– Γέρζι Σκολιμόφσκι. 78 ετών. Θρύλος. Και ακμαιότατος. Το “Essential Killing” είναι ένα συνταρακτικό φιλμ, με διαφορά το καλύτερο που παρακολουθήσαμε μέχρι τώρα στο Φεστιβάλ. Ο Βίνσεντ Γκάλο (βουβή ερμηνεία από τις λίγες – δε ξεστομίζει λέξη!) σε ρόλο Ταλιμπάν. Διαρκώς φοβισμένος, σκοτώνει για να επιβιώσει. Τον συλλαμβάνουν, οδηγείται στο Γκουαντάναμο, και αποδρά. Η Οδύσσεια του, καταγεγραμμένη με αστίλβωτο ρεαλισμό, δίχως μελοδραματικά κλαψουρίσματα και διδακτικές πολιτικές κορώνες, αλλά με βίαιες εκρήξεις και τραγικές σιωπές, κρύβει μέσα της όση δύναμη δε συναντά κανείς σε ολάκερη τη φιλμογραφία του Όλιβερ Στόουν.
– Η “Χώρα Προέλευσης” του Σύλλα Τζουμέρκα ξεκινά από μια πολύ φιλόδοξη ιδέα: από τη μιά, μια άκρως δυσλειτουργική οικογένεια (και τα εξίσου δυσλειτουργικά παρακλάδια της) και από την άλλη, μια χώρα σε παρακμή, μια χώρα που την πρώτη γραμμή δίνει η βία της εξουσίας. Σε παράλληλες ράγες αυτά τα δύο. Δίχως γραμμική αφήγηση αλλά με χρονικά άλματα μπρος-πίσω. Με δύναμη, αλλά και ροπή προς το χάος. Ροπή που κρατά πέντε λεπτά, τα πέντε πρώτα. Μετά, η ταινία παραδίδεται πλήρως σε αυτό και χάνει η μάνα το παιδί, και το παιδί τη μάνα. Το μοντάζ κάνει ότι μπορεί για να κρατήσει συμπαγές το φιλμ, αλλά οι εκκωφαντικοί συμβολισμοί και η συνεχής προσπάθεια του σκηνοθέτη να μας βρωντοφωνάξει τι πρέπει να προσέξουμε και τι να αφουγκραστούμε καθιστούν μάλλον δυσάρεστη την όλη κινηματογραφική εμπειρία. Αναλόγως, οι ηθοποιοί προσπαθούν να δώσουν υπόσταση σε χαρακτήρες εξίσου σχηματικούς.
-Η δε ταινία έκπληξης του Φεστιβάλ, το “The Ditch”, δηλαδή «Το χαντάκι», κινεζικής προέλευσης, άφησε καλές εντυπώσεις, αλλά όχι αρκετές για να δικαιολογήσει την παρουσία της στη συγκεκριμμένη “θέση”. Σε γκούλαγκ παγιδευμένοι, οι “επικίνδυνοι” για το καθεστώς (το 1960 αυτό) υποχρεώνονται σε καταναγκαστική εργασία και πεθαίνουν. Αργά και βασανιστικά, σε σεκανς ωμού ρεαλισμού που ενίοτε κάνουν το στομάχι σου κόμπο. Κι έτσι, η ταινία προκύπτει και λίγο διδακτική.
-Ο Ντάνις Τάνοβιτς είχε κερδίσει το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινιας το 2001 με το “No Man’s Land” και τώρα παρουσίασε το Cirkus Columbia, μια νοσταλγική, γλυκόπικρη κομεντί, τοποθετημένη χρονιά λίγο πριν τη μεγάλη γιουγκοσλαβική σύρραξη, το 1991. Παραπέμπει και λίγο στο ιταλικό σινεμά, αλλά διαθέτει βαλκανική ψυχή που σιγοτραγουδά, που δεν ουρλιάζει εφετζίδικα όπως στις ταινίες του Κουστουρίτσα, και ως εκ τούτου, μας κερδίζει με την δύναμη της αλήθειας της. Το τέλος, συγκινητικό. Δακρύσαμε.
-Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις, το Attenberg της Αθηνάς Ραχηλ Τσαγκάρη, κέρδισε τις εντυπώσεις στο διαγωνιστικό τμήμα και αποτελεί, διχως υπερβολή, μια απο τις καλύτερες ταινιες που ειδαμε μέχρι τώρα. Η ιστορία του κοριτσιού που ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητα της, δωσμένη με κλινική αφαίρεση αλλά και γενναίες δόσεις χιούμορ διαθέτει κάτι από την αισθητική του Κυνόδοντα (πλην του σινεμασκόπ καδραρίσματος) αλλά απέχει μίλια μακριά από τον κυνισμό του. Αντιθέτως, η Τσαγκάρη έπλασε ενα τρυφερό και αποστασιοποιημένα ευθραυστο φιλμ. Η Ariane Labed και ο Βαγγέλης Μουρίκης τέλος, χαρίζουν στο φιλμ δυο σπουδαίες ερμηνείες. Τι να πω, εντυπωσιάστηκα. Και σαγηνεύτηκα.
-To I’m Still Here, το ντοκιμαντερ που γυρισε ο Κέισι Άφλεκ για τον Γιόακιν Φίνιξ (ο οποίος βρίσκεται στη Βενετία) είναι ένα πολύ παράξενο φιλμ. Παραπέμπει στο F For Fake του Όρσον Γουελς και έχει ενδιαφέρον, αλλά ? φυσικά ? λέει ελάχιστα για την απόφαση του σπουδαίου ηθοποιου να εγκαταλείψει την υποκριτική για να το ρίξει στο… hip-hop. Κάποιες σεκανς διαθέτουν χοντράδες που ενδεχεται να ανακατεψουν μερικά στομάχια. Όταν κάποιος κολλητός του Φίνιξ αποφασίζει να… αφοδεύσει στη φάτσα του, για παράδειγμα, ο θεατής δεν ξέρει πως να αντιδράσει: να γελάσει ή να ξεράσει;
Άκης Καπράνος






