Όλοι ξέρουμε πια πως στο, αν σε πιάσει, τόσο συγκινητικό φινάλε του «Κάποτε στο Χόλιγουντ…» ο Ρικ Ντάλτον καθαρίζει με τα αίματα της συνάντησης με την οικογένεια Μάνσον και επισκέπτεται το σπίτι του Ρομάν Πολάνσκι και της, ολοζώντανης πια, Σάρον Τέιτ και των οικογενειακών φίλων της.
Ο Ταραντίνο ρωτήθηκε αν αυτή η συνάντηση θα ανέκαμπτε την καριέρα του συμπαθούς και τίμιου ηθοποιού που βολόδερνε στα δεύτερα τηλεοπτικά σίριαλ. Αναλογικά βέβαια στην ταραντινική φιλοσοφία, η απάντηση ήταν ρεαλιστική και ουδόλως…λιγόλογη. Ο Κουέντιν, αφού ξεκαθάρισε πως οριοθετεί τον χαρακτήρα στα πλαίσια κανονικών ηθοποιών της περιόδου που αγαπά τόσο πολύ (ο Ερλ Χόλιμαν, ο Βικ Μόροου, ο Τζακ Κέλι), διατύπωσε, κλασικά ανοικονόμητα, την άποψη πως ένας τέτοιος ηθοποιός δεν θα είχε καμία τύχη αναγέννησης.
«Ο Ρικ θα δούλευε, θα έπαιρνε ρόλους και θα ήταν όλοι ανάλογοι τηλεοπτικών σειρών, σαν αυτόν του αρχηγού της Αστυνομίας στο «Στάρσκι και Χατς». «Οι ηθοποιοί στους οποίους βάσισα τον χαρακτήρα», συνέχισε ο Ταραντίνο, «είναι ηθοποιοί που από macho είδωλα, άρχισαν στις επόμενες δεκαετίες να παίζουν γεροντότερους αστυνομικούς ή διοικητές νεαρότερων που ήταν και οι ανερχόμενοι σταρ.»
Αν και από μία πλευρά τα παραπάνω είναι ενδιαφέροντα στο βαθμό που ο Ταραντίνο κάνει μια εναλλακτική μελέτη του αρσενικού machismo στο σινεμά του, γενικά μπορείς να παραδεχθείς πως είναι περίπου παντελώς ασήμαντα. Εκτός βέβαια και αν σημαίνουν…σινεμά. Τότε, στο πιο ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης, η έλλειψη σχολιασμού πάνω στο τι απέγινε ο Κλιφ Μπουθ (Μπραντ Πιτ) μετά το μαχαίρωμα, ίσως μπορεί να εκληφθεί και σαν μια πιθανότητα να ξαναδούμε έναν χαρακτήρα που ανεβαίνει τάχιστα στα charts της ταραντινικής θεολογίας.






