11:51
11/11

Λεονάρντο ΝτιΚάπριο: Ο ποιοτικός σταρ

45 ετών σήμερα ο αναγνωρισμένος σταρ-ηθοποιός της γενιάς του, το αγρίμι που εκπολιτίστηκε ιδεωδώς και για ένα τέταρτο του αιώνα ήδη αντιπροσωπεύει μια από καιρό ξεχασμένη χολιγουντιανή αριστοκρατία.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ελάχιστοι, αναλογικά, ηθοποιοί διαρκούν για πάντα. Όλοι τους έχουν ένα βεληνεκές, ένα «άνοιγμα χεριών», μια γκάμα που θα επισκεφθούν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα μετά από το οποίο, ακολουθώντας και φυσικούς κανόνες που κανείς δεν υπερέβη, θα μετεξελιχθούν σε ηθοποιούς που περιορίζονται σε αυτό που μπορούν να κάνουν. Το θέμα είναι από πού ξεκινάς, ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που κουβαλάς και πως θα ενηλικιωθείς στον άγριο, ανταγωνιστικό κόσμο, εν προκειμένω, του χολιγουντιανού σινεμά.

Ο ΝτιΚάπριο γεννήθηκε μ’ ένα αστέρι να φέγγει πεισματικά από πάνω του, εισήλθε νωρίς στον κόσμο του θεάματος, έκανε μια μικρή αλλά θεόρατη καριέρα μέχρι το 1997, όταν και μετεξελίχθηκε σε τιτανικών διαστάσεων σταρ και κατάφερε όχι μόνο να αντέξει τις συντριπτικές δυνάμεις βιομηχανίας και δημοσιότητας αλλά και να οδηγήσει την καριέρα του σε ασφαλέστερα ίσως μα εξόχως δημιουργικά μονοπάτια.

Ωστόσο να ειπωθεί: Αυτό που ήταν ο ΝτιΚάπριο μέχρι και τον «Τιτανικό» δεν μπορούσε να συνεχιστεί με την «διάβρωση» της καθολικής επιτυχίας. Οι ταινίες που έπαιξε ως τότε, οι «Αγεφύρωτες Σχέσεις» (που τον διαλέγει – εντυπωσιακή ειρωνεία – ο Ντε Νίρο να κάνει το παιδί του), το «Τι Βασανίζει τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ» (η πρώτη οσκαρική υποψηφιότητα), το «Τέλος της Αθωότητας», η «Καταραμένη Σχέση», οι «Σταγόνες Αγάπης» (που επισκιάζει Στριπ και Κίτον με την άνεση του χαρισματικού) ακόμα και ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Λούρμαν, μπορεί να μην είναι τίποτα σπουδαίο ούτε μια από δαύτες, είναι όμως όλες τους τεκμήριο ενός αγριμιού, μιας ατιθάσευτης ορμής του αρτίστα που φέρνει την αμόλυντη ιδιοσυγκρασία του στα κατεστημένα πλατώ και σκορπάει ενέργεια και ρεαλιστικό, μαγνητικό κύρος.

Στο «Τιτανικό», αν ελευθερωθείς από τα βαρίδια της δημοφιλίας και των τετριμμένων ετοιματζίδικων απόψεων, ο Ντι Κάπριο, 22-23 χρόνων όλος κι όλος, έφτασε στο απόγειο εκείνης της καριέρας. Είχε την ιδιοσυγκρασία και τα κότσια (το θράσος δηλαδή που με το ταλέντο όμως γίνεται περίβλεπτο) να μετατρέπει την ενδεχόμενη κοινοτοπία σε πρώτης κλάσεως υλικό κινηματογραφικής μαγείας. Καθώς είχε και την όψη να φορέσει πάνω στην γοητευτική αλητεία, έκανε εν μία νυκτί το περιθώριο καθεστώς δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που ανήκει στις προθήκες των αιωνόβιων επιτυχιών του σινεμά. Από εκεί και μετά θα χρειαζόταν επανεφεύρεση.

Σταδιακά ο ΝτιΚάπριο έβαζε σε εφαρμογή το plan b του, σοφά για την ηλικία του αποφεύγοντας ναρκοπέδια που άλλοι κι άλλοι επισκέφθηκαν άνοα και κατακερματίστηκαν. Και το σχέδιο θα έλεγε «αργά και προσεκτικά». Θα έλεγε επίσης πως επειδή το είδος του stardom της ταινίας του Κάμερον δεν επαναλαμβάνεται, ας μην ακολουθηθεί η πεπατημένη της επανάληψης. Είχε κι έχει απόλυτο δίκιο. Τομ Κρουζ είναι μόνο ένας και μόνο αυτός ξέρει τι μυστηριώδεις συμπτώσεις τον συνθέτουν. Ο ΝτιΚάπριο θα δοκίμαζε από αγρίμι-ηθοποιός-σταρ να αφήσει το αγρίμι, που αργά ή γρήγορά εκπολιτίζεται (ή κεραυνοβόλα αν σου λάχει «Τιτανικός»), να κυνηγήσει το ηθοποιός και για το σταρ βλέπουμε.

Καθώς προικισμένος με χαρακτήρα παρατηρητικό και τακτική μαθητευόμενου, ο ΝτιΚάπριο άφησε την λάμψη της επιτυχίας να του φέρνει τις προτάσεις και γνωστικά πλησίασε τους δημιουργούς. Άλεν, Σκορσέζε, Σπίλμπεργκ διαδοχικά – για του λόγου το αληθές. Το 2002 θα τον φέρει ταυτόχρονα μέσα στις φλεγόμενες «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» και στο κατόπι του πυκνοϋφασμένου «Πιάσε με Αν Μπορείς». Στο ένα μαχόμενος σκορσεζικός ήρωας στην σκιά του φουλ αβανταδόρικου Ντέι Λιούις (καλύτερος ο Λίο, κατά την εκτίμησή μου), στο άλλο πλήρης αποσύνθεση του σταρ σε τρομοκρατημένο ευφυές αγόρι σε συγκινητική αλληλεξάρτηση με τον Χανκς. Εύφημες μνείες, αναλογικές εισπράξεις, «καλά χέρια» για τον προτεζέ μεταλλασσόμενο ηθοποιό.

Δυο χρόνια μετά έρχεται ο «Aviator», αυτός τον προτείνει στον Σκορσέζε, ρόλος απαιτητικός, αντιφατικός μέσα στην αβανταδόρικη εσωστρέφεια που έπρεπε να βρει, την βρήκε, ορίστε και μια δεύτερη υποψηφιότητα. Ο ΝτιΚάπριο πατάει γερά στο ότι είναι το χολιγουντιανά οικείο πρόσωπο που ο κόσμος θέλει να βλέπει και προσέχει τον βασικό (δίκοπο βέβαια) κανόνα που λέει δώστους τόσο ώστε να ζητάνε κι άλλο. Έτσι, δυο χρόνια διάλειμμα και διπλή χρονιά το 2006 με το star vehicle «Ματωμένο Διαμάντι» και τον τρίτο Σκορσέζε του οσκαρικού «Πληροφοριοδότη». Η οσκαρική παραδοξότητα διάλεξε το ασήμαντο πρώτο, αντί να τιμήσει τρις τους πρωταγωνιστές που πέρασαν ακαδημαϊκώς απαρατήρητοι.

Ξανά διετές διάλειμμα, ξανά διπλή επιστροφή, ξανά το ένα ασήμαντο (η «Πλεκτάνη» του Ρίντλεϊ Σκοτ), ξανά το άλλο σημαίνον – «Ο Δρόμος της Επανάστασης» του Σαμ Μέντες. Και τα δύο όμως ενδεικτικά της στρατηγικής του. Ασφαλή σκηνοθετικά χέρια, prestige σχέδια, προσοχή στην επιλογή των ρόλων. Η επανένωση με την Γουίνσλετ στην ταινία του Μέντες θα ήταν ένας Τιτανικός σχέσης, μια κριτική απολογία, ένας κάθε άλλο παρά ηρωικός χαρακτήρας για τον ίδιο, τίποτα εμβληματικό. Εν μέσω ασφαλούς περιβάλλοντος ο ΝτιΚάπριο «μας έλεγε» πως ένοιωθε (και νοιώθει) άνετα να σφυρηλατήσει ερμηνεία.

Τυπική διετία ξανά για να έρθει το 2010 του «Νησιού των Καταραμένων» του Σκορσέζε και του «Inception» του Νόλαν, μιλάμε για πάνω από 1 δις εισπράξεις και τα δύο, το κοκκαλάκι της νυχτερίδας άλλων είναι η σκόπιμη εξαργύρωση της λευκής επιταγής του κόσμου που τον βλέπει σαν ψυχαγωγική εγγύηση. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του σημερινού εορτάζοντος. Έχει αποκτήσει την πιο επίζηλη ταμπέλα, αυτή του «ποιοτικού σταρ» και προσέχει να μην την ξεχειλώνει διαλέγοντας ή προωθώντας (μιας και είναι πια και παραγωγός) σχέδια ενός καλλίγραμμου προφίλ, καλλιτεχνικών προσδοκιών και εμπορικής απήχησης.

Το 2011 είναι στα χέρια του Κλιντ Ίστγουντ για το «J. Edgar» κι εδώ αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση για την επιτυχία του εγχειρήματος. Για τον υπογράφοντα ο Ίστγουντ είναι υπεύθυνος και για τα καλά του έργου και για τα στραβά – κι ένα απ’ αυτά είναι η αβοήθητη εντιμότητα της ερμηνείας του ΝτιΚάπριο. Ο Λεονάρντο, όπως σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί του ταλαντούχου/λαμπερού τύπου του (από τον Μοντγκόμερι Κλιφτ ως τον…Ρίτσαρντ Γκιρ) θέλουν καθοδήγηση, δεν πρέπει να τους αφήνεις μοναχούς τους – όπως κάνει ο Ίστγουντ. Ο Ντι Κάπριο της εποχής του «Διασημότητες» του Άλεν (άλλου περίφημου που σε αφήνει στην ησυχία σου) μπορούσε να βρει το δυναμό του κακομαθημένου σταρ, ο ώριμος ηθοποιός ΝτιΚάπριο όμως δεν είναι ο ενήλικος καλλιτέχνης (ακόμα) που θα ανοίξει δρόμο δικό του. Και μάλλον αυτή είναι μια εκκρεμότητα που δεν θα κλείσει, όχι πριν και με το καλό περάσουν αρκετά χρόνια ακόμα.

Το 2012 Ταραντίνο και «Django Unchained», καλοδεχούμενη αλλαγή πλεύσης, ασφαλής πάντα, αλλά ενδεικτική και της «επικίνδυνης» πλευράς του, που πλήρωσε το τίμημα της διασημότητας, εύλογος Γκάτσμπι στην εξτραβαγκάνζα του Λούρμαν το 2013 – σαν παιδάκι είναι όμως διαρκώς, πουθενά η δυναμική του λογοτεχνικού χαρακτήρα – απολαυστικός «Λύκος της Γουόλ Στριτ» στην 5η εκδρομή με το σκορσεζικό βαν την ίδια χρονιά και τέταρτη οσκαρική υποψηφιότητα.

Όλοι τότε βοούσαν για ένα βραβείο που εκκρεμεί. Ήρθε ο Ινιάριτου με την «Επιστροφή» το 2015 να τον υποβάλει σε απίθανες σωματικές κακουχίες, να τον ταλαιπωρήσει…οσκαρικά, να του βγάλει (δικαιολογημένα αυτή τη φορά) ένα έκτακτο σφίξιμο, μια βία για το κάθε τι. Το Όσκαρ λοιπόν ήρθε με την 5η, έπρεπε να είχε έρθει 18 χρόνια νωρίτερα που δεν ήταν καν υποψήφιος. Γνώμες είναι αυτές.

Με τέσσερα χρόνια διάλειμμα αυτή τη φορά, μπόλικη συνεισφορά σε περιβαλλοντικά και φιλανθρωπικά ζητήματα, κάποιες παραγωγές και υπερβάλλουσα προσοχή πάντα, ήρθε φέτος η δεύτερη συνεργασία του με τον Ταραντίνο, στο αριστούργημα του τελευταίου, να επαληθεύσει αυτό που ελπίζεις να απολαμβάνεις για χρόνια ακόμα: Ο ΝτιΚάπριο είναι ένας στέρεος, ένας αρθρωμένος, καλοφτιαγμένος ηθοποιός που χρειάζεται (και απαιτεί – όπως στην ταινία!...) στιβαρή στήριξη και καθοδήγηση και σου ανταποδίδει όψεις ρεαλιστικής, καλής ηθοποιίας πασπαλισμένης με χολιγουντιανό αριστείο λάμψης και άρτια προστατευμένης ιδιωτικότητας που παραπέμπει στην καθόλα σπουδαιότερη κλασική εποχή.
Να είναι καλά.