Φάκελος 137
Dossier 137
Μια επιθεωρήτρια θα προσπαθήσει να διαλευκάνει την υπόθεση τραυματισμού ενός διαδηλωτή από έναν αστυνομικό, όταν βρεθεί αντιμέτωπη όχι μονάχα με την οικογένεια του νεαρού, αλλά και με το ίδιο το σύστημα που υπηρετεί.
Τρία χρόνια μετά το στιβαρό «Η Νύχτα της 12ης » ο Ντομινίκ Μολ επιστρέφει με ένα ακόμη αστυνομικό θρίλερ για γερά νεύρα, και όταν λέμε νεύρα το εννοούμε, αφού όποιος διαθέτει έστω και το παραμικρό ψήγμα ενσυναίσθησης δεν γίνεται να μην εξοργιστεί με όλα όσα πολύ λιτά, αλλά και τόσο ρεαλιστικά κυνικά παραθέτει ο Γαλλογερμανός δημιουργός για το γαλλικό (και όχι μόνο) σύστημα δικαιοσύνης.
Παρίσι, Δεκέμβριος 2018. Οι κινητοποιήσεις των «κίτρινων γιλέκων» που διεκδικούν οικονομική ισότητα και πολιτική διαφάνεια, φτάνουν στο αποκορύφωμά τους ζητώντας την παραίτηση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Αυτό που ξεκίνησε ως διαδήλωση κατά των απαράδεκτων αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων, μετατράπηκε γρήγορα σε μια λαοθάλασσα διαμαρτυρίας των μεσαίων και χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, απαιτώντας ριζικές αλλαγές στο επίπεδο διαβίωσης εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις βιοποριστικές τους ανάγκες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κλιμακούμενης αναταραχής, ένας εικοσάχρονος νεαρός θα τραυματιστεί σοβαρά από τα πυρά ενός αστυνομικού. Όταν η Στεφανί (Ντρουκέρ) που εργάζεται για την IGPN γνωστή και ως «η αστυνομία της αστυνομίας» αποπειραθεί να ρίξει φως στην υπόθεση, θα αντιληφθεί ότι η δικαιοσύνη είναι μια πολύ σχετική έννοια.
«Τραβώντας» από πραγματικά γεγονότα και χρησιμοποιώντας αυθεντικά αποσπάσματα επίκαιρων της εποχής, ο Μολ στήνει το χρονικό ενός προαναγγελθέντος κακού, σκηνοθετώντας με χειρουργική προσήλωση την έξοχη πρωταγωνίστριά του Λεά Ντρουκέρ, να κάνει όλα τα σωστά βήματα και όλες τις σωστές ερωτήσεις, φέρνοντας τον θεατή ξανά και ξανά στη θέση να αναρωτηθεί, «είναι αρκετά όλα αυτά;».
Η απάντηση σε αυτό σχηματίζεται σταδιακά, δεν υπάρχει λεκτική παραδοχή ή απόρριψη μεν, όλα όμως όσα έχουν προηγηθεί δεν μπορούν, παρά να δείχνουν μονάχα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και είναι τόσο εξωφρενικός και τόσο σκανδαλώδης ο τρόπος με τον οποίο τα όργανα της τάξης στέκονται απέναντι στην απτή, ορατά αποδεδειγμένη αλήθεια, που σε κάνει να απορείς μήπως τελικά η πρόσληψη του κόσμου μέσω της όρασης, «σηκώνει» πολλαπλές ερμηνείες και αναγνώσεις.
Όχι, προφανώς και δεν ισχύει κάτι τέτοιο και ο Μολ το αναγνωρίζει (και) κινηματογραφικά αυτό, ειδάλλως θα έπρεπε να απορρίπτουμε ευθύς εξαρχής κάθε ξέχωρο και μεμονωμένο κινηματογραφικό σύμπαν, κάθε ταινία (αισθητηριακά προσλαμβάνουσα) ως κάτι το μη γενόμενο.
Ο Μολ καθιστά εδώ την ερευνητική διαδικασία πυρήνα της ιστορίας του, με την Στεφανί και την ομάδα της να αναζητούν την αλήθεια μέσα από μια αδιάκοπη αλληλογραφία, τηλεφωνήματα και καταθέσεις. Υπάρχει μια μεθοδικότητα που χαρακτηρίζει το σενάριο, σαν ο Μολ να προσπαθεί να μας πει πως ακόμα κι αν κάποιος ακολουθεί επακριβώς το γράμμα του νόμου, τίποτα δεν είναι σίγουρο και όλες οι εξελίξεις παραμένουν πιθανά ενδεχόμενα.
Πρόκειται για μια ταινία που αντανακλά την πραγματικότητα μέσα στην οποία έχει «γεννηθεί» και αυτό ίσως είναι το χειρότερο από όλα, τουλάχιστον σε επίπεδο συνειδητοποίησης, τόσο για την ηρωίδα, όσο και για τους θεατές. Στο πλαίσιο αυτό ο Μολ δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να καταδείξει το ατελέσφορο της επαγγελματικής ουτοπίας μιας «αστυνομίας για την αστυνομία». Πόσοι είναι έτοιμοι στην πραγματικότητα να δουν την αλήθεια κατάματα;
Το «Φάκελος 137» δεν «σερβίρει» εύκολες απαντήσεις, πολύ απλά γιατί αυτές δεν υπάρχουν για τους χαρακτήρες του και κυρίως για αυτόν της Στεφανί που σηκώνει στις πλάτες της το βάρος δυο αντικρουόμενων κόσμων: του κόσμου εντός της υπηρεσίας της και εκείνου έξω από αυτήν. Είναι μια ταινία για την κατάσταση των πραγμάτων σήμερα και για την απώλεια(;) της ελπίδας ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Ή ίσως και να μπορούν, αλλά με ποιο ατομικό και συλλογικό κόστος;











