• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Τζεφ Mπρίτζες – the dude & Αποκατάσταση τώρα!

9 Απρ 2007 | Αφιερώματα | 0 comments

To εκκεντρικό Tideland μας δίνει, επιτέλoυς, την αφoρμή για να μιλήσoυμε δεόντως για τoν πιo διακριτικά oυσιαστικό μα και παραγνωρισμένo ηθoπoιό στην ιστoρία τoυ κινηματoγράφoυ… Η επανεκτίμηση του Τζεφ Μπρίτζες μας οδηγεί, με τη σειρά της, να θυμηθούμε κάποιους άλλους, λιγότερο ή περισσότερο διάσημους ηθοποιούς, που ποτέ δεν πήραν πίσω από τη μεγάλη οθόνη όλα όσα τους άξιζαν…
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

To εκκεντρικό Tideland μας δίνει, επιτέλoυς, την αφoρμή για να μιλήσoυμε δεόντως για τoν πιo διακριτικά oυσιαστικό μα και παραγνωρισμένo ηθoπoιό στην ιστoρία τoυ κινηματoγράφoυ…


Η επανεκτίμηση του Τζεφ Μπρίτζες μας οδηγεί, με τη σειρά της, να θυμηθούμε κάποιους άλλους, λιγότερο ή περισσότερο διάσημους ηθοποιούς, που ποτέ δεν πήραν πίσω από τη μεγάλη οθόνη όλα όσα τους άξιζαν…


Απo την Ιωάννα Παπαγεωργίoυ


Το όνομά του ακούγεται και συζητιέται σε περισσότερα από τα μισά meeting του περιοδικού. Ολοι μας εκφράζουμε την εκτίμηση και το θαυμασμό μας για τον ηθοποιό, καλλιτέχνη και άνθρωπο Τζεφ Μπρίτζες. Και όλοι μας συμφωνούμε ότι πρόκειται για το πιο παραγνωρισμένο ερμηνευτικό ταλέντο του σύγχρονου κινηματογράφου. Ποτέ όμως μέχρι σήμερα δεν ευοδώθηκε η θέληση να του αφιερώσουμε μερικές σελίδες. Ισως γιατί έχουμε την τάση να παρασυρόμαστε από τη σπάνια σεμνότητα και την απάθειά του απέναντι στη ματαιοδοξία και τη μάστιγα του self promotion, αφήνοντας την πραγματική αξία του, που σιγοκαίει ήσυχη και αφτιασίδωτη στις πράξεις και τις επιλογές του, να μιλήσει για τον εαυτό της. Να θεωρούμε δεδομένους εκείνους που έχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε και είμαστε σίγουροι ότι δεν πρόκειται να μας απογοητεύσουν, ο κόσμος (ή η ταινία) να χαλάσει, τόσο ώστε να ξεχνάμε να τους το ανταποδώσουμε. Ο κύριος Μπρίτζες δεν είναι ένα πικάντικο θέμα. Η προσωπική ζωή του δεν είναι θορυβώδης, ταραχώδης, εκκεντρική, ό,τι θα ήθελαν τα κουτσομπολίστικα media από έναν σταρ. Αντίθετα, υποδηλώνει έναν συνηθισμένο άνθρωπο, καθώς είναι παντρεμένος εδώ και 29 χρόνια με την γυναίκα του κι έχει τρεις κόρες που μεγάλωσαν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Εξάλλου, η ανάγκη του να επιλέγει ρόλους με γνώμονα οτιδήποτε άλλο εκτός της εμπορικής τους αξίας δεν τον ανέδειξε ποτέ σε συνεπή… πρωταθλητή του box-office. Ετσι, παρά το αδιαφιλονίκητα γοητευτικό παρουσιαστικό του, δεν έχει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο να προσφέρει από τα κινηματογραφικά ήθους ποιήματά του. Εκείνα που σε γεμίζουν ως θεατή τόσο απλά κι απόλυτα, ώστε να δυσκολεύεσαι να μιλήσεις γι αυτά.


«Ιθαγενής» του Χόλιγουντ (γεννήθηκε στις 4/12/49 στο Λος Αντζελες, μεσαίο -ανάμεσα στο μεγάλο αδελφό Μπο και τη μικρή αδελφή Σίντι- παιδί της οικογένειας των επαγγελματιών ή ερασιτεχνών ηθοποιών Λόιντ και Ντόροθι Ντιν) συνειδητοποίησε πολύ σύντομα πως η «χολιγουντιανή πραγματικότητα είναι ορμητικά ανεξέλεγκτη, σαν το ρεύμα ενός ποταμού» και γλίτωσε από το άγχος της κατάκτησης της κορυφής, αλλά άφησε πολλούς φαν του με την πικρία μιας καριέρας μικρότερης των προσδοκιών τους. Στη περίπτωσή του, βέβαια, γι αυτό το τελευταίο ίσως να φταίει και το γεγονός ότι ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του πρώτα ως φωτογράφο και μετά ως οτιδήποτε άλλο. Και όχι οποιονδήποτε φωτογράφο, αλλά πιστό υπηρέτη της… ιδιότροπης φωτογραφικής μηχανής Wide-Lux. «Η Wide-Lux είναι μια άστατη ερωμένη», λέει ο ίδιος. «Το ματάκι της δεν είναι ακριβές και δεν έχει χειροκίνητο focus: την διακρίνει μια αυθαίρετη, καπριτσιόζα ποιότητα. Μου αρέσει αυτό. Είναι κάτι το οποίο αγωνίζομαι να πετύχω σε κάθε μου δουλειά: την απουσία τελειότητας, που κάνει τα πράγματα πιο ανθρώπινα και ειλικρινή, τη θέληση να βιώσεις τι υπάρχει μέσα στη στιγμή και να παραιτηθείς του αποτελέσματος». Κοιτώντας πίσω, στις περισσότερες από 40 ταινίες που έχει σπείρει στη συλλογική συνείδηση τα τελευταία 35 χρόνια, είναι αδύνατο να διαφωνήσεις μαζί του. Τέσσερις φορές υποψήφιος για Οσκαρ (β αντρικού το 1971 για το The Last Picture Show, το 1974 για το Thunderbolt And Lightfoot και το 2000 για την Αντιπρόεδρο, και α αντρικού το 1985 για το Starman) έχει τη σπάνια ικανότητα να ντύνει τους ήρωές του με μια σχεδόν θεία, μα και ταυτόχρονα ατελή ανθρωπιά. Οπλισε με αξιοπρέπεια και αιμάτινο παλμό ακόμα και τις λιγότερο αξιόλογες ταινίες του (King Kong, Tron, Το Επόμενο Πρωινό, Ναντίν: Ενας Αλεξίσφαιρός Ερωτας, Ο Καθρέφτης Εχει Δύο Πρόσωπα, Πόρτα Στο Πάτωμα). Πυροδότησε και διατήρησε ζωντανό, καθηλωτικό, το σασπένς με τη διττή γοητεία του (Ερωτας Δίχως Αύριο, Η Ακρη Του Νήματος, 8 Εκατομμύρια Τρόποι Να Πεθάνεις). Ανέδειξε άντρες της διπλανής πόρτας σε άκρως ενδιαφέροντες κινηματογραφικούς πρωταγωνιστές, (Σχέσεις Πάθους, American Heart, Ο Υποπτος Της Οδού Αρλιγκτον), ενώ συνέλαβε κι έκανε απτή την καθημερινή, οικεία ποιότητα θρυλικών, ιστορικών ή μυθιστορηματικών προσωπικοτήτων (Τάκερ, Λευκή Καταιγίδα, Η Αντιπρόεδρος, K-Pax). Αντικατόπτρισε στο ταξίδι ενός εξωγήινου στη Γη, τη πορεία καθενός μας από τη γέννηση στο θάνατο, με ενδιάμεση στάση τον ενθουσιασμό, τα όνειρα και τα αμόλυντα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας (Starman). Επεισε ότι οι άνθρωποι όχι μόνο μπορούν, αλλά και οφείλουν να αλλάζουν, να εξελίσσονται, να μαθαίνουν από τα λάθη τους (Ο Βασιλιάς Της Μοναξιάς). Εγινε διστακτικός, αφανής και αυτοκαταστροφικός, γεμάτος ενοχές, οδυνηρές απορίες, αλλά και αναπάντεχη, ανακουφιστική δύναμη, φύλακας άγγελος όσων συνεπιβατών του επέζησαν ενός αεροπορικού δυστυχήματος (Σχέση Ζωής). Και υπήρξε ο μικρός Μεγάλος Λεμπόφσκι: ασήμαντος κι όμως σπουδαίος, καθρέφτης της… μαστουρωμένης ραστώνης ενός ολόκληρου παραπλανημένου λαού. Στην καλύτερη ερμηνεία της ζωής του (και μια από τις 100 καλύτερες όλων των εποχών, σύμφωνα με το περιοδικό PREMIERE), ο Τζεφ προσεγγίζει τον ήρωά του με ασυμβίβαστο σαρκασμό και ειρωνεία, ντύνοντάς τον όμως ταυτόχρονα με μια αφοπλιστικά αξιαγάπητη, γνώριμη αύρα, για να κάνει ορατή την ακρωτηριασμένη ψυχή του, που ακόμα προσπαθεί…


Φέτος ενσαρκώνει τον χήρο, ροκά πατέρα της μικρής Τζελίζα-Ρόουζ (Τζοντέλ Φίρλαντ) με την αδάμαστη φαντασία στο περιβόητο Tideland του Τέρι Γκίλιαμ κι εμείς βρίσκουμε τον τρόπο να του πούμε ένα «ευχαριστώ». Το όνομά του θα συνεχίσει να ακούγεται και να συζητιέται στα meeting μας. Κι αν δεν ξαναγράψουμε ποτέ γι αυτόν, δεν θα μας παρεξηγήσει. «Η πραγματική μαγεία του σινεμά είναι τόσο βαθιά, είναι αδύνατο να φτάσεις στην πηγή της» λέει. «Είναι ένα μυστήριο ακόμα και για μένα, που κάνω αυτή τη δουλειά όλη μου τη ζωή».



oι πολλές όψεις ενός καλλιτέχνη


Μετά από παρότρυνση της συμπρωταγωνίστριάς του Κάρεν Αλεν, μάζεψε τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Starman και έφτιαξε ένα αναμνηστικό άλμπουμ για όλους τους συμμετέχοντες στη δημιουργία του φιλμ. Από τότε, φτιάχνει ανάλογα άλμπουμ και τα μοιράζει στους συνεργάτες του μετά το τέλος κάθε ταινίας που γυρίζει. Απ όλα αυτά τα άλμπουμ, επέλεξε τις πιο αγαπημένες φωτογραφίες του και τις έκανε το θέμα του βιβλίου «Ρhotography by Jeff Βridges», αλλά και της έκθεσης που εγκαινιάστηκε στο Φωτογραφικό Μουσείο του Balboa Park στις 13/3/04. Είναι δεινός κιθαρίστας και εξαιρετικός τραγουδιστής. Το τελευταίο μουσικό πόνημά του «Βe Here Soon» κυκλοφορεί σε cd και σε i-tunes. Είναι επίσης γλύπτης, ζωγράφος, σκιτσογράφος (τα σκίτσα στο Πoρτα Στo Πάτωμα ήταν δικά του) και ακτιβιστής. Για όλες τις δραστηριότητές του, θα βρείτε άκρως ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες στο υπέροχο επίσημο site του, jeffbridges.com.


Η επανεκτίμηση του Τζεφ Μπρίτζες μας οδηγεί, με τη σειρά της, να θυμηθούμε κάποιους άλλους, λιγότερο ή περισσότερο διάσημους ηθοποιούς, που ποτέ δεν πήραν πίσω από τη μεγάλη οθόνη όλα όσα τους άξιζαν…


Κάρι Γκραντ: «Ποιος είναι στ αλήθεια ο Κάρι Γκραντ; με ρώτησε κάποτε ένας δημοσιογράφος. Οταν μάθεις, πες μου κι εμένα του απάντησα». Ο Βρετανός Αρτσιμπαλντ Λιτς μεταμορφώθηκε σε χολιγουντιανό Κάρι Γκραντ με διαβατήριο την αφοπλιστική ομορφιά και την αριστοκρατική γοητεία που τον εκτόξευσαν άμεσα στην κορυφή, ωστόσο προκάλεσαν αυτόματα καχυποψία για το υποκριτικό του ταλέντο. Μόλις δυο φορές υποψήφιος για Οσκαρ και όχι για τις καλύτερες ερμηνείες του (Πένι Σερενέιντ, None But The Lonely Heart), ο Γκραντ, παρόλο που υπήρξε συχνά πρωταγωνιστής του Χίτσκοκ και ίσως ο σημαντικότερος κομεντιέν της εποχής του (Κοινωνικά Σκάνδαλα, Αρσενικό Και Παλιά Δαντέλα) δεν κατάφερε ποτέ να ανακηρυχθεί «επίσημα» σε σπουδαίο ηθοποιό, μια κινηματογραφική αδικία που συνήθως κατατρέχει τα μεγάλα κωμικά ταλέντα. Κ.Α.


Τζόαν Αλεν: «Αν ο Ολιβερ Στόουν μου είχε ζητήσει να υποδυθώ την Πατ Νίξον σαν μια γυναίκα που φοράει στρινγκ και κρέμεται από έναν πολυέλαιο, θα το είχα κάνει ευχαρίστως». Η παρουσία της, είτε υποδύεται νευρωτικές συζύγους είτε τις στιβαρές προσωπικότητες που συχνά της αναθέτουν, αποπνέει ειλικρίνεια, επίγνωση, πολυπλοκότητα. Στην Αλλη Οψη Του Θυμού εμφανίστηκε ράκος, τσαχπίνα, εκτός ελέγχου, σέξι – στο ιδιόμορφο Yes της Σάλι Πότερ τολμηρή και γήινη. Από την εποχή της Παγοθύελλας έχει μεγαλύτερη γκάμα ρόλων και φαίνεται εξίσου άνετη σε οποιονδήποτε από αυτούς. Με τρεις υποψηφιότητες για Οσκαρ και καμία νίκη, το Χόλιγουντ της «κρατά κακία» γιατί η Αλεν, τέκνο του διάσημου Steppenwolf Theatre Company, έχει ερωτικό δεσμό με τη σκηνή και δεν δίνει δεκάρα για τη διασημότητα. Για κάποιους ένα Τόνι είναι καλύτερο από ένα Οσκαρ… Λ.Μ.Π.


Ορσον Γουέλς: «Ξεκίνησα από την κορυφή και δούλεψα μεθοδικά την πορεία μου προς τον πάτο». Η βιομηχανία τον αξιοποίησε ως αφηγητή ή ως τον καλοζωισμένο εκείνο κύριο με το μούσι ο οποίος διαφήμιζε πούρα και κρασιά. Κι όμως, αν υπάρχει ένας ηθοποιός ο οποίος σφράγιζε με την παρουσία του κάθε ρόλο που υποδυόταν, αυτός δεν είναι άλλος από τον Ορσον Γουέλς. Από τον κυνικό Χάρι Λάιμ ως τον μεγαλομανή πολίτη Κέιν και τον «σοφό τρελό» του Φάλσταφ, η προσωπικότητα του Γουέλς επιβαλόταν συντριπτικά σε κάθε χαρακτήρα, φέρνοντάς τον στα μέτρα του κι επιστρέφοντάς τον σε μας σαν μια αλησμόνητη, τραγική όσο και γοητευτική, bigger than life φιγούρα της ιστορίας του σινεμά. Χ.Μ.


Ρόμπερτ Μίτσαμ: «Σταμάτησα να παίρνω στα σοβαρά τη δουλειά μου όταν σε ένα φιλμ με την Γκριρ Γκάρσον εκείνη χρειάστηκε 125 λήψεις για να πει όχι». Ατίθασος και απειθάρχητος από τη φύση του, ο σπουδαίος Αμερικανός ηθοποιός υπήρξε ιδανικός πρωταγωνιστής σε φιλμ νουάρ του 40. Η αδιαφορία του Μίτσαμ για την εικόνα του ήταν τόση όση μαρτυρά το σαρδόνια βαριεστημένο βλέμμα του και αυτό ποτέ δεν του επέτρεψε να βαδίσει ανενόχλητος στις λεωφόρους της δόξας. Η σύλληψή του για κατοχή μαριχουάνας του άφησε μόνιμα το στίγμα του «κακού παιδιού» και η αμείλικτη χολιγουντιανή μηχανή τον εξόρισε από την αυλή της, σε μια καριέρα με εκλάμψεις ερμηνευτικού βάθους (Η Νύχτα Του Κυνηγού), μα πιο συχνά με τον ίδιο να μαζεύει τα κομμάτια του σε μετριότητες. Α.Κ.


Κρίστοφερ Γουόκεν: «Κάνω εκείνες ακριβώς τις ταινίες που κανείς ποτέ δεν θα δει. Μερικές από αυτές μάλιστα ούτε κι εγώ ο ίδιος τις έχω δει ποτέ». Πλήθος ταλαντούχων ηθοποιών έχει μπει στο χολιγουντιανό περιθώριο λόγω των «αντισυμβατικών» τους προσόντων. Ο Κρίστοφερ Γουόκεν αποτελεί ιδανικό παράδειγμα ταλέντου που λίγοι αναγνώρισαν κι εκμεταλλεύτηκαν σωστά. Και αν η συγκλονιστική ερμηνεία του στον Ελαφοκυνηγό του απέφερε ένα Οσκαρ β ανδρικού, η μετέπειτα ροή της καριέρας του τον μετέτρεψε είτε σε τυποποιημένο «κακό» σε xολιγουντιανές παραγωγές είτε σε εκκεντρικό πρωταγωνιστή ανεξάρτητων, ενίοτε απλώς φτηνών παραγωγών. Από τη άλλη, ο Fatboy Slim είδε το βιντεοκλίπ του «Weapon Of Choic» να γίνεται άμεσα κλασικό με τη σαρωτική εμφάνιση του ηθοποιού σε αυτό. Κρίστοφερ Γουόκεν, master of cult… Κ.Α.


Τζίνα Ρόουλαντς: «Η ζωή μου με τον Τζον Κασαβέτη ήταν ξέφρενη. Αλλά θα ευχαριστώ κάθε στιγμή το Θεό που με έκανε να τον γνωρίσω». Για τη Ρόουλαντς, το συμβόλαιο ζωής και συνεργασίας με τον Κασσαβέτη ήταν ευχή και κατάρα. Χωρίς αμφιβολία έλαμψε περισσότερο από ποτέ στους ρόλους που της χάρισε -ταυτίστηκε μ αυτούς όσο και μ εκείνον. Πρόσωπα, Γκλόρια, Νύχτα Πρεμιέρας, Μια Γυναίκα Εξομολογείται, Μίνι Και Μόσκοβιτς, χαρακτήρες δεικτικά ανθρώπινοι, σπαρακτικοί, που ζωντάνεψαν μέσα από χιλιάδες νευρικές απολήξεις. Δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ δεν έφεραν βραβείο- η Ακαδημία προτιμά πιο συντηρητικές επιλογές. Μετά το θάνατο του Κασαβέτη, η Ρόουλαντς έμεινε μισή, αιωρούμενη -παίζει ακόμα, μα σε ταινίες αδιάφορες και φαίνεται σαν να μη βρίσκεται ακριβώς εκεί… Λ.Μ.Π.


Βιτόριο Γκάσμαν: «Ενας απόλυτα εχέφρων ηθοποιός είναι ένα παράδοξο». Στην Ιταλία ήταν ο «mattatore», ένας μικρός θεός της οθόνης και της θεατρικής σκηνής. Δεν υπήρξε μόνο ηθοποιός και σκηνοθέτης, αλλά προσωπικότητα, εραστής της τέχνης, της ζωής, της γυναίκας, διασκεδαστής της χώρας, gentleman και πολέμιος των συντηρητικών ρευμάτων της εποχής του. Μόρφωσε την Ιταλία με τις θεατρικές του παραγωγές -από Σαίξπηρ ως αρχαία τραγωδία και ποίηση-, την ίδια εποχή που έκανε τους τηλεθεατές να ξεκαρδίζονται διαβάζοντας λογαριασμούς ηλεκτρικού ή το Χρυσό Οδηγό. Οταν πήγε στην Αμερική, δεν τη συμπάθησε ιδιαίτερα, του έλειπε η Ιταλία. Κι εκείνοι δεν του έδωσαν πολλή σημασία: δεν ήξεραν τι να τον κάνουν αυτόν τον υπέροχο, εκλεπτυσμένο Ευρωπαίο… Λ.Μ.Π.


Τίλντα Σουίντον: «Υποδυόμαστε πάντοτε τον εαυτό μας. Ο,τι κι αν κάνουμε είναι αυτοβιογραφία». Η εντυπωσιακή κοκκινομάλλα με το διάφανο πρόσωπο συνδέθηκε αρχικά με το αναρχικό έργο του Ντέρεκ Τζάρμαν, ήταν όμως ο ανδρόγυνος χαρακτήρας της στο Ορλάντο της Σάλι Πότερ που την έκανε διάσημη. Παρά τη διαρκή παρουσία της σε ανεξάρτητες παραγωγές, το Χόλιγουντ διστάζει ακόμη να της χαρίσει πρωταγωνιστικούς ρόλους που θα αξιοποιήσουν το σύνολο του ταλέντο της και την ανήσυχη καλλιτεχνική της φύση: με εξαίρεση το θρίλερ Deep End, που της χάρισε μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα, αρκείται συνήθως στην επιφανειακή χρήση της εξωτικής της εμφάνισης σε ταινίες όπως το Χρονικό Της Νάρνια. Θ.Π.


Τοσίρο Μιφούνε: «Δεν είμαι υπερήφανος για τίποτα άλλο εκτός από όσα έχω κάνει με τον Ακίρα Κουροσάβα». Το δημιουργικό δέσιμο του Μιφούνε με τον Κουροσάβα τους ανέδειξε σε ένα από τα πιο περίοπτα δημιουργικά δίδυμα στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Μιφούνε αναδείχτηκε στον διασημότερο Ιάπωνα ηθοποιό στον κόσμο, μα δεν κατάφερε ποτέ να αποδεσμευτεί από τα δίχτυα του μεγάλου σκηνοθέτη και να αναδείξει τη δραματική του αξία στη Δύση. Στην ουσία, εκτός συνόρων αντιμετωπίστηκε μόνο σαν εξωτική και αξιοπερίεργη περίπτωση για γραφικούς ρόλους -κυρίως δράσης- που εξυπηρετούσαν μέτρια σενάρια. Ενώ συμπατριώτες του σήμερα γίνονται περιζήτητοι, ένα ιερό τέρας σαν τον Μιφούνε έπεσε χρονικά στο πολιτιστικό κενό μιας Δύσης ανήμπορης να αναδείξει και να αφομοιώσει την ξεχωριστή του αξία. Α.Κ.


Μπάρμπαρα Στάνγουικ: «Βάλε με στα τελευταία δεκαπέντε λεπτά μιας ταινίας και την έχω κάνει δική μου. Το τι έχει συμβεί πριν δεν θα έχει καμιά σημασία». Η αδίστακτη femme fatale του φιλμ νουάρ ήταν, πάνω απ όλα, μια από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ωστόσο, η τυποποίηση μπλόκαρε τη μετεξέλιξή της σε ώριμη πρωταγωνίστρια όταν η εποχή του νουάρ προσπεράστηκε. Στο απόγειο της καριέρας της, υπήρξε υποψήφια για Οσκαρ τέσσερις φορές, δεν κέρδισε όμως ποτέ. «Χαροκαμένη» Στέλλα Ντάλας και πανέξυπνη Lady Eve, βραβεύτηκε πάντως μόλις το 1981 με τιμητικό Οσκαρ, αφού πρώτα πέρασε σχεδόν τρεις δεκαετίες επιτυχημένης αλλά χαμηλότερου προφίλ καριέρας στην τηλεόραση. Ποτέ δεν απόλαυσε τις δάφνες μιας Κάθριν Χέπμπορν ή μιας Μπέτι Ντέιβις, αν κι άξιζε να βρίσκεται μαζί τους στον «θρόνο» των καλύτερων. Κ.Α.


ΧάρβεΪ ΚαΪτέλ: «Δουλεύω σκληρά σε οτιδήποτε κάνω. Γιατί τείνω να αντιμετωπίζω τα πάντα σαν έναν αγώνα. Στη δουλειά μου και στη ζωή μου». Το όνομα του πρώην πεζοναύτη Καϊτέλ συνδέθηκε με εκείνο του Σκορσέζε όταν πρωταγωνίστησε, στις αρχές του 70, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία και των δυο, το Ποιος Κτυπά Την Πόρτα Μου; και στους Κακόφημους Δρόμους, που καθιέρωσαν τον σκηνοθέτη. Το πρόβλημα ήταν ότι στους Δρόμους ο Καϊτέλ έχασε την παράσταση από τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, έναν ηθοποιό μεγαλύτερου διαμετρήματος, φτιαγμένου από την πάστα του σταρ…


Στη διάρκεια του 70 και του 80, ο Καϊτέλ αλώνιζε τον κόσμο με μικρές ταινίες που έκαναν αίσθηση σε φεστιβάλ, όχι όμως στα ταμεία. Στην έκρηξη του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου του 90 ο Καϊτέλ καθιερώθηκε ως art house όνομα (Reservoir Dogs, Διαφθορά). Αλλά ο καιρός είχε πια περάσει και αυτό το τίναγμα προς την κορυφή είχε σύντομη διάρκεια. Γ.Ζ.


Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ: «Πάντα ένιωθα ξένος στη βιομηχανία του θεάματος. Και δεν είχα κανένα πρόβλημα με αυτό…». Ελαστικός και ανήσυχος ηθοποιός, ο Ντάουνι έχει δείξει ισάξιες ικανότητες στην κωμωδία και το δράμα, ενώ έφτασε μέχρι τα Οσκαρ υποδυόμενος τον Τσάρλι Τσάπλιν. Κλασική περίπτωση αυτοκαταστροφικού ταλέντου, όμως, πέταξε τα νιάτα του στα σκουπίδια χτυπώντας κάρτα σε κλινικές αποτοξίνωσης, στολίζοντας πρωτοσέλιδα κιτρινοφυλλάδων και πληρώνοντας αδρά ποσά για να μείνει έξω από τη φυλακή. Σήμερα, που υποτίθεται ότι έχει «καθαρίσει», ο Ντάουνι κάνει ένα ακόμη comeback, κρατώντας ρόλους σε ταινίες όπως το Καληνύχτα Και Καλή Τύχη του Τζορτζ Κλούνεϊ, το Kiss Kiss Bang Bang και το Eros, στο επεισόδιο του Στίβεν Σόντερμπεργκ. Είναι μεν παραγωγικότερος από ποτέ, αλλά και γι αυτόν το τρένο έχει φύγει… Γ.Ζ.


Ντελφίν ΣεΪρίγκ: «Ζούμε σε έναν τυπικά αντροκρατούμενο και ετεροφυλόφιλο κόσμο. Το σινεμά, η πολιτική, η ζωή ολόκληρη έχουν ένα μοναχά πρόσωπο. Κι αυτό το πρόσωπο είναι αυστηρά αντρικό». Ο Αλέν Ρενέ ανακάλυψε πρώτος το ταλέντο της, επιτρέποντάς της να ενσαρκώσει τη γυναίκα-αίνιγμα στο Πέρσι Στο Μάριενμπαντ και να κερδίσει με τη Μίριελ το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας. Είναι ωστόσο άξιο απορίας γιατί η ντελικάτης ομορφιάς, αριστοκρατική Γαλλίδα ηθοποιός βρισκόταν πάντα στη σκιά λιγότερο ταλαντούχων συμπατριωτισσών της, παρά τις συμμετοχές σε ταινίες των Τριφό, Μπουνιουέλ, Ντεμί και Λόουζι. Πάντως η δράση της ως ακτιβίστρια φεμινίστρια, την περιόρισε στα 70s σε ταινίες γυναικών, όπως το India Song της Μαργκερίτ Ντιράς, ενώ η υποβλητική ερμηνεία της ως αιμοδιψής κόμισσα στο Daughters Of Darkness την μετέτρεψε σε gay icon. Θ.Π.


Πίτερ Λόρε: «Τα μόνα που χρειάζεται κανείς για να με μιμηθεί είναι δυο μισοβρασμένα αυγά και φωνή αγουροξυπνημένου». Το στρογγυλό πρόσωπο, τα γουρλωτά μάτια, και ο ρόλος του στο Μ του Φριτς Λανγκ τον τυποποίησαν σε ρόλους διαταραγμένων προσωπικοτήτων, ο Λόρε όμως θα μπορούσε να έχει μια πολύ διαφορετική πορεία. Το αγγλόφωνο ντεμπούτο του στον Ανθρωπο Που Γνώριζε Πολλά, χωρίς να γνωρίζει ακόμη αγγλικά, τον οδήγησε στο Χόλιγουντ και μια σειρά χαρακτηριστικών ρόλων, από την Καζαμπλάνκα και το Γεράκι Της Μάλτας ως το Αρσενικό Και Παλιά Δαντέλα. Θα χρειάζονταν ωστόσο να περάσουν 20 χρόνια, ως τη μοναδική σκηνοθετική του προσπάθεια, Der Verlorene, για να βρεθεί ένας ρόλος αντάξιος της ταινίας που τον ανέδειξε. Θ.Π.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ