Ντιν Ταβουλάρις (1932-2026): Από τον «Νονό» στην αιωνιότητα - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
8:40
27/4

Ντιν Ταβουλάρις (1932-2026): Από τον «Νονό» στην αιωνιότητα

Ένας κορυφαίος σκηνογράφος, μια ελίτ με την καλύτερη έννοια της χολιγουντιανής δημιουργίας, δεν είναι πια κοντά μας. Ευτυχώς, όσο υπάρχουμε, υπάρχουν οι ταινίες.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ας γελάσουμε πρώτα λίγο με τα Όσκαρ. O 1oς «Νονός», μια ταινία της οποία κάθε συνοπτική περιγραφή μάλλον υπολείπεται της αναλλοίωτης σημασίας της μέχρι σήμερα για τον Κινηματογράφο, δεν ήταν καν υποψήφιος στην Σκηνογραφία, τότε ενταγμένη/ονοματισμένη ως Καλλιτεχνική Διεύθυνση. Ήταν βέβαια τα «Ταξίδια με την Θεία μου» (Κιούκορ) και ο «Young Winston» (Ατένμπορο), ταινίες που μπορεί κάποιοι να συμπαθούμε μεν, αλλά δεν έχουν περίπου την παραμικρή σημασία σε σύγκριση με τον κόσμο του «Νονού».

Λέξη-κλειδί, «κόσμος». Ο σκηνογράφος συνθέτει απτά τον κόσμο μιας ταινίας. Βέβαια στην συλλογικότητα του σινεμά χρειάζεται κάποιος να τον διακοσμήσει, να τον φωτίσει, να τον επανδρώσει, να τον σκηνοθετήσει. Αλλά στην αρχή είναι ένα κομμάτι χαρτί - ή μια οθόνη, ίσως, πια - η οποία γεμίζει από το σχέδιο κάποιων ανθρώπων. Τι θα βάλουμε μέσα σε δαύτο, ποιες είναι οι γωνιές να σταθεί ο φακός και τα μέρη του που χρειαζόμαστε για να πούμε την ιστορία. Και σε αυτό, ο Ντιν Ταβουλάρις, το παιδί των Ελλήνων μεταναστών που μεγάλωσε στο Λος Άντζελες, στην πρώτη και αυθεντική πόλη του Σινεμά, ήταν μια Εξοχότητα.

Ο Ταβουλάρις υπάρχει σαν σόλο όνομα Σκηνογραφίας, κάπως αργά για πρώτη φορά, στο «Ζαμπρίσκι Πόιντ» του Αντονιόνι και στο «Μεγάλο Ανθρωπάκι» του Πεν, αμφότερα το 1970. Είχαν προηγηθεί εργασίες για τον τελευταίο στο «The Chase» και στο «Μπόνι και Κλάιντ», όμως αναφερόμενος ως «καλλιτεχνικός διευθυντής», ενώ νωρίτερα στην δεκαετία του '60, είχε διατελέσει βοηθός στο Τμήμα για το «Αμέρικα Αμέρικα» του Καζάν, το «Inside Daisy Clover» του Μάλιγκαν και την «Πετούλια» του Λέστερ και οι τρεις τους ταινίες ιδιαίτερης οπτικής αίσθησης.

Τώρα πώς με τόσο μικρή αριθμητικά προϋπηρεσία μεταπηδάς ξαφνικά στο σετ του Νονού - και όλων των Νονών - θα πρέπει να αναζητηθεί από τη μια στην αναγεννησιακή δεκαετία του '70 και από την άλλη στο ειδικό ταλέντο του. Διότι ο Ταβουλάρις, όπως και ένας ακόμα άνθρωπος του Φράνσις Φορντ Κόπολα (ο επί του Ήχου Γουόλτερ Μερκ), ήταν μια τριανδρία σε απόλυτη σύζευξη από της οποίας τα μπατζάκια έρεαν οπτικοακουστικοί κόσμοι, κόσμοι σινεμά.

Ο Ταβουλάρις έφτιαξε πράγματα που δεν θα μπορέσουμε, άνοιας εξαιρουμένης, να ξεχάσουμε ποτέ. Το γραφείο του Μπράντο, την ταβέρνα Μάικλ, ΜακΛάσκι, Σολότσο (ναι και εκείνο το καζανάκι), το Κορλεόνε και μια σκηνή γάμου, τη Νέα Υόρκη του '40, τη Νεβάδα των τελών του '50, το Μαϊάμι του Χάιμαν Ροθ, την Κούβα του '59, τη Νέα Υόρκη των τελών του '70, την Σικελία επίσης - κι όλα τούτα μόνο στους Νονούς. Μέρη που, για όσους εκκλησιαστήκαμε έγκαιρα, ανήκουν σε τόπους που πραγματικά επισκεφτήκαμε ως χρονοταξιδιώτες του σινεμά. Κι αυτά ήταν μόνο στους «Νονούς». Αλλά ναι, από μια μεριά αρκεί. 

Γιατί υπάρχει και το Βιετνάμ του «Αποκάλυψη Τώρα». Οι κλειστοί χώροι (κι αυτό το μπαλκόνι) της «Συνομιλίας». Το Λας Βέγκας του «One From the Heart». Το σύμπαν από «γειτονιές» των «Outsiders» και του «Rumble Fish» (στην ίδια χρονιά!). Οι μακάβριοι, απέραντοι «Πέτρινοι Κήποι». Τα πάντα στο «Tucker», μια πολυτέλεια αναπαράστασης εποχής με μπάτζετ μόλις 24 εκατομμυρίων. Υπάρχουν και εξω-κοπολικά, αν και ο Ταβουλάρις δεν μπήκε ποτέ μάλλον στον πειρασμό να συνεργάζεται κάθε χρόνο με παραγωγές, περιβάλλοντα και σκηνοθέτες που μπορεί να τον ταλαιπωρούσαν. Ξαναβρήκε τον φίλο του τον Γουόρεν Μπίτι στο «Bullworth», τον Πολάνσκι δύο φορές, σε εντελώς άσχετες παραγωγές («Ένατη Πύλη» και «Carnage»), τον Φίλιπ Κάουφμαν στο «Rising Sun»... Σχεδόν όλα τους εμπεριείχαν μια πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα ένοιωθες ότι ο Ταβουλάρις είχε φθάσει πολύ νωρίς στην ακμή του - με αυτά τα '70ς αλήθεια που να πας μετά - η δουλειά ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ υψηλό για να το καταχράται.

Τελικά, παρότι περιφρονήθηκε στην απονομή του 1973, ήταν πέντε φορές υποψήφιος για Όσκαρ, το κατέκτησε στον 2ο «Νονό». (Και όχι στο Αποκάλυψη Τώρα - όσο κι αν αγαπούμε το «All That Jazz», καμμία ταινία δεν μπορεί να κερδίσει την «Αποκάλυψη» στην Σκηνογραφία. Είναι θρησκευτικό το θέμα.)

Τον αποχαιρετούμε κι αυτόν. Όπως και άλλους του βεληνεκούς του με την ασφάλεια ότι ανέκαθεν στα πόδια τους βρεθήκαμε, την ζωή μας σφράγισαν - κι έκαναν ομορφότερη, πυκνότερη, πολυδιάστατη. Αν έχει ένα ευτύχημα το σινεμά είναι η εγγενής του μονιμότητα. Οι άνθρωποι του δεν φεύγουν ποτέ. Ναι, την χρειαζόμαστε την σκέψη αυτή.