Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο

Le Città di Pianura

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ιταλία, Γερμανία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φραντσέσκο Σοσάι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Αντριάνο Καντάγκο, Φραντσέσκο Σοσάι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Σέρτζιο Ρομάνο, Πιερπάολο Καποβίλα, Φίλιπο Σκότι
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μασιμιλιάνο Κουβέιλερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Krano
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Danaos Films
    Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο

Δύο μεσήλικοι πότες βρίσκονται σε αναζήτηση ποτού, θησαυρού κι ενός παλιόφιλου που επιστρέφει ύστερ’ από χρόνια. Αντ’ αυτού θα βρουν έναν νεαρό φοιτητή με τον οποίον και θα συνεχίσουν την αέναη βόλτα τους προς έναν τόπο που ίσως και να υπάρχει ίσως και να ξέχασαν στην πορεία που βρίσκεται. Road movie διαδραματιζόμενο στην περιοχή της Βενετίας αλλά και στην νεφελώδη χώρα μιας ειδικής μέσης ηλικίας, η οποία δεν ξέρει απαραίτητα που πατά και που πηγαίνει μολονότι άοκνα εξακολουθεί να διαβαίνει.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κάπου στην αβυσσαλέα πεδιάδα (pianura από τον πρωτότυπο τίτλο) χαρμόλυπης περιπλάνησης στην έκτη δεκαετία της ζωής, ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο αποφάσισαν από καιρό ότι «είναι πολύ μεγάλοι για να ωριμάσουν» και επιδίδονται περιπαθώς στο λαοφιλές, ενοχοποιημένο και (είν’ αλήθεια) ένοχο σπορ του να πίνεις όσο μπορείς μιας και προτού σε καταστρέψει το αλκοόλ καλυτερεύει χαρακτηριστικά το σύμπαν όπως το αντιλαμβάνεσαι. Από τις φάτσες τους αρκετοί στο ελληνικό κοινό θα αισθανθούμε σαν στο σπίτι μας. Ο ένας, παχυμύστακος (sic), μοιάζει με κρατικοδίαιτο εργοδηγό εποχής τελευταίας πασοκικής «ακμής» (circa 1985-1987). Ο άλλος με ιδιοκτήτη πειραιώτικου ελληνάδικου (Διαμάντη, Τσιμογιάννης και Χριστοδουλόπουλος στο λυκαυγές), κεκοσμημένου κάποτε ανθηρό νέον, συνθετικές σανσιβέριες πάνω από την φθαρμένη, τω πάλαι μπορντώ, μοκέτα της εισόδου, καθρέφτες και «χαμηλούς φωτισμοί», που θα έλεγε κι ο Χάρρυ Κλυνν. Για αυτούς η ζωή είναι περίπου όπως την περιγράφει ο ένας εκ των δύο λίγο πριν το φινάλε, όταν τρώγοντας ένα παγωτό που δεν ήταν αυτό που παρήγγειλε, και δεν θέλει να πάει να το αλλάξει, λέει: «Παράξενο. Το περίμενα πικρό, αλλά τελικά είναι γλυκό.»

Με τέτοιους κεντρικούς χαρακτήρες μπαίνεις αμέσως σε ένα περιβάλλον ανάμεσα Τσιώλη και Καουρισμάκι, οπότε κανονικά θα χρειαζόταν βίντσι για να πέσω κάτω από τα κατ’ ελάχιστον τρία αστεράκια. Αυτό δεν συμβαίνει, παρότι προσπάθησα ιδιαίτερα. Είναι λεπτό πράγμα να βρεις την σωστή φυσιογνωμία όχι μόνο για τον ρόλο αλλά και για τον φακό. Οι Σέρτζιο Ρομάνο και Πιερπάολο Καποβίλα, ατυχώς (στα μάτια μου πάντα) περισσότερο απορροφούν το φως παρά το εκπέμπουν. «Δεν θα έπρεπε να είναι έτσι ο αλκοολικός»; θα ρωτήσει κάποιος δικαιολογημένα. Αν όμως έχεις στο μυαλό σου τον Withnail του Ρίτσαρντ Γκραντ («Withnail and I») ή τον Μάρτιν του Μαντς Μίκελσεν («Another Round»);

Επιπρόσθετα, οι Φραντσέσκο Σοσάι και Αντριάνο Καντιάγκο δεν τους έχουν δώσει μια ξεκάθαρη γραφή χαρακτήρα (πλην μιας εμβόλιμης, αστείας και αδέξιας μαζί, στιγμής με έναν Κόμη στον έναν), ένα ειδικό, διακριτό χιούμορ, έναν τρόπο ομιλίας, κάτι που ένα σενάριο χρειάζεται για να μαγνητίσει την προσοχή και να γοητεύσει τον θεατή. Μοιάζουν σαν μία οντότητα, που κινείται από το ίδιο νήμα, το οποίο σε γενικές γραμμές ερείζει στην αρχική (και συμπαθέστατη) ρήση του έργου «έχω ανακαλύψει κάτι πολύ σημαντικό για το νόημα της ζωής, αλλά το ξέχασα». (Ο Λέoναρντ Κόεν έχει παραδοξολογήσει καλύτερα και μάλιστα δις: «I can’t forget but I don’t remember what» ή, για να ενσωματώσουμε λίγο αλκοόλ, «I fought against the bottle, but I had to do it drunk».) Δεν είναι κάτι άσχημο, κάτι εξόφθαλμα λάθος. Είναι όμως κάτι που επισημαίνει την δυνατότητα που δεν αξιοποιήθηκε. Και κάτι που τελικά ελαττώνει την συμπόρευση της προσοχής – αυτού του θεατή πάντα

Υπάρχουν όμως πράγματα που παρότι δεν θα αποκαθηλώσουν την ταινία από τα σχετικά χαμηλά της έναστρα στερεώματα, αφήνουν μια αρμόζουσα επίγευση που προσωπικά εκτίμησα. Το πρώτο μισό έχει μια περιπετειώδη αφήγηση, με αρκετή ανάμειξη χρόνων και αλήθειας/φαντασίωσης. Δυστυχώς αυτό εγκαταλείπεται στο πιο συμβατικό δεύτερο μέρος. Έχει μια παράξενα «πολύ μπροστά» στην μείξη μουσική υποστήριξη, είτε από lo-fi ακουστικές κιθάρες ή και από κλασικό ρεύμα ανάμεσα πανκ και Νιλ Γιανγκ (μέσων ‘70ς) που χαρίζουν και road movie ανταύγειες και μιαν αναπαράσταση νοσταλγίας εποχής που πέρασε. Έχει ένα περιστασιακά πολύ σχεδιασμένο καδράρισμα που χωρίς φωνάζει τοποθετεί με ενδιαφέροντα τρόπο τους χαρακτήρες στον χώρο, αφήνοντας και μια υπόμνηση-προοικονομία της τρίτης πράξης όπου και νοηματικά το έργο θα θελήσει «κάτι να πει» - προσέξτε τους δύο τεμνόμενους κύκλους στο τραπέζι. Αργότερα η ταινία θα βρει σκηνογραφική δόξα επισκεπτόμενη και τον περίφημο τάφο των Brion, εμπνεύσεως κι εκτελέσεως του γίγαντα Κάρλο Σκάρπα. Θα καταλάβετε. Γενικά έχει πράγματα που αν κάποιος γοητεύθηκε μπορεί να στήσει ανδριάντα πάνω τους.

Πιο σημαντικά όλων, ίσως, βρίσκει έναν τρόπο να κρατήσει μιαν απόσταση από τους χαρακτήρες της, παρότι ολοφάνερα τους αγαπά: Η ζωή, αντίθετα από την κλασική ρήση του Γούντι Άλεν (εν ολίγοις: «είναι φρικτή και υπερβολικά σύντομη»), είναι αυτή που είναι, δεν είναι ακριβώς όπως την φανταστήκαμε, ή όπως θα θέλαμε να την έχουμε φανταστεί αν το πνεύμα μας ήταν εργατικότερο, αλλά εν πάση περιπτώσει παραμένει «γλυκιά», να όπως το παγωτό στο τέλος. Παγωτό που αφήνει συμβολικά και μια εξυπνάδα να ζωηρέψει το φινάλε, η οποία μας βεβαιώνει ότι οι δύο φίλοι μας θα συνεχίσουν απρόσκοπτα την αλκοολική διαδρομή τους, θα αναζητήσουν με χαλαρή επιμονή κι άλλο το Δισκοπότηρό τους και κάπου στο τέλος ίσως βρουν και το νόημα που στην πορεία είχαν λησμονήσει ότι είχαν ανακαλύψει.

Είναι γλυκό έργο τούτο, φοβάμαι όμως ότι θα βρει σκόπελο σε κόσμο που δεν θα αναγνωρίσει καν τον χαρακτήρα του, ή σε θεατές που ήθελαν αλλά δεν βοηθήθηκαν να αποπλανηθούν.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο
  • Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο