Το βιβλίο του Γιώργου Αρχιμανδρίτη «Θόδωρος Αγγελόπουλος: Με γυμνή φωνή» γεννήθηκε από τις συζητήσεις του συγγραφέα με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο για τη σειρά εκπομπών «Με γυμνή φωνή» που μεταδόθηκαν από τον σταθμό πολιτισμού France Culture της Κρατικής Γαλλικής Ραδιοφωνίας το 2009.
«Σας είπα ότι είμαι ένα παιδί του πολέμου. Η ζωή μου έχει σημαδευτεί τόσο πολύ από κάποια γεγονότα, ώστε, όταν διηγούμαι την Ιστορία, είναι σχεδόν σαν να διηγούμαι τη δική μου ιστορία». Και αυτή είναι η φράση με την οποία ο Αγγελόπουλος αποφασίζει να ξεκινήσει τη διήγηση του χρονικού του.
Ο Αγγελόπουλος χαρτογράφησε με μοναδικό τρόπο τη συλλογική ελληνική ψυχή. Τα έργα του αποτελούν αναπαραστάσεις μιας Ελλάδας ξεχασμένης, παράξενης, εσωτερικής. Αναπαραστάσεις ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια. Στις ταινίες του διηγείται την Ιστορία της χώρας του «σαν να θέλει να την εξορκίσει και να την ξαναγράψει με τρόπο διαφορετικό».
Το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη έρχεται να φωτίσει περισσότερο τις σκέψεις, τη ζωή και τη φιλοσσοφία του. Ο Αγγελόπουλος σε τόνο ημερολογιακά εξομολογητικό μιλάει σε πρώτο ενικό και παραθέτει στοιχεία για τις ταινίες και τα βιώματα του.
Σε ηλικία πέντε ετών, την ημέρα που ολοκληρωνόταν η είσοδος του γερμανικού στρατού στην Αθήνα, ο Αγγελόπουλος έπαιξε ένα επικίνδυνο κρυφτό με έναν γερμανό στρατιώτη που τον κυνήγησε επειδή ο ίδιος του είχε πετάξει κάτω τον ξύλινο σηματοδότη. Το στιγμιότυπο των παιδικών χρόνων του Αγγελόπουλου αναπαραστάθηκε στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» και όπως ο ίδιος αφηγείται στον Αρχιμανδρίτη, ενώ μία φράση ξεκλειδώνει το ποιητικό του σύμπαν: «Οι εικόνες υπάρχουν στο μυαλό μας πριν τις αναπαραγάγουμε».
Υπάρχουν πολλές τέτοιες σκηνές στις ταινίες του Αγγελόπουλου, σκηνές που αναπαριστούν τις παιδικές του αναμνήσεις από τον πόλεμο. Μια τέτοια οικογενειακή στιγμή αποτέλεσε και την πρώτη σκηνή της «Αναπαράστασης», της πρώτης ταινίας του Αγγελόπουλου.
Κατά τη διάρκεια του Κόκκινου Δεκέμβρη το ΄44 συνέλαβαν τον πατέρα του Αγγελόπουλου και τον έστειλαν για εκτέλεση. Άρχισαν τότε με τη μητέρα του να ψάχνουν το πτώμα του στις αλάνες με τις σωρούς των εκτελεσμένων. Δεν κατάφεραν όμως να βρουν κάτι. Τρεις μήνες μετά όταν ο μικρός Θόδωρος έπαιζε στο δρόμο, βλέπει από το βάθος να πλησιάζει ένας άντρας με ρούχα κουρελιασμένα. Ήταν ο πατέρας του. Και όπως ο ίδιος εξομολογείται στον Αρχιμανδρίτη «φώναξα τη μητέρα μου. Τη θυμάμαι ντυμένη στα μαύρα να τρέχει προς το μέρος του. Συναντήθηκαν στη μέση του δρόμου. Μετά από μια στιγμή ακινησίας, ήρθαν προς το μέρος μας».
Και ύστερα ήρθε η δικτατορία. Τα ξημερώματα της μέρας που μπήκε ο στρατός στο Πολυτεχνείο ο Αγγελόπουλος κατάφερε να διαφύγει στο Παρίσι. Ο «Θίασος» τότε βρισκόταν ακόμη στα σκαριά. Όμως ο Αγγελόπουλος ήθελε να γυρίσει την ταινία πάση θυσία.
Επέστρεψε λοιπόν στην Αθήνα 20 μέρες μετά τα συμβάντα του Πολυτεχνείου, βρήκε παραγωγό (το Γιώργο Παπαλιό, μετέπειτα πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου) και ξεκίνησε τα γυρίσματα. Τον βοήθησε όμως κάτι πολύ σημαντικό: Όταν σπούδαζε στη Νομική, είχε έναν συμφοιτητή ο οποίος επί δικτατορίας έγινε Υπουργός Πληροφοριών. Πριν αρχίσει την ταινία του ο Αγγελόπουλος πήγε να τον βρει και του ζήτησε άδεια να γυρίσει την ταίνια και μάλιστα χωρίς να διαβαστεί το σενάριο. Και όπως παραθέτει στον Αρχιμανδρίτη: «Έκανα δηλαδή την ταινία με τη βοήθεια της δικτατορίας! Όταν η αστυνομία ερχόταν να μας κάνει έλεγχο, δείχναμε την άδεια. Οπότε νόμιζαν ότι επρόκειτο για ταινία καθεστωτική».
Από αυτήν τη βιωματική σχέση του με την Ιστορία, τη βίωση δηλαδή της Ιστορίας από τη μεριά εκείνου που την υφίσταται προκύπτει και το γεγονός, ότι στις ταινίες του Αγγελόπουλου ο χρόνος δεν εκτυλίσσεται με τρόπο γραμμικό, το παρελθόν και το παρόν γίνονται ένα. «Αφού πιστεύω ότι το παρελθόν δεν είναι μόνο παρελθόν αλλλά και παρόν, έπρεπε να βρω έναν τρόπο αφήγησης στον οποίο οι δύο αυτές χρονικές διαστάσεις να συνυπάρχουν». Έτσι δημιουργήθηκε και ο τρόπος αφήγησης του «Θιάσου», σύμφωνα με τον οποίο το παρελθόν και το παρόν δεν είναι η μνήμη ενός προσώπου, αλλά η συλλογική μνήμη ενός λαού.
Ο Αγγελόπουλος αντιμετώπιζε την κάθε του ταινία σαν μια ξεχωριστή περιπέτεια για να προσεγγίσει το δικό του όραμα. Είχε τη δική του φιλοσοφία για τη δημιουργία, την οποία διηγείται στον Αρχιμανδρίτη: «Στην ουσία πρόκειται για ένα μυστήριο. Πώς γεννιέται μια ιδέα; Προηγείται πάντα μια περίοδος λίγο παράξενη και μυστηριώδης, όπου αισθάνομαι ότι κάτι έρχεται. Είναι μια περίοδος ύπνωσης, μια κατάσταση όπως ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνο, όπου τα πάντα αποκτούν διαφορετικές διαστάσεις. Μια φράση, ένα τραγούδι ή έναν θόρυβο τα ακούω με τρόπο διαφορετικό. Είναι σαν μια εγκυμοσύνη».
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη






