Advertisement
10:10
14/9

Δευτέρα σήμερα. Ώρα να μιλήσουμε για το «Monday» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου

Θα είχε πραγματοποιήσει την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Απρίλη, στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, αν η πανδημία δεν άλλαζε ραγδαία τα σχέδια όλων. Μόλις είδαμε όμως τη διεθνή συμπαραγωγή του σκηνοθέτη που προηγουμένως μας έδωσε το «Wasted Youth» και το «Suntan», με ευτυχή αφορμή τη φιλοξενία της στο Φεστιβάλ του Τορόντο.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος είναι ένας παρορμητικός σκηνοθέτης. Συνυπογράφει σταθερά τα σενάριά του, όμως το σινεμά γι' αυτόν ξεκινά εκεί που τελειώνει το χαρτί για να απλωθεί, εξωστρεφές και περιπλανώμενο, πέρα από αυτό. Ο Παπαδημητρόπουλος δίνει την εντύπωση ότι βιάζεται να ξεμπερδέψει με τις πολλές λέξεις προκειμένου να πάρει την κάμερα και να ακολουθήσει τους ήρωές του στις καμικάζι διαδρομές τους, στις ηδονές και τις διαψεύσεις τους, στα πάρτι τους και στα μοιραία hangover του επόμενου πρωινού. Αυτά που κρατούν λίγες ώρες κι αυτά που μπορεί να διαρκέσουν μια ολόκληρη ζωή. 

Καθώς στις μέχρι τώρα ταινίες του το σενάριο είναι μάλλον η πρόφαση και η απαραίτητη αφετηρία, ώστε αμέσως μετά καταστάσεις και ολόκληρες σκηνές να χτιστούν οργανικά, ο Παπαδημητρόπουλος σκηνοθέτης προηγείται πάντα του  Παπαδημητρόπουλου σεναρίστα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει κι εδώ. Στο «Monday» το σενάριο δεν είναι το δυνατό σημείο. Η σκηνοθεσία, ωστόσο, καλπάζει ορμητική και επείγουσα με σκοπό να μην αφήσει καμιά στιγμή επί οθόνης να πάει χαμένη.  

Ανάμεσα στο ξεφάντωμα και τη μελαγχολία που ακολουθεί όταν η μουσική τελειώσει, το «Monday» είναι το άβολο ξύπνημα μετά το τέλος του πάρτι 

Το «Monday» είναι η εξιστόρηση της επόμενης μέρας που ξημερώνει έπειτα από μια νύχτα πάθους. Δυο θερμόαιμοι Αμερικανοί που βρίσκονται στην Ελλάδα, ο Μίκι (Σεμπάστιαν Σταν) και η Κλόι (Ντενίζ Γκαφ-εξαιρετική), γνωρίζονται ένα καλοκαιρινό αθηναϊκό βράδυ, σε ένα γλέντι, και καθώς η σεξουαλική σπίθα οδηγεί ευθύς σε ανάφλεξη, το πρωί τους βρίσκει γυμνούς σε μια παραλία, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια αμφιβολίας για τα όσα προηγήθηκαν εκεί. 

Η μεταξύ τους έλξη φαίνεται, παρ' όλα αυτά, αρκετή για να τους κρατήσει μαζί και να τους φέρει σύντομα συγκάτοικους, σε ένα διαμέρισμα της Κυψέλης και σε έναν κοινό βίο που μένει να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει αν η γνωριμία των δύο ήταν κάτι παραπάνω από ένας αυθορμητισμός της στιγμής ή μια χαριτωμένη απερισκεψία. 

Ερωτικά φορτισμένη, και γεμάτη συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, η ιστορία του Μίκι και της Κλόι είναι στην ουσία ένα κυκλοθυμικό ρομάντζο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που εφευρίσκουν διαρκώς τρόπους προκειμένου να αναστείλουν το οριστικό πέρασμά τους στην ενηλικίωση και το απαραίτητο τέλος του παρατεταμένου μετεφηβικού πάρτι. 

Κι εδώ ακριβώς συναντάμε το σινεμά του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. Στο σημείο όπου η κουρτίνα των ενστίκτων υποχωρεί για να αποκαλύψει πίσω της πολλά περισσότερα. Γιατί, ανάμεσα στο ξεφάντωμα και τη μελαγχολία που ακολουθεί όταν η μουσική τελειώσει και τα φώτα ανάψουν, το «Monday» είναι το άβολο ξύπνημα μετά το τέλος του πάρτι.