Η Κούκλα του Σατανά

Child's Play

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ:ΗΠΑ/Γαλλία/Καναδάς
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Λαρς Κλέβμπεργκ
    ΣΕΝΑΡΙΟ:Τάιλερ Μπέρτον Σμιθ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Όμπρεϊ Πλάζα, Γκάμπριελ Μπέιτμαν, Μπράιαν Ταϊρί Χένρι
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Μπρένταν Ουεγκάμα
    ΜΟΥΣΙΚΗ:Μπέαρ ΜακΚρίαρι
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Η «Κούκλα» που κατατρόμαξε την πιτσιρικαρία στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 επαναλανσάρεται με ολοκαίνουργιο ντιζάιν ως ένα παιχνίδι τεχνητής νοημοσύνης που μαθαίνει να μακελεύει, σε μία προσπάθεια να συνδυάσει μια πιο επίκαιρη απειλή με τη δεδομένη «ανάγκη» της κινηματογραφικής αγοράς για νοσταλγία.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Η πασίγνωστη ταινία τρόμου του ‘88 με τις έξι συνέχειες επιστρέφει με ένα reboot για το οποίο μπορεί να μην έχει πάρει τις ευλογίες του εμπνευστή της (Ντον Μαντσίνι) ωστόσο οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ότι δοκιμάζει να ακολουθήσει αν μη τι άλλο τον παράτολμο δρόμο της ριζικής ανανέωσης, ρίχνοντας το βλέμμα στη σημερινή εποχή της απόλυτης τεχνολογικής διάδοσης και τους νεόκοπους εφιάλτες που αυτή μπορεί να κρύβει. Η νέα «Κούκλα του Σατανά» έχει την Όμπρεϊ Πλάζα στον πρωταγωνιστικό και τον Μαρκ Χάμιλ να δίνει τη φωνή του στον Τσάκι τη φονική κούκλα, ξετυλίγει μια εντελώς νέα εκδοχή της αρχικής ιστορίας που γνωρίσαμε πιτσιρικάδες και προσπαθεί να βρει ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το νέο μέσα από πετσοκομμένες σάρκες, μαύρο χιούμορ και νοσταλγικές αναφορές.

Ο νέος Τσάκι είναι μια τελευταίας τεχνολογίας παιδική κούκλα που η Κάρεν (Πλάζα) φέρνει στον γιο της Άντι (Γκάμπριελ Μπέιτμαν), όμως το αγόρι αισθάνεται πλέον αρκετά μεγάλο για να ενθουσιαστεί με ένα τέτοιο δώρο (σε αντίθεση με τον εξάχρονο Άντι της πρωτότυπης ταινίας). Γρήγορα ωστόσο ο εσωστρεφής πιτσιρικάς θα βρει τελικά ενδιαφέρον σε αυτό το τεχνητής νοημοσύνης μαραφέτι που θέλει να γίνει κολλητός του και που έχει την ικανότητα να μαθαίνει πολύ γρήγορα. Μόνο που αυτό που μαθαίνει καλύτερα από οτιδήποτε είναι να σκοτώνει και μάλιστα με ευφάνταστους τρόπους.

Ο σεναριογράφος Τάιλερ Μπάρτον Σμιθ και ο σκηνοθέτης Λαρς Κλέβμπεργκ πατούν το κουμπί της επανεκκίνησης στη νέα «Κούκλα του Σατανά» με τη γνώση πως στις μέρες μας το στοίχειωμα και το δαιμονικό στοιχείο έχουν υποχωρήσει σημαντικά στην κλίμακα του κινηματογραφικού τρόμου σε σχέση με τα 80s, με αποτέλεσμα τυχόν επαναλανσάρισμα «ρετρό» απειλών να απαιτεί γερό φρεσκάρισμα προκειμένου αυτές να μη φανούν ξεπερασμένες.

Στο τολμηρό ρεκτιφιέ της αρχικής ιστορίας παίζουν γερή άμυνα οι γνώριμες αδυναμίες ενός φιλμ τρόμου που επιλέγει να λειτουργήσει εντελώς μηχανικά

Έτσι, αποτελεί έξυπνη ιδέα ο «Σατανάς» στον νέο Τσάκι να μην είναι η ψυχή ενός παράφρονα δολοφόνου που τρύπωσε μαγικά στην κούκλα αλλά η δυνητική παντοδυναμία της τεχνητής νοημοσύνης, η κακοβουλία ενός «έξυπνου» λογισμικού και η χαοτική συνδεσιμότητα της cloud τεχνολογίας. Κοντολογίς, η απειλή εδώ παίρνει τη μορφή ενός προϊόντος που θα μπορούσε να παράγει η Apple ή η Google και αφορά στη σκοτεινή πλευρά της τεχνολογικής χρήσης, διογκωμένη σε μία απλοϊκής λογικής τεχνοφοβία που ως ένα σημείο έχει την πλάκα της, πέραν βεβαία της μακράς κινηματογραφικής της προϊστορίας. Κι αν εδώ κατά βάση το «κακό» A.I. δεν έρχεται «προεγκατεστημένο» αλλά αντιθέτως μαθαίνει να είναι τέτοιο, η ταινία ξεκινάει πετώντας στην εξίσωση έναν εξαθλιωμένο εργάτη από αυτούς που δουλεύουν στις ασιατικές γραμμές παραγωγής των τεχνολογικών κολοσσών, ρίχνοντας έτσι στο παρεμπιπτόντως και μια χαλαρή «αντικαπιταλιστική» μπηχτή.

Μιλώντας για μάθηση, έχει πλάκα που ο Τσάκι να μαθαίνει την «τέχνη» του μακελεύειν βλέποντας παρέα με τον Άντι και τους φίλους του τον «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι 2», κυρίως επειδή την εφαρμόζει όπως την εφαρμόζει σε μία από τις πιο αστείες σεκάνς της ταινίας. Ανάλογες σινεφίλ αναφορές, άμεσες ή έμμεσες, έχουν ασφαλώς την τιμητική τους (π.χ. «Ε.Τ.», «Ρόμποκοπ», «Πόλεμος των Άστρων» και όχι μόνο λόγω Χάμιλ) σε μία αναμενόμενη προσπάθεια να ενσωματωθούν τα 80s όσο περισσότερο γίνεται σε ένα κινηματογραφικό reboot τόσο εγκατεστημένο στο σήμερα και με τέτοια εκτεταμένη χρήση ψηφιακών εφέ (πρωτίστως στην ίδια την κούκλα), που θα κινδύνευε να ξεκόψει κάθε σύνδεση με το παρελθόν της σειράς αν η μορφή του Τσάκι δεν είχε μείνει σχεδόν ίδια - τηρουμένων των ειδικών εφέ πάντα.

Στο τολμηρό ρεκτιφιέ της αρχικής ιστορίας ωστόσο παίζουν γερή άμυνα οι γνώριμες αδυναμίες ενός φιλμ τρόμου που επιλέγει να λειτουργήσει εντελώς μηχανικά τόσο ως εξέλιξη όσο κυρίως ως δομή, αφού όλα αργά ή γρήγορα γίνονται για τα εξωφρενικά φονικά και την τελική σκηνή στο πολυκατάστημα (η οποία θα μπορούσε να είναι πολύ πολύ καλύτερη). Οι προκάτ χαρακτήρες στους οποίους κεντρικό ρόλο έχουν μια μητέρα με το μοναχοπαίδι της που μπαίνει με τα μπούνια στην εφηβεία δυσκολεμένο να κοινωνικοποιηθεί και ένας συμπαθής ντετέκτιβ (Μπράιαν Ταϊρί Χένρι) που μένει στον από πάνω όροφο με τη μητέρα του, είναι εκείνοι που θα αποτελέσουν το αναμενόμενο πλαίσιο προκειμένου ο Άντι να είναι αρκετά απομονωμένος την κατάλληλη ώρα (τιμώντας την παράδοση του είδους), όταν δηλαδή κανείς δε θα τον πιστεύει για τον κίνδυνο της κούκλας. Αναλόγως προβλέψιμη είναι η μοίρα διαφόρων περιφερειακών χαρακτήρων, η τυπολατρική χρήση των jumpscare που όσο περισσότερο επιστρατεύονται τόσο λιγότερο λειτουργούν και φυσικά η επιφανειακότητα του σεναρίου που από κάποιο σημείο και μετά λειτουργεί σαν συσκευή στον αυτόματο.

Από την άλλη βέβαια υπάρχουν και εκείνες οι σκηνές που θα εκτιμηθούν από τους φίλους του gore, το χιούμορ κάνει συμπαθητική προσπάθεια να δηλώνει παρών και το βασικότερο, πως η νέα «Κούκλα του Σατανά» αποφεύγει να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά. Αν σε αυτό προστεθεί και η κατά πάσα πιθανότητα καλύτερη ερμηνεία του Χάμιλ (την επιλογή του οποίου ο σκηνοθέτης της πρώτης «Κούκλας» Τομ Χόλαντ είχε χαρακτηρίσει έξυπνη κίνηση), έχουμε μια όχι απογοητευτική απόπειρα αναβίωσης ενός κλασικού 80s τίτλου. Κάτι που δίχως να είναι αρκετό ταυτόχρονα δεν είναι και λίγο, αν αναλογιστούμε τι έχουμε δει τα τελευταία χρόνια σε αυτό το γενικότερο μπαράζ remake και reboot.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Κούκλα του Σατανά
  • Η Κούκλα του Σατανά