Ό Ματ Ντέιμον παραδίδει την ερμηνεία της ζωής του στην εντυπωσιακή διασκευή του ομηρικού έπους που πραγματοποιεί ο Κρίστοφερ Νόλαν, θυμίζοντάς μας με αυτήν αρκετές από τις αρετές και τα μειονεκτήματα του μεγάλου σινεμά το οποίο με τόσο πάθος υπηρετεί.
Για έναν κατεξοχήν λάτρη του υπερθεάματος, των ανορθόδοξων αφηγήσεων και της φαντασμαγορικής σύμπραξης πραγματικότητας και μυθοπλασίας, όπως είναι ο Κρίστοφερ Νόλαν, μια φιλόδοξη κινηματογραφική μεταφορά σε ένα από τα πιο αρχετυπικά και επιδραστικά κείμενα της ανθρωπότητας ήταν ζήτημα χρόνου μέχρι να συμβεί.
Ο Βρετανός δημιουργός του «Οπενχάιμερ», του «Σκοτεινού Ιππότη» και του «Inception» μοιράζεται, άλλωστε, εκλεκτικές συγγένειες με το θαυμαστό έπος του Ομήρου, όχι μόνο σε επίπεδο διαστάσεων και μεγαλόπνοης διάθεσης όσο και σε θεματική συνάφεια. Ανατρέχοντας κανείς στην «Οδύσσεια» συναντά βασικά στοιχεία που συνέθεσαν το μέχρι τώρα έργο του Νόλαν: από την ιδέα του ανθρώπου που τολμά να αψηφήσει θεούς και δαίμονες και το μοτίβο του ήρωα ο οποίος, παράλληλα με τα κατορθώματά του, αγωνίζεται να μην συντριβεί υπό το βάρος της συλλογικής ευθύνης που κουβαλά, μέχρι τη σύνθετη λειτουργία της μνήμης, τη χειραγώγηση του χρόνου και την έννοια της αφήγησης ως μιας περίτεχνης διαδικασίας η οποία εκτυλίσσεται την ίδια ώρα που στοχάζεται για την ίδια της την υπόσταση, σχεδόν όλες οι ταινίες του Νόλαν καθρεφτίζονται με κάποιο τρόπο στις εξιστορήσεις του Έλληνα ραψωδού.
Ο Νόλαν έχει πετύχει να βρει στο παρουσιαστικό του Ματ Ντέιμον έναν πολυδιάστατο, ηρωικό μα και βαθιά μελαγχολικό Οδυσσέα
Παθιασμένος αρχιτέκτονας αυτής της κινηματογραφικής «Οδύσσειας», ο Νόλαν έγραψε μόνος και το σενάριό της, παραμένοντας σε αδρές γραμμές πιστός στον ομηρικό στίχο και καταφεύγοντας σε κάποιες αναγκαίες επιλογές προκειμένου να εξυπηρετήσει καλύτερα τη ροή της διήγησης και την υποχρεωτική σύμπτυξή της στα όρια ενός κινηματογραφικού έργου. Κάποια μικρότερης εμβέλειας περιστατικά έχουν απαλειφθεί, κάποια άλλα έχουν συμπυκνωθεί χρονικά, η πανταχού παρούσα στον Όμηρο θεϊκή παρέμβαση εδώ παραμένει ως επί το πλείστον εκτός κάδρου ενώ ο θεμελιώδης μηχανισμός της δράσης, που θέλει τον ίδιο τον Οδυσσέα να διηγείται αναδρομικά τις δοκιμασίες που τον οδήγησαν περιπλανώμενο και έκπτωτο μακριά από την πατρίδα του, δεν λαμβάνει χώρα στο νησί των Φαιάκων αλλά ενώπιον της Καλυψώς. Όσο για τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ήρωες, αυτή ξενίζει μεν στην κάπως αναχρονιστική και σαφώς πιο εκλαϊκευμένη μορφή με την οποία εκφέρεται στην ταινία, ενδεχομένως όμως έχει επιλεγεί προκειμένου να κάνει το έργο πιο εύκολα αντιληπτό στους νεώτερους θεατές.
Από εκεί και πέρα, όσο υπερφυσικά κι αν είναι τα αδραγαθήματα του Οδυσσέα και των συντρόφων του, ο Νόλαν προτιμά να τα αντιμετωπίσει με τρόπο ρεαλιστικό και όσο το δυνατόν πιο «προσγειωμένο», εναρμονίζοντας πλήρως τα στοιχεία του φανταστικού με το μυθολογικό σύμπαν της ταινίας - ένα σύμπαν που σείεται από την οργή των θεοτήτων, των απόκοσμων πλασμάτων που το κατοικούν, των αφιλόξενων στεριών και θαλασσών που το περιβάλλουν, των φαντασμάτων και των νεκρών που κουβαλούν σκοτεινούς οιωνούς, των βαρβαρικών επιδρομών που καθαγιάζονται κάθε φορά στο όνομα ευγενών σκοπών.
Όσο εκθαμβωτική κι αν είναι η «Οδύσσεια» ως παραγωγή και ως κινηματογραφικό αξιοθέατο, τόσο άνιση προκύπτει σε επιμέρους σημεία της
Ο Νόλαν έχει πετύχει επίσης να βρει στο παρουσιαστικό του Ματ Ντέιμον έναν πολυδιάστατο, ηρωικό μα και βαθιά μελαγχολικό Οδυσσέα, πλαισιώνοντάς τον με ερμηνευτικές επιλογές άλλοτε επιτυχείς (όπως η Αν Χάθαγουεϊ στο ρόλο της Πηνελόπης ή ο Τζον Λεγκουιζάμο σε εκείνον του τυφλού Εύμαιου), άλλοτε σχηματικές (όπως ο Ρόμπερτ Πάτινσον ως δολοπλόκος μνηστήρας Αντίνοος), άλλοτε διακοσμητικές (η Ζεντάγια ως Θεά Αθηνά) και άλλοτε πραγματικά εμπνευσμένες (όπως η Σαμάνθα Μόρτον που κλέβει την παράσταση υποδυόμενη την Κίρκη).
Όσο εκθαμβωτική κι αν είναι παρ' όλα αυτά η «Οδύσσεια» ως παραγωγή και ως κινηματογραφικό αξιοθέατο, τόσο άνιση προκύπτει σε επιμέρους σημεία της. Αυτό οφείλεται καταρχάς στη συχνά ψυχαναγκαστική ανάγκη του Νόλαν να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα μέσα στην ίδια πλοκή, φορτώνοντας για ώρα την ταινία με συμβάντα, χαρακτήρες και ονόματα προτού τη σπρώξει να βρει τελικά τον δρόμο της και το σωστό της τέμπο.
Κάπου εδώ, όμως, είναι που επιβεβαιώνεται ξανά ο Κρίστοφερ Νόλαν ως ένας στομφώδης δημιουργός ο οποίος όσο κι αν αναγνωρίζει τις ψυχαγωγικές και ανακουφιστικές ιδιότητες του θεάματος, άλλο τόσο τούς αντιστέκεται. Με την «Οδύσσεια» μπορεί να έχει στη διάθεσή του ίσως το πιο συναρπαστικό παραμύθι που υπήρξε ποτέ, αντί ωστόσο να του αφεθεί πλήρως, να αγκαλιάσει τις πιο παιχνιδιάρικες και ξέγνοιαστες παραμέτρους του, ο Νόλαν αδειάζει επάνω του τον κομπασμό που τον διακρίνει ως σκηνοθέτη και την ανάγκη εξυπηρέτησης των μεγαλόσχημων ιδεών που έχει στο μυαλό του, υπενθυμίζοντας για ακόμη μια φορά ότι το χιούμορ και η ειρωνεία δεν ανήκουν στο κινηματογραφικό του λεξιλόγιο.
Καθώς η ταινία κορυφώνεται, με την πολυπόθητη επιστροφή στην Ιθάκη και την αιματηρή τιμωρία των μνηστήρων, φαίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρη η επιθυμία του Νόλαν για μια λιγότερο ηρωική και περισσότερο πένθιμη ανάγνωση του ομηρικού έπους, με σαφείς παραλληλισμούς στο σήμερα, που να απομυθοποιεί το απλησίαστο μέγεθος των θρύλων, να οικτίρει τη ματαιότητα και τις αιμοσταγείς συνέπειες κάθε πολέμου και να υπενθυμίζει ότι το πεπρωμένο της ανθρωπότητας είναι να επαναλαμβάνει τα μοιραία λάθη της. Όλα αυτά, ο σκηνοθέτης τα παραθέτει με πλείστη σοβαροφάνεια, εγκλωβίζοντας συχνά την «Οδύσσειά» του στο σχήμα ενός βαρύθυμου υπαρξιακού δράματος αντί για το αιθέριο σινεμά φυγής και δέους που θα έπρεπε καθ' όλη τη διάρκειά του να είναι.









