογοητευμένο και ευάλωτο όσο ο Όσκαρ Ρεστρέπο;
Όταν μου παρέδωσαν το τελικό σενάριο, έναν μήνα πριν από τα γυρίσματα, θέλησα να δημιουργήσω μια βαθιά, εσωτερική σχέση ανάμεσα στον χαρακτήρα και σε μένα—δηλαδή, να γίνουμε ένα. Έτσι, ψυχολογικά μιλώντας, άρχισα να νιώθω τον Όσκαρ στην καθημερινότητά μου, και αυτό ήταν εξαιρετικά έντονο λόγω της κατάθλιψης, των καταχρήσεων, αλλά και της γενικότερης δυσλειτουργικότητάς του. Άρχισα να δένομαι με αυτόν τον άνθρωπο και ήθελα τα συναισθήματα που θα προβάλλονταν στην οθόνη να ανήκουν στον Όσκαρ και όχι σε μένα· για να το πετύχω αυτό, χρειάστηκε τεράστια αφοσίωση, μελέτη και ψυχικό δόσιμο. Δεν ήταν εύκολο να φτάσω στο σημείο να μην υποκρίνομαι, αλλά να νιώθω και να ζω τον χαρακτήρα. Σε αυτή τη διαδικασία, όμως, ήταν καθοριστικές και οι οδηγίες του σκηνοθέτη Σιμόν Μέσα Σότο.
Ποια στοιχεία του χαρακτήρα νιώσατε ότι σας συνδέουν προσωπικά με τον Όσκαρ;
Βασικά, το ότι και οι δύο αγαπάμε την ποίηση, είμαστε και οι δύο καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μας αρέσει το ποτό, καθώς και μια συγκεκριμένη ευγένεια που είχε ο Όσκαρ, η οποία σιγά-σιγά με κέρδισε και με αγκάλιασε.
Ο ήρωας της ταινίας κινείται ανάμεσα στην ποίηση, την αποτυχία και την ανάγκη για αναγνώριση. Πώς προσεγγίσατε αυτή την εσωτερική σύγκρουση ως ηθοποιός;
Στον ρόλο μου ως ηθοποιός, δεν μπορούσα να εφησυχάσω ούτε να χάσω τον ενθουσιασμό μου, παρά την περίπλοκη προσωπικότητα του Όσκαρ και τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Έτσι, μπήκα 100% στην ιστορία: την υπέφερα, τη βίωσα και τη σκέφτηκα με τέτοιο τρόπο, που καθετί που συνέβαινε στον Όσκαρ το θεωρούσα απόλυτη αλήθεια.
Τι σας τράβηξε περισσότερο στο σενάριο του Σιμόν Μέσα Σότο όταν διαβάσατε για πρώτη φορά το «A Poet»;
Το πόσο καλογραμμένο ήταν το σενάριο. Με αιχμαλώτισε αμέσως. Οι ανθρώπινες σχέσεις, οι τόσο καθηλωτικοί χαρακτήρες και η ιστορία γενικότερα, από την οποία ξεχειλίζουν τα συναισθήματα.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και τη μελαγχολία. Πόσο δύσκολο ήταν να διατηρήσετε αυτή την ισορροπία στην ερμηνεία σας;
Για μένα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η εμπειρία έμοιαζε περισσότερο με τραγωδία παρά με οτιδήποτε άλλο. Ωστόσο, η ισορροπία επιτυγχάνεται όταν ο ηθοποιός δεν προσπαθεί επίτηδες να βάλει χιούμορ για να προκαλέσει το γέλιο, αλλά αφήνει τις ίδιες τις καταστάσεις να οδηγήσουν οργανικά σε αυτό. Προφανώς, στα γυρίσματα υπήρξαν στιγμές κλάματος και στιγμές γέλιου, αλλά ήμασταν πάντα απόλυτα συγκεντρωμένοι σε αυτό που έπρεπε να κάνουμε.
Ποια ήταν η πιο απαιτητική ή συναισθηματικά φορτισμένη σκηνή για εσάς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Είναι δύσκολο να διαλέξω μόνο μία σκηνή, ωστόσο η τελευταία αγκαλιά με την Ντανιέλα στην τελική σκηνή ήταν συγκλονιστική, καθώς βγήκαν στην επιφάνεια και οι δικοί μου προσωπικοί πόνοι, ειδικά με την παρουσία του θανάτου. Μια άλλη πολύ σκληρή σκηνή είναι όταν ο Μάικολ, ο αδελφός της Γιουρλάντι, καταδιώκει τον Όσκαρ σε ένα τρελό κυνηγητό· εκεί απαιτήθηκε τεράστια σωματική προσπάθεια.
Ο Όσκαρ μοιάζει να εκπροσωπεί πολλούς καλλιτέχνες που αισθάνονται «αόρατοι». Πιστεύετε ότι η ταινία μιλά συνολικά για τη θέση της τέχνης στη σημερινή κοινωνία;
Με κάποιον τρόπο, το έργο σε κάνει να αναλογιστείς τον ρόλο της τέχνης και, κυρίως, την επίδραση των ελίτ στις καλλιτεχνικές εκφράσεις. Η Ποίηση, για παράδειγμα, δεν ανήκει μόνο σε λίγους, ανήκει σε όλους. Παράλληλα, αποτυπώνεται η πραγματικότητα που επικρατεί σε ορισμένες χώρες, όπου ο καλλιτέχνης υποτιμάται, δεν αναγνωρίζεται η αξία του και τον βλέπουν αφ’ υψηλού. Μας αφήνει να προβληματιζόμαστε για το τι σημαίνει να δημιουργείς τέχνη έχοντας κατά νου το κοινό.
Πώς εξελίχθηκε η συνεργασία σας με τη νεαρή συμπρωταγωνίστριά σας κατά τη δημιουργία της σχέσης μέντορα–μαθήτριας στην ταινία;
Η Ρεμπέκα Αντράντε είναι ένα εξαιρετικά ευφυές κορίτσι και είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε πρόβες δύο μήνες πριν από τα γυρίσματα, γεγονός που μας βοήθησε πολύ να γνωριστούμε. Παραδόξως, ήξερε όλο το σενάριο απέξω, κάτι που διευκόλυνε απίστευτα τις πρόβες και το γύρισμα. Υπήρξε βαθιά ενσυναίσθηση μεταξύ μας και, θα έλεγα, υποδειγματικός επαγγελματισμός.
Έχετε δηλώσει ότι προερχόσασταν από διαφορετικό επαγγελματικό χώρο πριν την υποκριτική. Πώς επηρέασε αυτή η προσωπική διαδρομή την προσέγγισή σας στον ρόλο;
Αυτό με επηρέασε θετικά. Για παράδειγμα, όπως και ο Όσκαρ, έτσι κι εγώ νιώθω «αποτυχημένος» στη Λογοτεχνία—καθώς στην πορεία μου κέρδισα κάποτε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό χριστουγεννιάτικου διηγήματος του πολιτιστικού κέντρου Sixto Arango Gallo, αλλά μετά από αυτό δεν υπήρξε συνέχεια για μένα στον λογοτεχνικό χώρο. Επιπλέον, είμαι ο διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης στο Ριονέγρο της Αντιόχειας, και αυτό με βοήθησε πολύ στο χτίσιμο του χαρακτήρα, όπως ακριβώς και οι εμπειρίες μου στον κόσμο της τέχνης και της εκπαίδευσης.
Μετά την ανταπόκριση που είχε το «A Poet» σε φεστιβάλ και κοινό, τι κρατάτε περισσότερο από αυτή την εμπειρία ως άνθρωπος και ως ηθοποιός;
Πρώτον, σήμερα πλέον εκτιμώ απεριόριστα τους ηθοποιούς, καθώς έζησα αυτή την εμπειρία και είναι κάτι το εντυπωσιακό· επίσης, ήταν μοναδικό το να γνωρίσω τα παρασκήνια και τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Χάρη στην ταινία «Ένας Ποιητής», μπόρεσα να ταξιδέψω σε διάφορες χώρες του κόσμου και να βρεθώ στην Ελλάδα—τι μεγάλη ευτυχία! Γνώρισα τόσους υπέροχους ανθρώπους. Εκτιμώ βαθιά το ότι μπορώ να κάνω τόσο διαφορετικά πράγματα σε αυτή τη φάση της ζωής μου.









