12:50
5/4

Μπέτι Ντέιβις: Με τον τρόπο της ντίβας

Δεν υπάρχει ούτε μία ηθοποιός σαν την σαν σήμερα γεννημένη Μπέτι Ντέιβις. Κι αυτό είναι ακριβώς αυτό που ακούγεται: Όχι καλά και σώνει ένα τεκμήριο τελειότητας, που άλλωστε αγγίζει κάποιες φορές, αλλά ένα τεκμήριο μοναδικότητας, ένας ισχυρισμός πως δεν υπάρχει καμια πριν ή έκτοτε που να έπαιξε και να στάθηκε όπως αυτή στον ανδρικό κόσμο του Χόλιγουντ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Θα ρωτήσεις, ούτε η Κάθριν Χέπμπορν – η μοναδική άλλωστε που στέκεται από πάνω της σε ψηφοφορίες περί της κλασικής εποχής και η μόνη σύχρονή της που την πέρασε σε οσκαρικές τιμές; Ούτε. Η Χέπμπορν έχει συγκρίσιμες, ίσως και καλύτερες ταινίες. Όμως η Μπέτι Ντέιβις, χωρίς το αμαρτωλό χάρισμα της ομορφιάς, χωρίς το πλεονέκτημα μιας όψης που θα την έκανε αμέσως ευνοούμενη στον κύκλο των μεγαλοπαραγωγών, έπρεπε να δουλέψει τον δρόμο της προς την κορυφή, έπρεπε να επιβάλλει τη θέση της. Το έκανε, την επέβαλλε, τους έβαλε όλους – ακόμα και τον Τζακ Γουόρνερ! - να χορέψουν στον ρυθμό της, έχασε και κέρδισε, αλλά για την αναλογική της 15ετία ήταν η μεγαλύτερη σταρ και η πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα στην Αμερική.

Η Ντέιβις γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη το 1908, έπαιξε υποστηρικτικούς ρόλους στο θέατρο (με τον Τζορτζ Κιούκορ, τον «σκηνοθέτη των γυναικών» αργότερα, που κι αυτός δεν την είχε περί πολλού), στο Μπρόντγουεϊ μέχρι τα 22 της, προτού έρθει στο Χόλιγουντ και στην Universal για το πρώτο της ταπεινό κι επισφαλές συμβόλαιο. Δεν άρεσε σε κανέναν, δεν ήταν όμορφη, δεν ήταν σέξι, ο Λέμλε (ο σπουδαίος επικεφαλής του στούντιο) ήταν έτοιμος να της ακυρώσει το συμβόλαιο, ο Γουάιλερ σχολιάζε το ντυσιμό της αρνητικά, τα πράγματα δεν έμοιαζαν καλά.

Η ευκαιρία, έρχεται το 1934, αφού η Universal την έχει διώξει, και την έχει δεσμεύσει πια η Γουόρνερ. Η «Ανθρώπινη Δουλεία», βασισμένη στο βιβλίο του Σόμερσετ Μομ, αποκάλυπτε ένα δυναμό, μια σπιθαμιαία ηθοποιός γεμάτη εκρηκτική ενέργεια που τελειοποιούσε ένα παλιότερο στυλ «υπερβολικού» παιξίματος, το μπόλιαζε με μια εντελώς νεωτερική υποκριτική στάση ρεαλισμού σχηματίζοντας τελικά, συνδρομή αυτού του βλέμματος, ένα ολότελα νέο στυλ που όσο έμοιαζε στο στομφάρισμα της εποχής Γκάρμπο, τόσο προφήτευε την μοντέρνα εποχή. Η Μπέτι Ντέιβις, όπως και η Χέπμπορν, αλλά χωρίς τα όπλα της γοητευτικής ενζενί, αποτελεί την γέφυρα της κινηματογραφικής ερμηνείας.

Φυσικά, υπάρχουν πολλοί, που βλέποντας σήμερα ερμηνείες πριν την δεκαετία του '70 (του '60, του '50) δυσφορούν σε αυτό που ονομάζουν «υπερβολή». Φυσικά όσο διευρύνεις το κριτήριό σου, μαθαίνοντας, αποκτώντας εμπειρία σ' ένα στυλ σινεμά και αποκτώντας την ικανότητα να τοποθετείς φαινόμενα στην εποχή τους, όλ' αυτά είναι απόψεις απλού, απαίδευτου γούστου. Βλέποντας την Ντέιβις του '30 («Dangerous», «Petrified Forest», το εκπληκτικό «Marked Woman», την ιστορική «Τζέζεμπελ» φυσικά – του...Γουάιλερ, με τον οποίον τελικά είχαν κι έναν ερωτικό δεσμό) και συγκρίνοντάς την με τις ερμηνείες του '50 και του υπολοίπου της καριέρας της που συνέβη εκτός συμβολαίων και δίχως περιορισμούς κι εγγυήσεις στουντιακού quality control, πέρα από την παντοδύναμη κινηματογραφικά φυσιογνωμία, δεν αναγνωρίζεις την ίδια ηθοποιό. Η Ντέιβις εξελισσόταν διαρκώς, πάνω στη γραμμή που η ίδια δημιούργησε, ισορροπώντας το «παλαιό» camp με μια καταπληκτική εκφορά ρεαλισμού.

Η Ντέιβις ήταν η πρώτη ηθοποιός που πήρε πέντε συνεχόμενες υποψηφιότητες Πρώτου Γυναικείου από το '39 ως το '43 (κέρδισε με την «Τζέζεμπελ»), η πρώτη που έφτασε τις 11 υποψηφιότητες, ήταν υποψήφια σε τέσσερεις διαφορετικές δεκαετίες και πήρε τελικά δύο βραβεία (απίστευτο δεν είναι που έχασε το «Όλα για την Εύα»;) αφού άφησε ρόλους «γιατί έτσι» (χαρακτηριστικά δεν πήρε τον ρόλο στην «Βασίλισσα της Αφρικής» γιατί δεν ήθελε να ταξιδεύει) κάποιοι εκ των οποίων έφτασαν στην οσκαρική δόξα.

Αμφισβήτησε την χολιγουντιανή εξουσία, πάλευε για τους ρόλους της, τσακωνόταν με σκηνοθέτες, παραγωγούς και συμπρωταγωνιστές, άλλαζε σενάρια, μετά την περίπου 20ετία της στη Γουόρνερ αποδεσμεύθηκε για πάντα και από την αιγίδα των συμβολαίων (και ο πρώτος ρόλος που πήρε ήταν η «Εύα»...), ήταν όμως και πάντα η τέλεια, διαβασμένη επαγγελματίας που ήξερε απ' έξω όλους τους διαλόγους φέρνοντας ακόμα και σε μετριότερες ταινίες μια αύρα που τελικά συνοψιζόταν (και ακόμα) στο τυπικό «δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της».

Αυτό φυσικά δεν είναι πάντα καλό. Όπως έλεγε η ίδια για τον Ρόμπερτ Μοντγκόμερι (αυτόν τον ηθοποιό που εμείς οι άρρωστοι θυμόμαστε στοργικά για δύο τέλειες σκηνοθεσίες που έκανε το 1947 – και τις δύο! - το «Lady in the Lake» και το «Ride the Pink Horse») «καλός είναι αλλά έχει εμμονή να κλέβει τη σκηνή», μπορεί κάποιος να την ψέξει για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Αυτό είναι οπωσδήποτε και θέμα γούστου, καθώς και στο πως διάκειται κανείς έναντι του camp μιας υπερβολής, ωστόσο λαμβάνοντας υπ' οψιν τόσο το είδος του καδραρίσματος, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά (την Ντέιβις δεν την ξεχνάς) και κυρίως την θεματολογία του έργου (για παράδειγμα η υπερβολή στο έξοχο «Γράμμα» του Γουάιλερ είναι μέρος του μοτίβου της ταινίας) η Ντέιβις υπήρξε κατά κόρον υπηρέτις των έργων της παρά του εαυτού της.

Μεγαλώνοντας βρέθηκε σε αρκετές δεύτερες παραγωγές, βρέθηκε φυσικά και στο «Τι Απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;». Η σχέση της με την Κρόφορντ είναι βέβαια αντικείμενο θρυλικών κουτσομπολιών, με την Κρόφορντ στο απόγειό τους να παίρνει τηλέφωνο όλες τις συνυποψήφιες της Ντέιβις στα Όσκαρ προσφερόμενη να παραλάβει το βραβείο αντ΄αυτών (όπως και συνέβη), η ταινία είναι μνημείο ισορροπίας τρέλας, πανηγυριού και ισοπεδωτικά φαντασματικού τραύματος και ενέπνευσε κάμποσα έργα στο πνεύμα της («Dead Ringer», «Hush...Hush Sweet Charlotte», «Nanny», «The Anniversary»), όλα τους σε μια horror φλέβα που η Ντέιβις άφοβα και σχεδόν προβοκατόρικα έκανε προς ανατροπή ενός προτύπου «γυναικείων» ρομαντικών και ψυχολογικών δραμάτων που της είχαν στήσει εσαει το χολιγουντιανό μνημείο.

Τα τελευταία της κάμποσα χρόνια δεν ήταν εύκολα, το πολύ κάπνισμα και η δύσκολη ζωή (και οι άπειρες ρομαντικές συμπλέξεις συν οι τέσσερεις γάμοι) θα είχαν την επίδρασή τους, κάμποσα εγκεφαλικά ανάμεσά τους, ωστόσο δεν σταμάτησε ποτέ να παίζει, κυρίως για την τηλεόραση, με αποκορύφωμα φυσικά τις «Φάλαινες του Αυγούστου», εκείνον τον ωραιότατο αποχαιρετισμο του «αρχαίου σινεμά», που μαζί με την Λίλιαν Γκις (που στα 94 της έδειχνε αρκετά νεότερη από την 79χρονη Ντέιβις) έφερναν τη στόφα και την πλαστικότητά της σ' ένα καινούργιο κοινό.

Έφυγε δύο χρόνια μετά, από επανακαμφθέντα καρκίνο, έχοντας συμπληρώσει έξι εργαζόμενες δεκαετίες, πλήθος βραβεύσεων και τιμών αφού κατάφερε να κάνει τα πράγματα με τον δύσκολο αλλά δικό της τρόπο σφραγίζοντας την τέχνη της. Γνωρίζοντας, απελπισμένα, πως το σινεφίλ κοινό παλαιότερων ταινιών αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία, δεν μπορείς παρά να επιλέξεις παροτρύνοντας ενδιαφερόμενους «δικούς μας» να εξακολουθήσουν να βλέπουν και να μνημονεύουν συνεισφορές τέτοιου ανυπολόγιστου μεγέθους.