15:15
10/6

Τζούντι Γκάρλαντ: Η τραγική ιέρεια

Όταν όμως τα κατάφερνε… Όταν η Γκάρλαντ ένοιωθε πως βρίσκεται  σε ασφαλή χέρια, όταν καταλάβαινε πως η όψη, τα κιλά και το ταλέντο της αναγνωρίζονταν (κι αυτό συνήθως συνέβαινε στα ουρανομήκους αποθέωσης live της), το αποτέλεσμα ήταν απαστράπτον. Το εντυπωσιακό της contralto ανέτελλε χωρίς δύση, το δυσανάλογο της ηλικίας βάσανο διέπρεπε εν μέσω εκπληκτικών tour de force, οι ερμηνείες της κατάφερναν να χαρίζουν το βιωματικό εύθραυστο στο χολιγουντιανό αρραγές της κατασκευής και της φόρμας. «The Clock» (1945, του Μινέλι), το κλασικό πέρασμα στο «Ziegfeld Follies» (1945), «Ο Πειρατής» και το «Easter Parade» (και τα δύο το 1948), το «In the Good Old Summertime» του ’49 που κλείνει και με την μικρή δυομισάχρονη Λάιζα Μινέλι στο «ντεμπούτο» της, το φοβερό «Summer Stock» του ’50 μαζί με τον Τζιν Κέλι…

Ίσως σήμερα δεν φαίνονται πολλά. Ιδίως για ένα κοινό φανατικά προσηλωμένο σε μια επικαιρότητα που φαντάζει σχετικότερη, οι μεγάλες στιγμές του παρελθόντος είναι περπατημένες διαδρομές στο επιπόλαιο βλέμμα, δεν κουβαλούν χρησιμότητα ή/και ευχαρίστηση. Το λάθος του ισχυρισμού δεν αποδεικνύεται παρά με την κινηματογραφική εκπαίδευση, με το σμίλεμα ενός γούστου οξύτερου και (άρα) ευρύτερου. Η υπηρεσία της Γκάρλαντ στο μιούζικαλ είναι μέγιστη. Στα κριτήρια που θέσπισε η ερμηνεία της (φωνητική και υποκριτική) φαντάζει ανυπέρβλητη – και είναι. Υπήρξαν, ελάχιστες, να την διαδεχθούν (ακόμα και η κόρη της, Λάιζα, από τον γάμο με τον Βιντσέντε Μινέλι), όμως το είδος είχε εκπνεύσει. Κι ένας, ελάχιστος έστω, λόγος ήταν πως το διαμέτρημα της Γκάρλαντ δεν μπορούσες να το αναπαράγεις.

Μετά το ‘54 που η Γκάρλαντ, ελαφρώς σοκαριστικά, έχασε το Όσκαρ για το «Ένα Αστέρι Γεννιέται» από την Γκρέις Κέλι, ελαχιστοποίησε το σινεμά – είχε βάλει και λεφτά με την εταιρεία παραγωγής της στο έργο και τα άπειρά του προβλήματα δεν βοήθησαν το κόστος του – και σάλπαρε για έναν θυελλώδες ταξίδι σπαρακτικής προσωπικής ζωής και ως επί το συντριπτικό πλείστον θριαμβευτικών εμφανίσεων στην μουσική σκηνή, το θέατρο και, περιστασιακά, την τηλεόραση. Η λατρεία του κόσμου στο πρόσωπό της δεν είχε ανάλογο, στην all American τζαζ-μιούζικαλ πίστα η Γκάρλαντ υπήρξε αυτοκράτειρα.

Έκανε για το σινεμά όμως την «Δίκη της Νυρεμβέργης», σε κόβει στα δύο η όψη και η κόψη της ερμηνείας της (η δεύτερη και τελευταία της υποψηφιότητα για Όσκαρ), κι έκανε επίσης δυο ωραιότατα έργα, την ίδια χρονιά (1963), το «I Could Go On Singing» και το  «A Child is Waiting» του Τζον Κασαβέτης – που σφαζόταν με τον Στάνλεϊ Κρέιμερ όμως στα γυρίσματα και όλο και κάτι φαίνεται.

Ελάσσονες αυτοκτονικές απόπειρες, 5 γάμους, 1 Τόνι, 3 Γκράμι, το νεανικό της Όσκαρ του «Μάγου του Οζ» (ειδικό βραβείο που δόθηκε ελάχιστες φορές πριν εγκαταλειφθεί) και ένα πλήθος αναγνωρίσεων μετά, η Γκάρλαντ είχε φλερτάρει με τον θάνατο αρκετά ώστε το μακάβριο ειδύλλιο να έφτανε στην ευόδωση. Η πέμπτος της σύζυγος, ένας πιανίστας και ιδιοκτήτης νυχτερινών μαγαζιών ο Μίκι Ντινς, την βρήκε νεκρή στο μπάνιο της, μετά από, ίσως όχι σκόπιμη, κατάχρηση χαπιών που ο ίδιος, στο βιβλίο που έβγαλε χρόνια μετά, παραδέχτηκε πως δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει στα τρία χρόνια της γνωριμίας τους.

‘Ηταν μόλις 47 ετών.