Σιαμάκ Ετεμάντι: «Η ερωτική διάθεση είναι η δύναμη που μας κάνει να δημιουργούμε» - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
13:38
9/2

Σιαμάκ Ετεμάντι: «Η ερωτική διάθεση είναι η δύναμη που μας κάνει να δημιουργούμε»

Ο Σιαμάκ Ετεμάντι μιλά στο ΣΙΝΕΜΑ με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του ταινίας, «Από τι Είμαστε Φτιαγμένοι», μια συλλογική εξερεύνηση της επιθυμίας και της σεξουαλικότητας των ατόμων με αναπηρία.

Συνέντευξη στον Βαγγέλη Βίτσικα

Ο Σιαμάκ Ετεμάντι μας συστήθηκε μέσα από το χώρο της μυθοπλασίας, πρώτα με τις μικρού μήκους ταινίες του και ύστερα με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του «Pari». Φέτος, επιστρέφει με το πρώτο του ντοκιμαντέρ, «Από τι Είμαστε Φτιαγμένοι», το οποίο έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 31ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες, μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για το όραμά του πίσω από το συγκεκριμένο φιλμ, τον στόχο που εξαρχής έθεσε, αλλά και την κατάσταση του ελληνικού κινηματογράφου σήμερα. Όσα είχε να μας πει στη διάρκεια της απολαυστικής συζήτησής μας παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Από την προβολή της ταινίας στις 31ες Νύχτες Πρεμιέρας

Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα για να κάνεις αυτήν την ταινία; Υπήρξε κάποιο προσωπικό βίωμα που σε τράβηξε σε αυτήν την ιστορία;

Πιστεύω ότι ο έρωτας, η απώλεια και μια βαθιά επιθυμία που μας κινητοποιεί είναι θέματα που διατρέχουν όλες μου τις δουλειές. Σε αυτή την ταινία, η αφορμή ήρθε όταν γνώρισα τον Άρη Κατσούλη, που τελικά έγινε και το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας. Τότε σπούδαζε ψυχολογία και μου μίλησε για την ιδέα της πτυχιακής του, όπου ήθελε να ασχοληθεί με τα στερεότυπα γύρω από την ερωτική ζωή των ανάπηρων ανθρώπων στην Ελλάδα. Πολύ γρήγορα καταλάβαμε ότι μιλώντας για τη σεξουαλικότητα, ανοίγει στην πραγματικότητα μια πολύ μεγαλύτερη κουβέντα: για την προσβασιμότητα, τις κοινωνικές αντιλήψεις και όλα εκείνα που κρατούν τους ανάπηρους ανθρώπους στο περιθώριο μιας ισότιμης ζωής.

Ο τίτλος «Από Τι Είμαστε Φτιαγμένοι» πώς συνδέεται με τον θεματικό πυρήνα της ταινίας;

Νομίζω ότι από την αρχή ένα από τα βασικά πράγματα που μας απασχολούσαν ήταν πως η επιθυμία παίζει καθοριστικό ρόλο στο ποιοι είμαστε, μας συγκροτεί, μας κινεί, μας βάζει σε δράση. Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιστορία έχει έντονα και μια κοινωνική διάσταση, και ότι άξιζε να μιλήσουμε ακριβώς γι’ αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς είναι να σε γνωρίζει κάποιος και να αγνοεί εντελώς, να «σβήνει», την ερωτική σου υπόσταση. Και δεν μιλάω μόνο για το σεξ, αλλά για την επαφή, την ανάγκη για σύνδεση. Η ερωτική διάθεση είναι μια δύναμη ζωής: είναι αυτό που μας εμπνέει, που μας ωθεί να δημιουργούμε, να σχετιζόμαστε.

Μου φαίνεται τρομερά βίαιο να αποκλείεις μια ομάδα ανθρώπων επειδή έχουν μια σωματική βλάβη, σαν να θεωρείς ότι δεν αισθάνονται, ότι δεν επιθυμούν. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας είναι η ερωτική μας υπόσταση και ο τρόπος που μας κινητοποιεί, τότε καταλήγουμε στο ότι αυτή η πλευρά μας είναι και ένα βασικό συστατικό του ψυχισμού μας - ένα κομμάτι από το «από τι είμαστε φτιαγμένοι».

Ποια ερωτήματα θα ήθελες να μείνουν στο θεατή μετά το τέλος της προβολής; Τι θα ήθελες να κρατήσει ο θεατής πάνω απ’ όλα από αυτήν την ταινία;

Σε ένα προσωπικό επίπεδο, θα ευχόμουν ο θεατής να αναγνωρίσει στην ταινία ζητήματα που τον αφορούν άμεσα: τις δικές του ελπίδες, αγωνίες και ερωτήματα. Ζούμε σε μια εποχή που, από τη μία, έχει γίνει πιο εύκολο να έχουμε μια σεξουαλική εμπειρία, ακόμα και μέσα από εφαρμογές, αλλά, από την άλλη, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να συνδεθούμε πραγματικά με έναν άλλον άνθρωπο και να μοιραστούμε ουσιαστικά αυτή την εμπειρία. Αυτά τα πανανθρώπινα ερωτήματα, που συνδέονται με τον έρωτα, την επιθυμία και την ανάγκη για επαφή, προσπαθεί να φωτίσει η ταινία.

Σε ένα πιο γενικό, κοινωνικό επίπεδο, θα ήθελα να μείνει η σκέψη ότι η αναπηρία δεν είναι ένα «ειδικό» θέμα, αλλά κάτι βαθιά ανθρώπινο που αφορά όλους μας. Ζούμε στην ίδια κοινωνία και, ανά πάσα στιγμή, ο καθένας μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση όπου μια σωματική βλάβη, σε συνδυασμό με τα εξωτερικά εμπόδια, τον καθιστά ανάπηρο.

Αν κάτι θα ήθελα τελικά να κρατήσει ο θεατής, είναι μια μικρή μετατόπιση στο βλέμμα του. Την επόμενη φορά που θα βρεθεί μπροστά σε ένα ζήτημα προσβασιμότητας - σε έναν δημόσιο χώρο, σε ένα εστιατόριο ή μέσα σε μια συζήτηση όπου αναπαράγονται στερεότυπα, να σταθεί λίγο διαφορετικά: να παρέμβει, να αμφισβητήσει, να ανοίξει μια κουβέντα. Αυτό, για μένα, θα ήταν ένα ουσιαστικό κέρδος της ταινίας.

Πόσο δύσκολο ήταν να εξασφαλιστεί η απαραίτητη χρηματοδότηση για ένα σχέδιο με ένα θέμα που όταν το πρωτοακούς μπορεί σε κάποιον να φανεί δύσκολο ή στενάχωρο;

Και δύσκολο και εύκολο. Από τη μία, είχαμε σημαντική στήριξη από τον ΕΚΚΟΜΕΔ, από την ΕΡΤ και από την AVE α.ε, μια ιδιωτική εταιρεία που στάθηκε δίπλα μας. Από την άλλη, δεν ήταν εύκολο να εξασφαλίσουμε το σύνολο των χρημάτων που χρειαζόταν για να κάνουμε την ταινία όπως την οραματιζόμασταν. Δεν θέλαμε να κάνουμε εκπτώσεις στην ποιότητα, και αυτό αναπόφευκτα μας πήρε περισσότερο χρόνο. Η διαδικασία κράτησε συνολικά έξι χρόνια. Είναι αυτό που λέμε συχνά: όταν δεν έχεις τα απαραίτητα χρήματα, επενδύεις περισσότερο χρόνο για να φτάσεις στο αποτέλεσμα που θέλεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να παραπονεθώ. Απευθυνθήκαμε σε διάφορους θεσμούς και βρήκαμε στήριξη. Θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, αλλά αυτή είναι μια διαχρονική ευχή όλων μας στον κινηματογράφο. Πέρα από τη χρηματοδότηση, αυτό που έχει σημασία είναι ότι υπάρχει μια ουσιαστική αποδοχή του θέματος. Όταν μιλάμε με θεσμούς ή οργανώσεις που ασχολούνται με την αναπηρία, μας ακούνε· υπάρχει ευαισθησία και διάθεση κατανόησης. Το ζητούμενο τώρα είναι πώς όλη αυτή η αποδοχή μπορεί να μεταφραστεί σε πράξη. Νιώθω, όμως, ότι η συνθήκη έχει ωριμάσει και υπάρχει μια πραγματική ελπίδα να γίνει το πρώτο βήμα.

Πιστεύεις ότι αν είχες επιχειρήσει πριν από μερικά χρόνια ή μερικές δεκαετίες να κάνεις την ίδια ταινία για το ίδιο θέμα στον ίδιο τόπο θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να βρεις χρηματοδότηση και απήχηση στο κοινό;

Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, αλλά θα έλεγα μάλλον ναι. Νομίζω ότι σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη ορατότητα, κυρίως λόγω των social media, και δυστυχώς όχι στους δρόμους και τις γειτονιές των πόλεών μας. Μέσα από τις πλατφόρμες βλέπουμε πια αυτούς τους ανθρώπους, ακούμε τις φωνές τους, τις ιστορίες τους. Το ερώτημα, βέβαια, είναι πώς όλη αυτή η ορατότητα μεταφράζεται σε προσωπική εμπειρία, και αυτό είναι κάτι που αγγίζει και η ίδια η ταινία. 

Όταν ρωτάμε, ειδικά τη νεότερη γενιά, τι πιστεύει για αυτά τα ζητήματα, οι περισσότεροι δηλώνουν ανοιχτοί και υπέρ των ίσων δικαιωμάτων. Όταν όμως η ερώτηση γίνεται πιο συγκεκριμένη, για παράδειγμα αν είχαν ποτέ μια ερωτική σχέση με ένα ανάπηρο άτομο ή έστω και ένα απλό φλερτ, η απάντηση συνήθως είναι αρνητική. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη διάθεση να ανοίξει αυτή η συζήτηση. Ίσως όχι πάντα σε βάθος, αλλά τουλάχιστον βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου μπορούμε να ξεκινήσουμε την κουβέντα.

Σκηνοθετικά υπήρξαν κάποιες ιδιαίτερες απαιτήσεις σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες σου;

Είναι η πρώτη φορά που κάνω ντοκιμαντέρ. Προέρχομαι από τον χώρο της μυθοπλασίας και γράφω μόνος μου τα σενάρια, οπότε έχω την τάση να προσπαθώ να καθοδηγήσω την ιστορία, να αναζητώ μεγάλα δραματικά γεγονότα. Το ντοκιμαντέρ, για μένα, ήταν ένα μεγάλο μάθημα. Είναι μια ζωή που εξελίσσεται μπροστά σου.

Παίζει καθοριστικό ρόλο αυτό που λέμε «point of view», δηλαδή το βλέμμα σου: πού εστιάζεις, πού δίνεις βάρος. Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα απ’ όλα είναι ακριβώς αυτό - να μάθεις να παρατηρείς τον χαρακτήρα, τον άνθρωπο, τη συνθήκη, την κατάσταση.

Η ταινία, παρ’ ότι έχει αυτό το φαινομενικά δύσκολο θέμα, είναι μια ταινία με χιούμορ, στιγμές χαλαρότητας. Ήταν αυτό μια συνειδητή επιδίωξη εξαρχής από μεριάς σου ή κάτι που προέκυψε στην πορεία;

Ήταν συνειδητή επιλογή από την αρχή. Μιλάμε για τον έρωτα, την επιθυμία, τη σύνδεση ανάμεσα στους ανθρώπους· και μέσα σε όλα αυτά συνυπάρχουν η αγωνία, το χιούμορ, η ελαφρότητα, αλλά και η ελπίδα. Αυτό θέλαμε να μοιραστούμε. Φυσικά, δεν μας ενδιέφερε να ωραιοποιήσουμε τα πράγματα ή να αποφύγουμε τις δυσκολίες. Ο έρωτας κουβαλά και πόνο, αβεβαιότητα, ένταση. Θέλαμε όλα αυτά να υπάρχουν στην ταινία, αλλά χωρίς να γίνει βαριά ή καταθλιπτική.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση στη διάρκεια των γυρισμάτων ήταν ότι, αφού το θέμα μας ήταν ο έρωτας, έπρεπε να υπάρχει εμπιστοσύνη και άνεση από την πλευρά των συμμετεχόντων, ώστε να μπορέσουν να ανοιχτούν και να μιλήσουν για πολύ προσωπικές εμπειρίες. Και αυτό χρειάζεται χρόνο: να σε γνωρίσει ο άλλος, να σε εμπιστευτεί, να μη νιώθει ότι απλώς μιλά σε μια κάμερα, αλλά ότι μπορεί πραγματικά να εκφράσει τις αγωνίες, τις επιθυμίες και τις ελπίδες του.

Από την άλλη, από την αρχή θέλαμε να αποφύγουμε ένα συμβατικό ντοκιμαντέρ με «ομιλούσες κεφαλές». Το ζητούμενο ήταν να φτιάξουμε μια ταινία που να έχει ερωτισμό. Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου εύκολο, γιατί από τη στιγμή που αρχίζεις να μιλάς για τον έρωτα — ή, ακόμη χειρότερα, να τον αναλύεις και να τον φιλοσοφείς — κάτι πολύ ουσιαστικό χάνεται. Ο έρωτας είναι κάτι που το νιώθεις, αλλά δύσκολα χωράει σε λέξεις.

Υπήρξε κάποιο στοιχείο από το αρχικό όραμά σου για την ταινία το οποίο άλλαξε δραστικά στη διαδικασία της δημιουργίας μέχρι την τελειωμένη εκδοχή;

Ίσως το βασικό στοιχείο που άλλαξε ήταν η ίδια η δομή της ταινίας. Επειδή προέρχομαι από τον χώρο της μυθοπλασίας, αρχικά είχα στο μυαλό μου μια πιο κλασική αφήγηση, με αρχή, μέση και τέλος, και μια συγκεκριμένη εξέλιξη - ακόμη και ένα «ιδανικό» φινάλε, όπως για παράδειγμα ο Άρης να παντρεύεται και η ταινία να κλείνει με μια μεγάλη γιορτή.

Στην πραγματική ζωή, όμως, τα πράγματα σπάνια εξελίσσονται όπως τα έχουμε φανταστεί. Δεν φτάνουμε πάντα στον στόχο που είχαμε από την αρχή. Αν όμως παραμείνεις ανοιχτός, μπορείς να ανακαλύψεις άλλες διαδρομές, άλλες απαντήσεις, άλλα νοήματα. Με αυτή την έννοια, άφησα την ταινία να ακολουθήσει τη ζωή και όχι το αντίστροφο. Και τελικά, είμαι πολύ χαρούμενος με το πώς εξελίχθηκε και με τη μορφή που πήρε.

Είσαι ευχαριστημένος από την αποδοχή της ταινίας μέχρι στιγμής;

Τώρα ουσιαστικά ξεκινά το μεγάλο άνοιγμα της ταινίας. Η πρώτη της παρουσίαση έγινε στις Νύχτες Πρεμιέρας και αυτό που με κάνει ιδιαίτερα χαρούμενος είναι ότι αρκετοί άνθρωποι μας λένε πως η ταινία μένει μαζί τους καιρό μετά την προβολή, ότι τη σκέφτονται, ότι τους απασχολεί. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα - ότι ο κόσμος δεν δείχνει απλώς ενδιαφέρον για το θέμα, αλλά συγκινείται πραγματικά. Νιώθουμε ότι η ταινία τους αγγίζει, και αυτός ήταν εξαρχής ο βασικός μας στόχος.

Σε ενδιαφέρει μια ταινία μυθοπλασίας με αυτό το θέμα;

Ναι, σίγουρα. Όλη αυτή η εμπειρία με έχει αλλάξει. Νιώθω ότι θα τη κουβαλάω και στις επόμενες ταινίες μυθοπλασίας που θα κάνω. Κάποια πράγματα θα μπουν μέσα σχεδόν από μόνα τους - καταστάσεις, χαρακτήρες, τρόποι σκέψης. Δεν είναι κάτι που το σχεδιάζω, απλώς μου φαίνεται αναπόφευκτο.

Έχεις πλάνο για επόμενη ταινία;

Επειδή αυτή η ταινία μου πήρε πολύ χρόνο, το επόμενο πρότζεκτ είναι ξανά ντοκιμαντέρ και, στην ουσία, προέκυψε μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή. Είναι μια ταινία για την Εν Δυνάμει Ensemble, μια υπέροχη κολεκτίβα ανθρώπων και καλλιτεχνών, με και χωρίς αναπηρία, που δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη..

Η παράστασή τους Τα Ερωτευμένα Άλογα είχε παίξει σημαντικό ρόλο και στην προηγούμενη ταινία, και όταν τους γνώρισα καλύτερα, κατάλαβα ότι υπάρχει εκεί μια σπουδαία ιστορία. Αυτή την περίοδο είμαι στο μοντάζ. Και μετά από αυτό, ελπίζω να επιστρέψω στη μυθοπλασία.

Πώς βλέπεις την κατάσταση του κινηματογράφου στην Ελλάδα τελευταία; Από τη μια έχουμε άνθιση του ενδιαφέροντος του κοινού για τις ελληνικές ταινίες, τουλάχιστον σύμφωνα με τη δική μου εντύπωση, από την άλλη έχουμε πρωτοβουλίες όπως η Ορατότης Μηδέν, η οποία φανερώνει μια πολύ μεγάλη δυσαρέσκεια των δημιουργών απέναντι στους φορείς χρηματοδότησης. Πώς το βλέπεις όλο αυτό;

Είμαι αισιόδοξος από τη φύση μου, οπότε τείνω να βλέπω τα πράγματα λίγο πιο θετικά. Αυτό που με χαροποιεί είναι ότι τον τελευταίο καιρό βλέπω αυξημένο ενδιαφέρον του κοινού για τις ελληνικές ταινίες. Για μένα αυτό δείχνει ότι έχει ανέβει και η ποιότητα των παραγωγών και των ιστοριών που λέμε. Το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο σημαντικό, είναι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του κοινού, είτε μιλάμε για μυθοπλασία είτε για ντοκιμαντέρ, για πιο εμπορικές ή πιο απαιτητικές ταινίες. Εκεί πρέπει να δοθεί το βάρος. Αν ο κόσμος νιώσει ότι οι ελληνικές ταινίες τον αφορούν, τότε χτίζεται μια γερή βάση για όλα τα υπόλοιπα. Από την άλλη, η δυσαρέσκεια που υπάρχει στον χώρο μας, απόλυτα κατανοητή και δικαιολογημένη, όπως φαίνεται και μέσα από τη δυναμική πρωτοβουλία Ορατότης Μηδέν, μας δείχνει και αναδεικνύει τις δομικές αλλαγές που χρειαζόμαστε. Η χρηματοδότηση πάντα μπορεί να βελτιωθεί. Αυτό που θεωρώ κρίσιμο είναι η σταθερότητα: να μην αλλάζουν συνεχώς οι κανόνες ανάλογα με την κυβέρνηση. Δεν γίνεται το κράτος να απαιτεί από έναν ανεξάρτητο παραγωγό να είναι απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του, ενώ το ίδιο καθυστερεί για χρόνια να εκπληρώσει τις χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις του. Χρειάζεται ένας σταθερός, μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για το πώς ο κρατικός μηχανισμός, σε σύνδεση και με την ελεύθερη αγορά, μπορεί να στηρίζει ουσιαστικά τον κινηματογράφο.

INFO
Η ταινία «Από Τι Είμαστε Φτιαγμένοι» κυκλοφορεί 12 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους από την Tanweer.