Ταινία της Εβδομάδας: To «Τραγούδι Χωρίς Όνομα» μελωδεί μια ανθρωπιστικά σκοτεινή πτυχή του σύγχρονου Περού ? νεα || cinemagazine.gr
Advertisement
10:23
23/1

Ταινία της Εβδομάδας: To «Τραγούδι Χωρίς Όνομα» μελωδεί μια ανθρωπιστικά σκοτεινή πτυχή του σύγχρονου Περού

H πρωτοεμφανιζόμενη Περουβιανή Μελίνα Λεόν καταθέτει τα φεστιβαλικά της διαπιστευτήρια με μια ταινία ανεπιφύλακτων αρετών αλλά και δυσλειτουργικών δημιουργικών επιλογών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Λίγη απαραίτητη ιστορία. Περού, στα τέλη δεκαετίας του ’80. Η χώρα μετά από μια σχεδόν τεσσαρακονταετή δικτατορία, «απολαμβάνει» την πρώτη της δημοκρατική διαδοχή Προέδρων. Την ίδια περίοδο ωστόσο, αμετανόητοι μαοϊστές εξτρεμιστικών πεποιθήσεων (η οργάνωση «Φωτεινό Μονοπάτι») αναλαμβάνουν στρατιωτική δράση, αυξανόμενα στην περουβιανή ύπαιθρο, άλλοτε συγκρουόμενοι με επίσης εξωκοινοβουλευτικές αριστερές ένοπλες ομάδες (MRTA) και εν συνεχεία με τον κρατικό στρατό. Ταυτόχρονα, η δημοκρατική διακυβέρνηση, στο 1988 πια της ταινίας, έχει αποτύχει παταγωδώς στην κρατική διαχείριση, οδηγώντας σε εκρηκτικό πληθωρισμό, τεράστια ανεργία, φτώχεια για περισσότερο από το 50% του πληθυσμού και εγκλήματα διαφθοράς.

Κάπου εδώ το παραλαμβάνει η Λεόν, με την βοήθεια του Αμερικανού σεναριογράφου (πρωτοεμφανιζόμενος κι αυτός) Μάικλ Τζ. Γουάιτ, για να καταπιαστεί με το φαινόμενο-απότοκο όλων των παραπάνω της εμπορίας βρεφών που μάστισε τότε το Περού. Θέμα συγγενικό και με το, επίσης προβληματικό, αργεντίνικο «Μια Ιδιαίτερη Οικογένεια» που είδαμε πέρυσι στη χώρα μας.

Ο τρόπος της Λεόν, αν και εντυπωσιακός στιλιστικά και ευφραδής αφηγηματικά για πρωτοεμφανιζόμενη, είναι ένας τρόπος ως το μεδούλι φεστιβαλικός. Με κάδρο 1.33:1 (και γωνίες που παραπέμπουν σε φιλμ ακόμα και 8 χιλιοστών), ασπρόμαυρο φιλμ και «αριστοκρατικό» γύρισμα (όχι κάμερες στο χέρι, λεία και απρόσκοπτη κινηματογράφηση), δεν θες πάνω από ένα τέταρτο για να φλομώσεις στις αντιφάσεις. Νατουραλιστικές ερμηνείες, νεορεαλιστικό θέμα και τόσο (τέλεια ασπρόμαυρο) στυλιζάρισμα μαζί; Σε μια – στοιχειωτική, πάντως – σκηνή, δυο μορφές κατηφορίζουν μια πλαγιά, σαν σε θέατρο σκιών, και ταυτόχρονα γίνεται κι ένα τρυκ κίνησης, μια φωτογραφία σα να βλέπουμε τα καρέ του πλάνου. Αυτά συμβαίνουν όταν στοχεύεις (και παίρνεις κιόλας) φεστιβαλικά βραβεία Σκηνοθεσίας. Αυτά όμως κοντράρουν την λαϊκή απλότητα που υπερασπίζεσαι.

Μια οδυνηρή ιστορία πεταμένων ανθρώπων, φρικτών αποβολών μιας ανθρωπότητας καταδικασμένης στην εκλεγμένη απανθρωπιά της και την επίκτητη αδιαφορία έξω από τα νωχελικώς κεκτημένα της.

Έπειτα, ο ρυθμός. Είναι αργός, είναι με αρμόζοντα βέβαια τρόπο αργός, αλλά ελλείψει ενός ακατάπαυστα αιτιοκρατικού σεναρίου (ιδίως στην τρίτη πράξη που υπάρχουν προβληματικές ασάφειες), είναι και τόσο αργός που διερωτάσαι μήπως αν δεν ήταν τέτοιος δεν θα συμπληρώναμε μεγάλο μήκος. Ο αργός ρυθμός θέλει κι επιδέξια σενάρια, εικονογραφία και θεατές. Βλέπε τον (ασπρόμαυρο) Παβλικόφσκι. Που κάνει ταινίες που θα προβληθούν σε φεστιβάλ αλλά δεν είναι «φεστιβαλικές».

Επίσης η αόριστη ιδεολογία μιας ασαφούς πολιτικής στάσης που, τυπικά, το στρέφει στην ανθρωποκεντρικότητα – για την οποία «πονάνε» πάντα και στέργουν τα φεστιβαλικά ακροατήρια. Ασάφεια απέναντι στην τρομοκρατική δράση του «Φωτεινού Μονοπατιού» (κάπως προς το φινάλε πάει να συνταχθεί ένα σχόλιο, με τον σύζυγο), επικριτική ασάφεια απέναντι στο διεφθαρμένο (αλλά τουλάχιστον δημοκρατικά εκλεχθέν) καθεστώς, απαλοιφή, χάριν της επίσης φεστιβαλικής εύνοιας περί της αφαιρέσεως, μιας έστω διαδικασιακής λογικής που θα μας συνέστηνε χαρακτήρες και θα έπαιρνε μια πιο πολιτική θέση απέναντι στα γεγονότα.

Τίποτα από όλα αυτά, αντιθέτως επίστρωση και μιας ρομαντικής υποπλοκής με απειροελάχιστη μεν δραματουργική υποστήριξη αλλά με χρήσιμη δε θεματική υποσημείωση για να υπαινιχθούμε ένα παραλληλιστικό μοτίβο εξοστρακισμού των δύο κεντρικών χαρακτήρων.

Στο αντίβαρο της παθογένειας αυτής ωστόσο, παίρνεις ένα ντεμπούτο εκφραστικής ευκρίνειας, μια κλινική σπουδή της θέσης της Γυναίκας στον Τρίτο Κόσμο, μια φανατικά ευπρόσδεκτη α λα «Ρόμα» (του φτωχού) αισθητική σύνδεση του σποραδικού κινηματογραφικά Περού με το σύγχρονο κινηματογραφικό γίγνεσθαι («Το Γάλα της Θλίψης» ίσως το διασημότερο πρόσφατο), μια σκηνοθετική σιγουριά στην λακωνική, περιεκτική αφήγηση, στα κάδρα, την κίνηση, τις ερμηνείες. Το 4:3 σφίγγεται σαν βρόχος στους παγιδευμένους ήρωες, οι μακριοί καφκικοί διάδρομοι, οι νύχτες, η θαλασσογραφία του φινάλε και το πρόσωπο της, νεορεαλιστικά πλήρους, Πάμελα Μεντόζα στο τελικό πλάνο, λένε μια παράλληλη, οδυνηρή ιστορία πεταμένων ανθρώπων, φρικτών αποβολών μιας ανθρωπότητας καταδικασμένης στην εκλεγμένη απανθρωπιά της και την επίκτητη αδιαφορία έξω από τα νωχελικώς κεκτημένα της.