Beast
Beast
Ένας πρώην πρωταθλητής του ΜΜΑ επιστρέφει μετά από μια δεκαετία στην ενεργό δράση για να αγωνιστεί εναντίον αυτού που ευθύνεται για τον θάνατο του αδελφού του στο «κλουβί». Αξιοπρεπής «ταινία Ρόκι» που σέβεται την συνταγή αλλά και δεν την τροποποιεί ποτέ. Κάποια πράγματα δεν επαναλαμβάνονται.
Η «ταινία Ρόκι», χαρακτηρισμός που μπορούμε σχετικά εύλογα να εναποθέσουμε στις πλάτες του Σιλβέστερ Σταλόνε, προϋπήρχε με την έννοια του underdog που προσπαθεί να βρει μια λύτρωση κι ένα έρεισμα στη ζωή του. Δεν έγινε καθαρότερα και αποτελεσματικότερα όμως ποτέ από το 1976 – κι εν μέρει σε κάποια σίκουελ, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου Creed. Το αφηγηματικό της σχήμα, ο τρόπος της αν προτιμάτε, είναι (συνήθως, όχι πάντα) αυτός ενός αντιήρωα στον δρόμο ενός κατορθώματος, αντιήρωα οδηγούμενου εκ των έσω από δυνάμεις που ξεφεύγουν επίκτητων συμπεριφορών και ορίζονται από την ιδιοσυγκρασία και το ριζικό του. (Εξού εδώ και η σαφήνεια του τίτλου, όπως παλαιότερα και του Warrior, μια περίπτωση ταινίας που μοιάζει να είναι ταινία της ίδιας συνταγής αλλά δεν είναι.) Η συνταγή προϋποθέτει μια σειρά από δεδομένα που πρόκειται να ανατραπούν όταν μια μεγάλη ευκαιρία (ισοδύναμη ευκαιρίας λύτρωσης) έρχεται στον διάβα του (αντι)ήρωα και αυτός καλείται να απαντήσει στις συνθήκες ολοκληρώνοντας έναν θρίαμβο που δεν είναι απαραίτητα η νίκη, αλλά η αντοχή, το μεταμορφωτικό «παρών» στο τέλος της μάχης.
Ο σχετικά πρωτάρης Τάιλερ Άτκινς, βασισμένος σε μια διόλου πρωτότυπη ιστορία του Ντέιβιντ Φριγκέριο (και σεναριακή συμβολή από τον Ράσελ Κρόου), αξιοποιεί βήμα-βήμα την αρωγή όλων των Ρόκι (κρίσιμα, πλην του πρώτου και αλλοιώνοντας την ουσία του έκτου – των δύο καλύτερων δηλαδή), προσεγγίζει με εντιμότητα στην κατασκευή και τις ερμηνείες κάθε σκηνή και παραδίδει ένα ρυθμικό σύνολο που θα κερδίσει τους φίλους της συνταγής αυτής. Έχει την σχέση με την σύζυγο, την μεταστροφή, την συμβολή και το «win» της (Ρόκι 2, Ρόκι 3), έχει το δέσιμο με τον κόουτς (Ράσελ Κρόου σε λειτουργία Μπέρτζες Μέρεντιθ), τον κακό, το δυστύχημα (όλα Ρόκι 4), το πένθος (στο οποίο η κάκιστη μουσική σύνθεση μοιάζει να θέλει να καταστρέψει την όποια οπτική πειθώ -εδώ έπρεπε να έχει δει καλύτερα το Ρόκι 3-, την εξημέρωση, τον εκπολιτισμό και την working class ατμόσφαιρα που αντλεί από Ρόκι, Ρόκι 5 και ολίγο Cinderella Man, φυσικά το μοντάζ της προπόνησης, και βέβαια τον αγώνα καθ’ αυτόν, με την πειστική του χορογραφία και το βρωμόξυλο που το MMA (Mixed Martial Arts) περιβάλλον επιτάσσει.
Αν συμπαθείς τον κεντρικό χαρακτήρα, η ταινία λειτουργεί.
Εδώ ξεκινούν άλλα προβλήματα. Όχι σχετικά με τον τελευταίο, ο Ντάνιελ ΜακΦέρσον είναι και μια χαρά στον ρόλο του και σε κερδίζει, αλλά με το «αθλητικό» περιβάλλον της ταινίας. Έξω από την λογική της ρωμαϊκής αρένας, που δεν είναι κι αναμενόμενο να έχεις μια αμερικάνικη ταινία να την κριτικάρει (και δεν είναι και προαπαιτούμενο), θα ακουστεί ίσως παράξενο από έναν λάτρη της πυγμαχίας να θεωρηθεί αδύναμο σημείο της δραματουργίας η επιλογή του «κλουβιού» ως χώρου δράσης, επίτευξης και λύτρωσης. Αν και κατανοητά στον μέσο άνθρωπο το να αποκαλεί κανείς την πυγμαχία αρχοντικό άθλημα («ένα βάρβαρο άθλημα για τζέντλμεν», όπως έχει ειπωθεί) δεν είναι αποδεκτό, το κλουβί των μικτών πολεμικών τεχνών είναι κατά την γνώμη μου μια βαρβαρότητα κανονική, πέρα από κάθε όριο. Όχι γιατί δεν υπάρχει τεχνική και ψυχικές απαιτήσεις. Αλλά γιατί η βία της είναι σε προπολιτισμική αγριότητα, διαιτητικά ανεξέλεγκτη (για τον κοινό πυγμαχικό νου) και βέβαια με πλήθος επιπτώσεων στους αθλητές της που δείχνουν (και είναι) απροστάτευτοι. Οι οποίοι σκοτώνονται μεταξύ τους για την τέρψη ενός ανάλογου κοινού – και ίσως για προσωπικούς λόγους του καθενός. Πιθανά προπολιτισμικούς επίσης.
Αν στο παραπάνω προστεθεί η χυδαιότητα προώθησης του προϊόντος, όχι ότι η πυγμαχία ξεφεύγει κι αυτή από τούτο ειδικά την τελευταία 25ετία, έχεις ένα ανθυγιεινό (για τον υπογράφοντα, πάντα) κοκτέιλ αποκτήνωσης (...) που κοντράρει σθεναρά την σχετική ευγένεια του κεντρικού χαρακτήρα και του ζητούμενου της ταινίας. Μ’ άλλα λόγια η μπαλετική χάρη και η ευγένεια (των ιστορικών) της πυγμαχίας (φυσικά κι αναμεσά τους συγκαταλέγονται άνθρωποι που τρώνε αυτιά) εδώ αντικαθίσταται από την παρακολούθηση συνεχόμενων αποπειρών δολοφονίας με τη μάσκα του αθλήματος. Οι λάτρεις θα διαφωνήσουν, ας προσέχω να μην βρεθώ στο διάβα τους.
Ξεπερνώντας αυτό αλλά και το ότι μια επανασυνταγογράφηση άνευ ουσιώδους πειράγματος (δεν λέμε Million Dollar Baby, που αποτελεί μοντερνιστικό αριστούργημα ανατροπής της συνταγής, αλλά έστω Creed) θέλει άπαντα σε διαπασών τελειότητας για να «ξεχάσεις» την μίμηση (Creed 2 δηλαδή), απομένει ένα ακόμα πρόβλημα: Το ότι σε πραγματολογικό επίπεδο η αληθοφάνεια πάσχει και χρειάζεται κάμποση αναστολή δυσπιστίας να συντονιστείς, καθώς δέκα χρόνια εκτός κλουβιού εναντίον του τρέχοντος παγκόσμιου πρωταθλητή δεν πρέπει να δίνουν πάνω από μισό λεπτό αγώνα.
Αν τα καταφέρετε με όλα αυτά, και είστε το κοινό της ταινίας, το σύνολο δεν προδίδει. Κι όπως θα λέγαμε και στο letterboxd και τα έργα με περιορισμένα αστεράκια την δικαιούνται την καρδιά τους.











