Advertisement
17:43
21/3

«Ρεβέκκα»: Το σκοτεινό παραμύθι των φαντασμάτων

79 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το αμερικανικό ντεμπούτο του Άλφρεντ Χίτσκοκ και την μοναδική του δουλειά που κατέκτησε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, όπως είναι πιθανότατα γνωστό, είχε ένα σύνολο από εξαιρετικά έργα στην περίοδο που βρισκόταν στην Αγγλία. Η τελευταία του μάλιστα ταινία εκεί, «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα», ήταν βασισμένη και αυτή, όπως και η «Ρεβέκκα» σ’ ένα βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ, συγγραφέως που ο σκηνοθέτης επισκέφθηκε ξανά και στα «Πουλιά» του 1963. Ο Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, ο μεγιστάνας παραγωγός που την ίδια χρονιά (1939) ολοκλήρωνε το έπος του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», που θα χαρακτήριζε την φήμη του και θα στιγμάτιζε το μετέπειτα έργο του, κάλεσε τον Χίτσκοκ για μια μεταφορά του τραγικού ναυαγίου του «Τιτανικού». Το σχέδιο όμως ναυάγησε (…) και ο Σέλζνικ ζήτησε από τον Χίτσκοκ την «Ρεβέκκα».

Η ταινία, όπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης και στην περίφημη συνέντευξή του στον Φρανσουά Τριφό, «δεν είναι ταινία Χίτσκοκ». Εν μέρει έχει δίκιο. Πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, με τη φήμη του υπερεπεμβατικού Σέλζνικ και των ποταμιαίων μνημονίων του που επέβαλλαν στους σκηνοθέτες «του» από τα σκηνικά και τα κοστούμια, μέχρι την διεύθυνση των ηθοποιών και την τροπή του σεναρίου. Ωστόσο η «Ρεβέκκα», πέραν της αναπόφευκτης λόγω στούντιο και Χίτσκοκ πληρότητάς της, διέθετε πινελιές εδώ κι εκεί που χαρακτήριζαν το ως τότε έργο του σκηνοθέτη. Πινελιές που στην μετέπειτα πορεία θα αποκρυσταλλώνονταν στο αμίμητο στυλ του.

Η «Ρεβέκκα» πέρα και πάνω απ’ όλα είναι ένα παραμύθι, «σταχτοπούτειο» από μια πλευρά, που σκοτεινιάζει δεόντως από τις παραμέτρους του ενοχικού παρελθόντος, του φαντάσματος μιας νεκρής γυναίκας που διαφεντεύει το παρόν τριών χαρακτήρων και φυσικά της κας Ντάνβερς, μιας από τις εξέχουσες φιγούρες «άλλων» γυναικών (συνηθέστερα μητέρων) στο σύμπαν του Χίτσκοκ. Σ’ ένα γοτθικό παραμυθένιο σπίτι-ανάκτορο, με τεράστιους χώρους που εναλλάσσουν το φυσικό φως με το βαθύ (και συμβολικό) σκοτάδι, η νέα σύζυγος (Τζόαν Φοντέν) του Μαξ ντε Ουίντερ (Λόρενς Ολίβιε) βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάντασμα της νεκρής πρώτης του συζύγου που δανείζει το όνομά της στον τίτλο του έργου αλλά και με την κα Ντάνβερς, την οικονόμο του σπιτιού. Η τελευταία με νοσηρή εμμονή που αγγίζει τον (ανείπωτο φυσικά στο έργο) λεσβιασμό για την τέως οικοδέσποινα, θα ξεκινήσει ένα ανελέητο παιχνίδι με το μυαλό της άβγαλτης νεαρής (που συμβολικά δεν έχει δικό της όνομα, είναι απλά η κα ντε Γουίντερ) οδηγώντας την σε διαρκή ατοπήματα που ανελκύονται σε μέγιστα παραπτώματα και διαρκείς αντιπαραβολές με την ανώτερή της προκάτοχη.

Ο Χίτσκοκ στήνει ένα σύμπαν υπό το πρίσμα της Φοντέν, δημιουργώντας ένα έξοχο σχήμα υποκειμενικότητας κι ελέγχει πλήρως τον θεατή έχοντάς τον διαρκώς στα παπούτσια της ηρωίδας. Μέσα στην βαριά ατμόσφαιρα γοτθικής απειλής και υπό την δισυπόστατα ουδέτερη στάση του συζύγου (εξπέρ ο Ολίβιε στο παίξιμο αυτό), η πραγματικότητα διαθλάται και ό,τι βλέπουμε παύει να έχει σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Αντίθετα έχουμε μετακομίσει στον φοβικό κόσμο μιας gaslighted ηρωίδας, μιας ηρωίδας δηλαδή σκόπιμα πεπεισμένης για την ανεπάρκεια και την αδυναμία της να υπάρξει αυτόνομα. Έτσι η «Ρεβέκκα», ιδίως σήμερα, παίρνει μια επιπλέον ανάγνωση, φεμινιστικού χαρακτήρα, που αφορά στην πορεία προς την χειραφέτηση μιας αρχικά αδύναμης γυναίκας.

Με αγγίγματα όπως αυτά, συν το πλήρως χιτσκοκικό εύρημα του χειρισμού της Ντάνβερς (αξέχαστη η Τζούντιθ Άντερσον) σαν ενός όντος που στην φαντασία της ηρωίδας τουλάχιστον δεν έρχεται ποτέ αλλά μοιάζει πάντα εκεί, η «Ρεβέκκα» ξεπερνά το μάλλον απογοητευτικό τελευταίο της τρίτο, κατά το οποίο η επεξηγηματικότητα, το ξεκαθάρισμα και το μελόδραμα αδικούν την ως τότε χαρακτηρολογία. Αλλά οι χιτσκοκικοί οπαδοί, έχουν κοτζάμ Σέλζνικ να κατηγορήσουν γι’ αυτό.

Κι έτσι πάντως η «Ρεβέκκα» έπιασε τις 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ εκείνη τη χρονιά, πήρε την Ταινία και την Φωτογραφία, ο Χίτσκοκ όμως έχασε την Σκηνοθεσία από τον Τζον Φορντ στα, ανώτερα, «Σταφύλια της Οργής». Το καλό όμως είχε γίνει: Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ είχε έρθει στο Χόλιγουντ και η περίοδος της τελειότητας είχε τροχοδρομηθεί.