Advertisement

Πρόσωπο με Πρόσωπο

Face to Face

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1976
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Σουηδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Λιβ Ούλμαν, Έρλαντ Γιόζεφσον, Γκούναρ Μπγιόρνσταντ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σβεν Νίκβιστ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Weird Wave
    <ARTICLE TITLE/>

Μπέργκμαν που υπολείπεται των, σχεδόν συστηματικών, αριστουργημάτων του, όμως και Μπέργκμαν που με την συνδρομή μιας ασύλληπτης Λιβ Ούλμαν σχηματίζει μια ακόμα συνθλιπτική παρουσίαση της ψυχικής αγωνίας σ’ ένα συναρπαστικό, ελαττωματικό, opus.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 ο Μπέργκμαν βρίσκεται στο απόγειο της δημιουργικότητας και της φήμης του. Οι ταινίες διαδέχονται πολυβολικά (αλλά όχι και…βολικά) η μία την άλλη, σκηνοθετεί επιτυχώς για το θέατρο και την τηλεόραση, χαίρει απόλυτης ακαδημαϊκής αναγνώρισης, εμπορικότητας και οικονομικής ασφάλειας. Όπως όμως γράφει κι ο ίδιος στις σημειώσεις του, κάτι δεν πάει καθόλου καλά συναισθηματικά μέσα  του. Κι αποφασίζει να το αποτυπώσει στο σελιλόιντ.

Η εποχή είναι τέτοια – και φαντάζει αδιανόητη σήμερα – που ο παραγωγός-κροίσος Ντίνο Ντε Λαουρέντις τον συναντά στην Ευρώπη και τον ρωτά: «Έχεις τίποτα για μένα;». «Ναι, την ιστορία μιας ψυχιάτρου που ταλανίζεται από φαντάσματα, όνειρα και αυτοκτονικές τάσεις», απαντά ο Μπέργκμαν. «Θαυμάσια», απαντά ο Ντε Λαουρέντις και δίνουν τα χέρια. Αδιανόητη εποχή, πράγματι. Η ταινία έφτασε ψηλά, ακόμα και στα Όσκαρ, με υποψηφιότητα για την Σκηνοθεσία και την Ερμηνεία της Ούλμαν.

Το πρόβλημα του «Πρόσωπο με Πρόσωπο» («πρόβλημα» πάντα εννοούμενο με μπεργκμανικά μέτρα και σταθμά, μην παρεξηγηθούμε) ίσως ερείζει στον σχεδιασμό του ως μίνι-σειρά. Άλλωστε έτσι πρωτοπροβλήθηκε τον Απρίλιο του ’76, σε τέσσερα επεισόδια, με διάρκεια που άγγιζε τις τρεις ώρες. Για την κινηματογραφική εκδοχή κόπηκε περίπου μία ώρα (μαζί και η σκηνή-ντεμπούτο της Λένα Όλιν). Κι αυτό φαίνεται να στοιχίζει, τουλάχιστον δομικά, μιας και το πρώτο μισό της ταινίας δεν σε προετοιμάζει ακριβώς για το ονειρικό δεύτερο μισό (ονειρικό κυριολεκτικά, μιας και περιλαμβάνει σειρά σκηνών-ονείρων). Δεν αναπτύσσει όμως ισόρροπα την ζωή της Τζένι (Ούλμαν), τη δουλειά, την οικογένεια, τους παππούδες, ώστε πιο οργανικά να εστιάσει στο δεύτερο μέρος στην εσωτερική πλευρά του δράματος, καθώς και να δικαιολογήσει τις δύο τελευταίες σκηνές.

Το πρόβλημα επεκτείνεται στην «εύκολη» κυριολεκτικότητα κάποιων περιγραφών (η σκηνή με το φέρετρο), αλλά και στην υπερβολική εξωστρέφεια των κρίσεων (ιδίως της πρώτης) που οξύνονται δυσανάλογα με την περιορισμένη σχέση της με τον χαρακτήρα του Γιόζεφσον. Τέλος, είναι μια από τις σπανιότατες περιπτώσεις της ωριμότητάς του, ίσως λόγω και της έκδηλης προσωπικής αγωνίας, που υπάρχει μια χαρακτηρολογική μονοχρωματικότητα, εκφραζόμενη ακόμα και στο ότι όλοι πλην της Ούλμαν μοιάζουν δορυφορικοί.

Αυτά με τα «προβλήματα».

Από εκεί και πέρα είσαι στην παρουσία του Μαέστρου. Δεν είναι απλά θέμα δεξιοτεχνίας. Δεξιοτεχνία έχουν πολλοί. Είναι αυτή η ωκεανική ευρηματικότητα, αυτή η πηγή διαρκούς έμπνευσης και μοναδικής άνεσης στην περιγραφή του σκοτεινού κόσμου του μυαλού. Είναι η ταχυδακτυλουργική ευκολία να περνά από το όνειρο στην πραγματικότητα και πίσω, να εξαχνώνει τα όρια, ενόσω όμως σπέρνει ιδέες που τις παρακολουθεί να μεγαλώνουν, να εξελίσσονται, να γίνονται με τη σειρά τους το αίτιο μιας αφήγησης, καταφέρνοντας μιας οργανικότητα καταπληκτική.

Στο «Πρόσωπο με Πρόσωπο», που έχει μια σχέση συγγενική με το (ανώτερο, ασφαλώς) «Κραυγές και Ψίθυροι», ο Μπέργκμαν κατορθώνει να περιγράψει, όχι απλά να ψηλαφήσει, την ψυχική αγωνία. Θα το κάνει μεταχειριζόμενος ακόμα και τον τρόμο (η μονόφθαλμη γυναίκα), ακόμα και την υπερβολικά έκδηλη ψυχανάλυση, ακόμα όμως και κάποιες εκπληκτικές παρατηρήσεις (ηχητικές, οσφρητικές, μεταξύ άλλων) που στροβιλίζουν το έργο σε ατμόσφαιρες απλησίαστες.

Εργαλείο, όπλο και ασύγκριτη αρετή του, μεγαλύτερη κι απ’ τον ίδιο στην περίπτωση αυτή, μια τρανή Ούλμαν, σε μια εκπληκτικής σφοδρότητας υπηρέτηση ενός - λαβωμένου - οράματος, μια ερμηνεία να παραπέμπεις όταν κάποιος κάνει το λάθος να μιλήσει για σύγχρονές της δραματικές ηθοποιούς – εξαιρείται, μόλις, η Τζίνα Ρόουλαντς. Για χάρη της, έστω και αν υπερβαίνει την ταινία, το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» τονίζεται από μια καλλιτεχνικά εσωτερική, πιο κινηματογραφική παρά συναισθηματική ακριβώς, ένταση και ανακύπτει ίσως όχι σαν μια μείζονα δημιουργία, αλλά σαν μια κινηματογραφικά απαράμιλλη.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Πρόσωπο με Πρόσωπο
  • Πρόσωπο με Πρόσωπο