10:56
29/5

American Beauty: Η ερμηνευτική κομψότητα της Ανέτ Μπένινγκ

62 ετών σήμερα μια ωραία, αρκετά παραγνωρισμένη, ηθοποιός που φέτος συμπληρώνει 31 χρόνια στο πανί. Κατά την διάρκειά τους έχει προλάβει ουκ ολίγους αξέχαστους ρόλους, αρκετές ταινίες που στηρίχτηκαν πάνω στην ερμηνευτική της κομψότητα και, ευτυχώς, ελάχιστες που να περιέρχονται στην αυτόματη λήθη ακόμα και παρά την παρουσία της.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Δεν είναι τυχαία περίπτωση η Ανέτ Μπένινγκ, ενώ αντίθετα είναι εντελώς τυχαίος ο σχολιαστικός όχλος που αρνείται να αναγνωρίσει το ειδικό της βάρος ταυτίζοντάς την με τον σύζυγο Γουόρεν Μπίτι.

Η Μπένινγκ, από νωρίς στο θέατρο και τους σαιξπηρισμούς του Colorado Shakespeare Festival καθώς και του σεβαστού American Conservatory Theater, έκανε θριαμβευτικό ξεκίνημα στο σινεμά με το «Valmont» του Μίλος Φόρμαν – γνωστό και ως το ετεροθαλές αδελφάκι των «Επικίνδυνων Σχέσεων» του Φρίαρς, που κανείς δεν του μιλάει αλλά ελάχιστοι εξ ήμων μπορεί και να προτιμούμε κιόλας. Υποδυόμενη τον ρόλο που εκτόξευσε η Γκλεν Κλόουζ στην ταινία της μόλις προηγούμενης χρονιάς, η Μπένινγκ, με 11 χρόνια λιγότερα στην πλάτη (τόσο ωφέλιμα σε τέτοιο ρόλο), είναι μαγνητική.

Την επόμενη διετία, όσοι το ζήσαμε, θυμόμαστε να σιγομουρμουράμε «μα τι ατζέντη έχει τούτη εδώ τελικά;». Αυτό γιατί το ‘90 συνάντησε τον Φρίαρς (που μάλλον θα του άρεσε κι εκείνου το «Valmont») σ’ εκείνο το σκωπτικό, το έξοχο «Κλέφτες» μαζί με Κιούζακ και Αντζέλικα Χιούστον, συνάντησε τον Μάικ Νίκολς στο (λιγότερο καλό) «Postcards from the Edge» (ανάμεσα σε Στριπ, Μακλέην και Κάρι Φίσερ), ενώ το ’91 έπαιζε δίπλα στον Ντε Νίρο στο ωραίο μακαρθικό δράμα «Ένοχος Χωρίς Αποδείξεις», δίπλα στον Χάρισον Φορντ στο «Σχετικά με τον Χένρι» (υποψηφιότητα για την πιο νερόβραστη ταινία του Μάικ Νίκολς) και, βέβαια, στο οσκαρικό αλλά τελικά σχεδόν καθόλου οσκαρούχο «Bugsy» του Μπάρι Λέβινσον.

Εκεί, στέκεται με σαγηνευτικό θράσος και αέρα ακμάζουσας σταρ άλλων εποχών απέναντι στον εμβρόντητο Μπίτι, η χημεία μεταξύ του πετάει φλόγες χολιγουντιανής λάμψης και η Μπένινγκ, πιο cool από καλοφτιαγμένο μαρτίνι, ανακοινώνει πως έχει και την καριέρα, έχει και τον μεγαλύτερο γυναικά του Χόλιγουντ. Αποδεικνύοντας λες και τα δύο, αφήνει μια καριέρα σε εκτόξευση, αφιερώνεται στον έρωτά της κι επανέρχεται τρία ολόκληρα χρόνια μετά, σ’ ένα φιλμ αδιανόητης ματαιοδοξίας, το φιλμ του έρωτά της με τον Μπίτι, το «Love Affair». Διασκευή του «An Affair to Remember», λουσάτη παραγωγή, Μορικόνε μουσική και Κάθριν Χέμπορν σε πέρασμα ισοπεδωτικό, το έργο πήρε άγριες επικρίσεις, αλλά είμαστε δυο-τρεις που το βλέπουμε σε τακτική βάση, ίσως γιατί they don’t make them like this anymore.

Από εδώ κι έπειτα, η Μπένινγκ, cool είπαμε, ισορροπεί άνετα την ταμπλόιντ φήμη που δεν μπορεί να βρει ψεγάδι στον γάμο και την καριέρα που φανερά είναι σε δεύτερη σειρά. Παίζει γιατί μπορεί, παίζει γιατί την θέλουν, αλλά δεν πασχίζει για κανέναν.

Το ‘99 όμως, λες και σκέφτεται για μια φορά να πιεστεί τοσοδά, παίρνει τον ρόλο στο ντεμπούτο του Σαμ Μέντες, την «Αμερικανική Ομορφιά», μόνο ο σπουδαίος Σπέισι «αντέχει» απέναντί της, είναι καταπληκτική στον ρόλο της νευρωτικής καριερίστας με την σκοτεινά χιουμοριστική υπογράμμιση της σαρδόνιας ματιάς του φιλμ.

Ξεκούραση ουσιαστικά πάλι μετά, το όσκαρ στην «Ομορφιά» το έχασε από την Χίλαρι Σουάνκ του «Boys Don’t Cry», την ξαναβλέπουμε, με τις ωραίες ρυτίδες της κι ένα ωραίο βάρος στο παίξιμό της στο έξοχο «Open Range» του Κόστνερ στο οποίο κουβαλά με άνεση τον αρχετυπικό γουέστερν ρόλο της. Την επόμενη χρονιά όμως, συνεχίζοντας έναν παιγνιώδη παραλληλισμό με την Γκλεν Κλόουζ, παίζει στο «Being Julia» του Ίστβαν Ζάμπο (που κάμποσα χρόνια πριν είχε σκηνοθετήσει την Κλόουζ στο «Meeting Venus» που είχε ανάλογο ρόλο για την σταρ του) και παίρνει μια υποψηφιότητα ακόμα.

Άνυδρα τα επόμενα χρόνια, εκείνο το φρικαλέο «Women» - διασκευή στο μεγαλούργημα του Κιούκορ – μαρτυρά την…ηρεμία αλλά και το εργασιακό της ήθος. Το 2009 παίζει στο συμπαθέστατο «Mother and Child» του Ροντρίγκο Γκαρσία και την επόμενη χρονιά έρχεται ξανά η αναγνώριση με το «Kids Are All Right» που της φέρνει υποψηφιότητα για Όσκαρ, SAG και BAFTA αλλά και βραβείο Χρυσής Σφαίρας για μια ερμηνεία που εξυμνήθηκε όσο λίγες εκείνη τη χρονιά, επισκιάζοντας, μεταξύ μας, με άνεση την Τζούλιαν Μουρ – την εκλεκτή της καρδιάς της στο έργο.

Έκτοτε, παρακάμπτοντας τον περσινό «Γλάρο» που αγνοώ (μπορεί να είναι έξοχη η Μπένινγκ στον ρόλο της Ιρίνα πάντως), η Μπένινγκ ήταν θαυμάσια στο «20th Cerntury Women», έπαιξε στο στιβαρά μελοδραματικό «Τα Αστέρια δεν Πεθαίνουν στο Λίβερπουλ» (2017), όντας τέλεια στον ρόλο της Γκλόρια Γκράχαμ που η ίδια θαυμάζει όλη της τη ζωή και πέρυσι βέβαια στο «Κάπτεν Μάρβελ» που, ευτυχώς για την Μπένινγκ, δεν είναι το super hero περιβάλλον που τα αστέρια πάνε όντως να πεθάνουν αλλά με ακριβότερα ένσημα.

Να είναι γερή, είναι πιο μεγάλη ηθοποιός απ’ ότι τα βραβεία πιστοποιούν, απλά διένυε πάντα μια διαδρομή που είχε την οικογενειακή της ζωή πάνω από την καριέρα.