To θεσπέσιο λίκνισμα των γοφών, το υγρό βλέμμα, ο σκοτεινός χείμαρρος των μαλλιών, ακόμα και το όνομά της παραπέμπουν άμεσα στην αμαρτία. Με αφετηρία την πασαρέλα η Μόνικα Μπελούτσι πέρασε με άνεση στο σελιλόιντ και σκαρφαλώνει ολοένα και ψηλότερα στο top 10 των πιο επιθυμητών γυναικών στον κόσμο.
Δύο λέξεις τρύπωναν στις φράσεις της ελληνικής δημοσιογραφικής παρέας των φετινών Καννών, σχεδόν καθημερινά: Μόνικα. Μπελούτσι. Συνήθως, συνοδεύονταν από έκπληκτα πεταρίσματα των βλεφάρων, μακρόσυρτους αναστεναγμούς, θαυμαστικά και ερωτηματικά, αλλά ποτέ, ούτε μία φορά, από σιωπές. Ολοι και όλες είχαν κάτι να πουν για εκείνη.
Συχνά την αποκαλούσαν “Θεά”, ένα επίθετο τόσο άσχημα χρησιμοποιημένο στο σύγχρονο ελληνικό λεξιλόγιο που καταντά προσβλητικό. Μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα υπόλοιπα κοσμητικά έμοιαζαν υπερβολικά φτωχά ώστε να περιγράψουν όχι τόσο την ομορφιά της, αλλά κυρίως τα συναισθήματα δέους που η Ιταλίδα ηθοποιός γεννά στους γύρω της -ανεξαρτήτως φύλου: οι άνδρες την ποθούν σαν άπιαστο -άρα καθαρό από ενοχές- όνειρο. Οι γυναίκες τη ζηλεύουν, με τον καλοπροαίρετο τρόπο μιας ομόφυλης που εφόσον αδυνατεί να ανταγωνιστεί το αντικείμενο θαυμασμού, το χρησιμοποιεί ως (επίσης άπιαστο) πρότυπο.
Η εικόνα της Μόνικα Μπελούτσι στο δικό μου το μυαλό δεν μένει ποτέ ακίνητη. Βαδίζει πάντα αγέρωχα, με την υπερηφάνεια του λευκού καθαρόαιμου και μιας Μαλένα και αναγκάζει τα δεκατριάχρονα αγοράκια να στέκονται προσοχή μπροστά της μέχρι να τα προσπεράσει, μέχρι το αμαρτωλό, σαν το όνομά της, λίκνισμα των γοφών να προσθέσει ένα ακόμα άλλοθι στις πρώιμες, νυχτερινές τους φαντασιώσεις. Επειτα, η εικόνα ταξιδεύει δύο χρόνια πριν, παίρνει σάρκα και οστά και σχηματίζει μια γυναίκα ζωηρή, γελαστή, απίστευτα κολακευμένη από τα κομπλιμέντα των διάσημων συμπρωταγωνιστών της, φανερά διψασμένη για περισσότερη δημοσιότητα. Ηταν και πάλι στις Κάννες, όπου η Μπελούτσι είχε έρθει μαζί με τον Τζιν Χάκμαν και τον Μόργκαν Φρίμαν για να παρουσιάσει την ταινία τους Βασικός ύποπτος για φόνο. Σήμερα, το παραδέχεται ευθαρσώς: “Το γεγονός ότι μια Ιταλίδα ταξίδεψε στην Κρουαζέτ με ένα αμερικανικό φιλμ, τους έκανε να με αντιμετωπίσουν με άλλο μάτι”. Το βράδυ ακολούθησε το πάρτι. Πίσω από έναν γυάλινο τοίχο, ο Φρίμαν, ο Χάκμαν και η Μπελούτσι μοίραζαν νεύματα εξ αποστάσεως, προστατευμένοι από αδηφάγες κάμερες και προτεταμένα στυλό. Ηταν η Μόνικα Μπελούτσι εκείνη που διέλυσε την απόσταση σαν πρωινή πάχνη: η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και η σαγηνευτική ηθοποιός άνοιξε τα χέρια σαν φτερά και παραδόθηκε αμαχητί στα φλας, στις αγκαλιές, στα λόγια θαυμασμού. Ηταν λιγότερο ψηλή από όσο έδειχνε στην οθόνη και η γλώσσα του κορμιού της μας προειδοποιούσε: είμαι εδώ, ήρθα, υποδεχτείτε με και κάντε με σταρ.
Η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Το διαπίστωσα στις φετινές Κάννες, με μερικές κλεφτές ματιές που αρκούσαν για να νιώσω τη σιγουριά που πλέον εκπέμπει – πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν η εκτόξευσή της στο στερέωμα των παγκόσμιων αστέρων είναι σχεδόν βέβαιη, μετά τα Μatrix 1&2, όπου θα τη δούμε προσεχώς…
Παρακολουθήστε τον βιασμό της Μπελούτσι ήταν το σλόγκαν-κράχτης που γλιστρούσε ύπουλα πίσω από τις γραμμές και τις λέξεις. Τον παρακολουθήσαμε με δυσκολία, με μισοσκεπασμένα τα μάτια. Από τις ζωώδεις κραυγές της ηθοποιού, όμως, ήταν αδύνατον να ξεφύγουμε. “Ηταν σε μεγάλο σημείο αυτοσχεδιασμός”, δήλωσε η ίδια για τον πιο επώδυνο, πιο ενστικτώδη ρόλο της καριέρας της.
Η ταινία του Νοέ, στην οποία συμπρωταγωνιστεί ο σύζυγος της Μπελούτσι, Βενσάν Κασέλ, είναι από τις πιο βίαιες που έχουμε δει -γι’ αυτό, προφανώς, και δίχασε τόσο πολύ τους κριτικούς. Αδικα, γιατί καθώς ξετυλίγεται (και μάλιστα ανά-> >ποδα, αφού η πρώτη σκηνή είναι στην πραγματικότητα η τελευταία της ιστορίας), ξετυλίγεται μαζί της και η καλά κρυμμένη ευαισθησία που δικαιολογεί απόλυτα ακόμα και την πιο ακραία βία. Υπάρχει αρχή, μέση, τέλος (ίσως όχι με αυτή τη σειρά) και μια πολύ συμπαγής σπονδυλική στήλη που καταλήγει στην απαισιόδοξη, αλλά απολύτως σεβαστή κεντρική ιδέα του φιλμ: Ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα. Ουσιαστικά, καταστρέφει τη ζωή. “Συμφωνώ“, λέει η Μόνικα. “Το φρέσκο γάλα χαλάει, το παιδί γερνά και πεθαίνει. Είναι σκληρό, αλλά είναι η αλήθεια. Ο χρόνος θα καταστρέψει και μένα, τη νεότητά μου. Επειτα από έξι -επτά χρόνια δεν θα είμαι πια η ίδια“.
Η Μόνικα Μπελούτσι γεννήθηκε το 1968 στην πόλη Σίτα ντι Καστέλο και στα 18 της άρχισε να σπουδάζει Νομικά. Οταν χρειάστηκε χρήματα για τις σπουδές της αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το αψεγάδιαστο παρουσιαστικό της και να εργαστεί ως μοντέλο. Στα 20 μετακόμισε στο κέντρο μόδας της Ιταλίας, το Μιλάνο, κι έγινε μέλος του πρακτορείου Ελίτ, διαγράφοντας για πάντα τις δικογραφίες από τη μνήμη της. Το ’90 έπαιξε στην τηλεόραση της χώρας της, το ’92 μεταμορφώθηκε σε σέξι βαμπίρ, στον Δράκουλα του Κόπολα. Παρά το όνομα του σκηνοθέτη, οι πόρτες του Χόλιγουντ παρέμειναν ερμητικά κλειστές – μέχρι να την παραλάβουν οι Χάκμαν και Φρίμαν. Στο μεταξύ, πρωταγωνίστησε σε οκτώ ευρωπαϊκές ταινίες με τον σύζυγό της, τον οποίο λατρεύει για την αμεσότητά του και με τον οποίο ονειρεύεται να γυρίσει επιτέλους μία κωμωδία. Αντ’ αυτού, υποδύθηκε την ιδανική Κλεοπάτρα του “Αστερίξ”. “Αυτή ήταν η πρώτη ταινία που με έκανε αληθινά γνωστή σε παγκόσμιο επίπεδο”, παραδέχεται.
Το Διαδίκτυο δεν έχει πλημμυρίσει ακόμα από ζουμερές λεπτομέρειες για τη ζωή της. Κανένα μυστικό, κανένα σκάνδαλο, καμία ιδιορρυθμία δεν σκιάζει το σύντομο βιογραφικό της. Τελικά, τι έκανε τη Μόνικα Μπελούτσι να ξεχωρίσει τόσο έντονα από τον αστραφτερό σωρό των γοητευτικών επίδοξων σταρ;
Δεν είναι ξανθιά, με διαφωτίζουν όσοι κουράστηκαν από τις ζωντανές “Μπάρμπι” τύπου Πάμελα Αντερσον και τις διάφανες βασίλισσες των πάγων σαν την Ούμα Θέρμαν. Δεν είναι πιτσιρίκα, συνεχίζουν όσοι βαρέθηκαν την ακατάσχετη πλημμύρα των έτοιμων προς κατανάλωση πιπινιών. Εδώ συνειδητοποιώ ότι η Μπελούτσι είναι ο ορισμός της θηλυκότητας, ακριβώς επειδή, στα 34 της, δεν την ξοδεύει άσκοπα και γνωρίζει άριστα πού να τη διοχετεύσει. Επιπλέον, είναι αξιοπρεπής, αλλά και πολύ πιο “απτή” από άλλες ωραίες: δεν διαθέτει την εξωπραγματική τελειότητα της Αντζελίνα Τζολί, η οποία ίσως είναι απείρως πιο συναρπαστική, ταυτόχρονα όμως φαντάζει μάλλον τρομακτική. Η Μόνικα Μπελούτσι είναι, απλώς, η Θεά της Διπλανής Πόρτας.
Ισως η επιτυχία της να πηγάζει από την τόλμη και την καλλιτεχνική της εντιμότητα, τα στοιχεία που συμπληρώνουν ιδανικά τον αισθησιασμό και που οδήγησαν την Μπελούτσι από τους ρόλους απόμακρων συζύγων σε θρίλερ made in USΑ στην Αδελφότητα των Λύκων και από την αρχοντική Κλεοπάτρα του Αστερίξ στον ρόλο της ηρωίδας του Ιrreversible, που ποδοπατείται ψυχικά και σωματικά μόνο και μόνο επειδή η ομορφιά της μοιάζει σαν διαβατήριο για την ευτυχία. Παρόμοιος φθόνος στράφηκε και εναντίον της Μαλένα – ευτυχώς, τη Μόνικα δεν την άγγιξε. Τον κατανοεί, παρ’ όλα αυτά. Οπως, ακριβώς, κατανοεί και το εφήμερο της ομορφιάς. “Στην πραγματικότητα, η ομορφιά δεν διαρκεί περισσότερο από πέντε λεπτά”, επιμένει με μια πινελιά υπερβολής. Τι διαρκεί, λοιπόν, Μόνικα; “Ολα τα υπόλοιπα“, απαντά ψύχραιμα. “Η εξυπνάδα, για παράδειγμα“.
Από τη Μαρίνα Τσικλητήρα






