15:40
12/11

Όταν ο Ράιαν Γκόσλινγκ μίλησε αποκλειστικά στο ΣΙΝΕΜΑ

Με αφορμή τα σημερινά γενέθλια του ηθοποιού, το cinemagazine δημοσιεύει αποσπάσματα από την αποκλειστική συνέντευξη που είχε δώσει πριν μερικά χρόνια ο Ράιαν Γκόσλινγκ στον Λουκά Κατσίκα.

Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα

Για τα πρώτα του βήματα στον κόσμο του θεάματος

«Η πρώτη μου εμπειρία μπροστά σε κάμερα ήταν στην ηλικία των 12 ετών και στην τηλεοπτική εκπομπή Mickey Mouse Club του καναλιού της Disney. Έμεινα στην εκπομπή για μόλις δύο σεζόν, γιατί από ένα σημείο και έπειτα η δική μου παρουσία άρχισε να περιορίζεται Ήταν προφανές ότι άλλα παιδιά που συμμετείχαν σε αυτήν, χορεύοντας και τραγουδώντας, είχαν σαφώς μεγαλύτερο ταλέντο από εμένα. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά όταν τα παιδιά αυτά ήταν ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, η Μπρίτνεϊ Σπίαρς και η Κριστίνα Αγκιλέρα!

Χάρη στο Mickey Mouse Club έκανα εμφανίσεις σε κάποιες άλλες τηλεοπτικές σειρές, μέχρι που κέρδισα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις ¨Περιπέτειες του Νεαρού Ηρακλή¨. Εξαιτίας όμως της παρουσίας μου σε ψυχαγωγικές εκπομπές οικογενειακού χαρακτήρα, που κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά, για χρόνια δεν μπορούσα να μεταπηδήσω στο σινεμά. Ίσως γιατί όταν έχεις συστηθεί στο κοινό ως ανήλικος ηθοποιός, είναι δύσκολο να πείσεις τον κόσμο ότι φτάνει κάποτε η στιγμή να ενηλικιωθείς.

Αυτό άλλαξε το 2001, όταν ένας σκηνοθέτης ονόματι Χένρι Μπιν με εμπιστεύτηκε να ερμηνεύσω τον νεαρό νεοναζί στην ταινία "The Believer".  Αυτό ήταν! Εντελώς ξαφνικά, από το αγόρι που παρίστανα τον Ηρακλή έγινα το ελπιδοφόρο νέο πρόσωπο. Χωρίς την ταινία αυτή, δεν θα είχα προχωρήσει ούτε βήμα παραπέρα».

Όταν δεν έχω να προσφέρω τίποτα σε ένα ρόλο ή σε μια ταινία, τότε δεν υπάρχει κανένα νόημα να το συζητάμε

Για το «Drive»

«Το σενάριο με συνεπήρε εξαρχής, και αφού μου έδωσαν για πρώτη μου φορά το ελεύθερο να επιλέξω εγώ τον σκηνοθέτη για την ταινία, αυτός που ήθελα ήταν ο Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν, ένας από τους δημιουργούς που είναι ικανοί να δίνουν την δική τους ξεχωριστή φωνή σε κάθε σχέδιο με το οποίο καταπιάνονται. Η πρώτη μας συνάντηση, ωστόσο, κατέληξε σε τραγωδία. Επί δύο ώρες είχα τον Νίκολας απέναντί μου να βαριέται αφόρητα. Δεν μου μιλούσε, ούτε καν με κοιτούσε όταν του απηύθυνα τον λόγο. Αισθανόμουν σαν να έχω βγει σε ραντεβού και όλα πηγαίνουν χάλια και δεν αντέχεις την αμηχανία και θέλεις να τελειώσουν τα πάντα γρήγορα ώστε να γυρίσεις το συντομότερο σπίτι σου.

Μετά από λίγη ώρα αποδείχτηκε, όμως, ότι ο Νίκολας έπασχε από ένα βαρύ κρύωμα και είχε καταναλώσει κάτι ισχυρά αμερικανικά παυσίπονα, από εκείνα που είναι ικανά να σου φέρουν υπνηλία και να σου μουδιάσουν το κεφάλι. Μετά το τέλος του μίτινγκ μου ζήτησε να τον πάω σπίτι του, επειδή δεν οδηγούσε και δεν γνώριζε καλά την πόλη του Λος Άντζελες. Στο αυτοκίνητο επικρατούσε και πάλι η ίδια σιωπή, μια αμηχανία τού να μην ξέρεις τι να πεις και ο Νίκολας είχε διαρκώς καρφωμένο το βλέμμα του στον δρόμο. Για να σπάσω λίγο τον πάγο άνοιξα το ραδιόφωνο και πέτυχα το ¨I Can't Fight This Feeling Anymore¨ των Reo Speedwagon, ένα τραγούδι που μου αρέσει πολύ.

Κάποια στιγμή, ενώ ακούγαμε και οι δυο το τραγούδι, έριξα μια φευγαλέα ματιά και έπιασα με την άκρη του ματιού μου τον Νίκολας να κλαίει. Στο επόμενο λεπτό άρχισε να τραγουδάει τους στίχους φωναχτά! Μόλις τελείωσε, γύρισε και μου είπε αναψοκοκκινισμένος ότι ¨Αυτή είναι η ταινία μας! Ένας μοναχικός άντρας που οδηγεί νύχτα στο Λος Άντζελες και ακούει ποπ μουσική  από τα ‘80ς!¨. Εκείνη την στιγμή που μίλησε ήταν σαν να δίνει φωνή σε αυτό ακριβώς το συναίσθημα που κρατούσα ανεκδήλωτο μέσα μου. Ειλικρινά όμως, αν δεν είχε εμφανιστεί εκείνο το τραγούδι των Reo Speedwagon στο ραδιόφωνο, δεν θα βρισκόμασταν τώρα εδώ να μιλάμε για την ταινία».

Αν δεν είχαμε πετύχει εκείνο το τραγούδι των Reo Speedwagon στο ραδιόφωνο, το ¨Drive¨ δεν θα είχε γυριστεί ποτέ

Για το ζήτημα της φήμης

«Ούτε με ενθουσιάζει, ούτε την απεύχομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να διατηρήσω μια απόσταση. Είναι αδύνατο να δω τον εαυτό μου όπως τον αντικρίζει ο πολύς κόσμος. Από την άλλη, όσο κι αν αντιλαμβάνομαι πως είναι αναπόφευκτο να διατηρείς την ανωνυμία σου σε αυτό το χώρο, μερικές μέρες θέλεις απλώς να είσαι αόρατος, να βαδίζεις στο δρόμο χωρίς να σoυ δίνει κανείς σημασία. Συνηθίζω στην ιδέα ότι κάτι τέτοιο ότι δεν είναι πλέον εφικτό».

Για την καριέρα του

«Μέχρι τώρα είχα απόλυτη συναίσθηση των βημάτων που έπρεπε να κάνω, γιατί πήγαζαν ασυνείδητα και αυτόματα από μέσα μου, δίχως να επιδέχονται κάποια προμελέτη. Από εδώ και πέρα δεν γνωρίζω τι θα συμβεί. Το μόνο που θέλω να ξέρω είναι πως κάθε φορά θα έχω κάτι να δώσω σε αυτά που μου ζητούν. Όταν δεν έχω να προσφέρω τίποτα σε ένα ρόλο ή σε μια ταινία, τότε δεν υπάρχει κανένα νόημα να το συζητάμε».