Αντώνης Τσιοτσιόπουλος & Ελίνα Τσιορμπατζή: «Οι "Μικρές Ανάσες" μιλούν για ανθρώπους που συνεχίζουν να παλεύουν»
Με αφορμή τις πολυβραβευμένες «Μικρές Ανάσες», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Αμέρισσας Μπάστα, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και η Ελίνα Τσιορμπατζή μιλούν στο ΣΙΝΕΜΑ για την ενηλικίωση, τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τη δύναμη της τέχνης να μετατρέπεται σε καταφύγιο και αντίσταση.
Σε μια Αθήνα που μοιάζει να στενεύει διαρκώς γύρω από τους ανθρώπους της, οι «Μικρές Ανάσες» της Αμέρισσας Μπάστα καταγράφουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια την προσπάθεια μιας νεαρής γυναίκας να διεκδικήσει χώρο για τον εαυτό της. Η Λένα, μια 20χρονη εργαζόμενη σε σούπερ μάρκετ, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φτώχεια, την οικογενειακή πίεση και μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, σε μια ιστορία που μιλά για την ενηλικίωση όχι ως ρομαντική μετάβαση, αλλά ως καθημερινή μάχη επιβίωσης.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Μπάστα έχει ήδη ξεχωρίσει, αποσπώντας τρία βραβεία στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τα Βραβεία Κοινού στο ελληνικό πρόγραμμα και στο Διαγωνιστικό τμήμα Meet the Neighbours+, ενώ συνέχισε τη διεθνή του πορεία με το Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του Λος Άντζελες. Παράλληλα, η ταινία επιβεβαίωσε τη δυναμική της με πέντε υποψηφιότητες στα φετινά Βραβεία ΙΡΙΣ, ανάμεσά τους εκείνες της Καλύτερης Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη και Σεναρίου.
Με μια κινηματογράφηση που διατηρεί διαρκώς την εγγύτητα με τους ήρωές της και έναν κοινωνικό ρεαλισμό που αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις, οι «Μικρές Ανάσες» φέρνουν στο προσκήνιο πρόσωπα που παλεύουν να κρατηθούν όρθια σε ένα περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας, χωρίς να χάνουν ολοκληρωτικά την πίστη τους στο μέλλον.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και η Ελίνα Τσιορμπατζή, αμφότεροι υποψήφιοι στα ΙΡΙΣ 2026 για τις ερμηνείες τους, μιλούν στο ΣΙΝΕΜΑ για τη συνεργασία τους με την Αμέρισσα Μπάστα, τη σύνθετη σχέση πατέρα και κόρης που χτίζεται στην οθόνη, τις προκλήσεις του κινηματογραφικού ρεαλισμού, αλλά και για όσα αποκαλύπτει η ταινία σχετικά με μια γενιά που αναζητά, μέσα σε συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας, τις δικές της μικρές ανάσες ελευθερίας.
INFO
Η ταινία «Μικρές Ανάσες» κυκλοφορεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου στους κινηματογράφους από την Feelgood Entertainment.
Έχετε στηρίξει με τις ερμηνείες σας πολλές από τις ταινίες σκηνοθετών που επιχειρούν να δοκιμαστούν στη μικρού μήκους, αλλά και στο ντεμπούτο τους στη μεγάλου. Πώς βλέπετε, λοιπόν, τη νέα γενιά Ελλήνων σκηνοθετών/-τριών ως προς τις θεματικές που τους απασχολούν και τον τρόπο με τον οποίο τις μεταφέρουν κινηματογραφικά;
Αντώνης Τσιοτσιόπουλος: Στηρίζω γιατί έχω στηριχθεί κι εγώ από αυτούς και γιατί αν σταματήσουμε να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον, πάει… γκρεμιστήκαμε. Είναι το μόνο που έχουμε. Αν περιμένουμε από τους άλλους - ξέρετε ποιους - χεστήκαμε που κλάναμε. Τώρα για το πως βλέπω τις θεματικές… Δεν μπορώ να πω πως είμαι πολύ χαρούμενος με τις επιλογές τους. Πιστεύω πως εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι έχουν φάει το παραμύθι της μίμησης, του τρεντ και της αντιγραφής. Αντί να προσπαθούν να δημιουργήσουν μία δική τους προσωπική κινηματογραφική γλώσσα, παπαγαλίζουν με πενιχρά μέσα την γλώσσα αυτών, που μιλήσανε με την δική τους γλώσσα και φτιάξανε ωραίες ταινίες.
Οι «Μικρές Ανάσες» αποτελούν το ντεμπούτο σας σε πρωταγωνιστικό ρόλο μεγάλου μήκους ταινίας. Νιώσατε το άγχος αυτής της ευθύνης και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Ελίνα Τσιορμπατζή: Δεν θέλησα να συνδεθώ με μια τόσο δημιουργική διαδικασία με αγχώδη τρόπο. Θα έλεγα πως προσπάθησα να το χαρώ όσο περισσότερο μπορώ, έχοντας την επίγνωση των απαιτήσεων που συνοδεύουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Υπήρχε πολύ εμπιστοσύνη από την Αμέρισσα και τον Δημήτρη. Από όλους. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να διατηρήσω μια εσωτερική συνέπεια στον χαρακτήρα καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων. Στον κινηματογράφο οι σκηνές δεν γυρίζονται χρονολογικά, οπότε έπρεπε κάθε φορά να γνωρίζω ακριβώς σε ποιο ψυχικό και συναισθηματικό σημείο βρισκόταν η ηρωίδα.
Αμέρισσα Μπάστα και Αντώνης Τσιοτσιόπουλος στην πρεμιέρα της ταινίας
Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε περισσότερο στο σενάριο των «Μικρών Ανασών» όταν το διαβάσατε πρώτη φορά;
Α.Τ.: Μια απλή ιστορία αλλεπάλληλων «πακέτων» που τρώει ο κεντρικός χαρακτήρας και παρ ‘όλα αυτά παλεύει να διατηρήσει την ακεραιότητά του και την ψυχραιμία του. Και όλα αυτά, δοσμένα με απλή ρεαλιστική γλώσσα.
Ελ.Τ.: Με συγκίνησε η ηρωίδα, η Λένα. Όταν διάβασα πρώτη φόρα το σενάριο συγκινήθηκα πολύ με μια σκηνή. Η Λένα που εργάζεται στο σούπερ μάρκετ βλέπει μια νεαρή μητέρα με το μωράκι της να κλέβει μια βρεφική κρέμα και να τη βάζει στη τσάντα της. Κοιτάζονται στα μάτια για λίγο κι ύστερα η Λένα στρέφει το βλέμμα και συνεχίζει τον δρόμο της. Ένιωσα ότι πρόκειται για έναν βαθιά διαισθητικό χαρακτήρα, που αντιλαμβάνεται περισσότερα από όσα λέγονται και λειτουργεί με ενσυναίσθηση. Αυτή η ποιότητα της Λένας με τράβηξε κοντά της.
Στην ταινία υποδύεστε έναν πατέρα με έντονες αντιφάσεις, που κουβαλά αδυναμίες, ευθύνες αλλά και ανωριμότητα. Πώς τον προσεγγίσατε ώστε να αποφύγετε μια μονοδιάστατη ή ηθικολογική ανάγνωση;
Α.Τ.: Επικεντρώθηκα στις αδυναμίες που λέτε και στην ανωριμότητα. Εκεί ανακάλυψα και την αστεία πλευρά της μιζέριας και βγήκε αυτό που βγήκε. Δεν ήθελα να τον βγάλω απλά έναν φωνακλά πατέρα. Είδα ανάμεσα από τις γραμμές πως την αγαπάει την οικογένειά του. Είχε άλλα όνειρα, δεν ήθελε να φωνάζει από το πρωί μέχρι το βράδυ μέσα σε 50 τετραγωνικά… Απλά έχασε κι αυτός όπως χάνουν οι περισσότεροι.
Οι «Μικρές Ανάσες» είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, αλλά και επιβίωσης. Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη «μάχη» της Λένας;
Ελ.Τ.: Ότι της λείπει η μαμά της.
Πώς χτίσατε μαζί τη δυναμική της σχέσης πατέρα - κόρης; Υπήρξαν για παράδειγμα πρόβες ή δουλέψατε πάνω σε κάποιο κοινό «παρελθόν» των χαρακτήρων σας;
Α.Τ.: Κάποιες πρόβες κάναμε. Κάποιο παρελθόν φυσικά και το συζητήσαμε. Κυρίως όμως με την Ελίνα ανακαλύψαμε την σχέση πάνω στο γύρισμα. Νοιαστήκαμε πολύ νομίζω ο ένας για τον άλλον πάνω στην διαδικασία. Κάποιες φορές δεν χρειάζεται πολύ προετοιμασία για έναν ρόλο ή μία σχέση. Χρειάζεται να γνωρίζεις καλά το σενάριο, τι θέλεις να πεις και απλά να είσαι παρόν και να νοιάζεσαι για τον συμπαίκτη σου και τους συνεργάτες σου. Να σε νοιάζει πως θα προωθηθεί η διαδικασία και να μη βουλιάζεις στις δικές σου αγωνίες και ανασφάλειες.
Ελ.Τ.: Όταν γνώρισα τον Αντώνη, από την πρώτη λέξη που είπε και άκουσα την φωνή του, κατάλαβα ότι έχω να κάνω με ένα ροτβάιλερ. Έπρεπε να πάρω από το εκτόπισμά του για να μην είμαι σαν τσιουάουα που φωνάζει δίπλα του. Μετά τον γνώρισα λίγο καλύτερα και κατάλαβα ότι είναι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και τρομερός ηθοποιός. Η δυναμική μας είχε κάτι από αυτές τις ποιότητες. Φυσικά, κάναμε και πρόβες.
Οι «Μικρές Ανάσες» μιλούν για μια νεότερη γενιά που παλεύει σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Τι πιστεύετε ότι λέει η ταινία για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Α.Τ.: Να παλεύεις λέει και κάτι θα καταφέρεις, αν… Εγώ λέω και πως μπορεί και να μην τα καταφέρεις, αλλά τουλάχιστον πάλεψες.
Ελ.Τ.: Η ταινία αποτυπώνει μια καθημερινότητα έντονης κοινωνικής και οικονομικής πίεσης, ειδικά για τη νεότερη γενιά και θίγει την εμπειρία της συνεχούς προσπάθειας «να τα βγάλεις πέρα», ακόμα κι αν σε εξαντλεί και σε απομονώνει.
Πόσο απαιτητικό είναι για έναν ηθοποιό να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη συναισθηματική ένταση σε μια τόσο κοινωνικά φορτισμένη ιστορία;
Α.Τ.: Ο ρεαλισμός δεν είναι τόσο εύκολος όσο ακούγεται ή όσο θέλουν να πιστεύουν κάποιοι. Το να προσπαθείς να αποδώσεις έναν αληθινό άνθρωπο που να μιλάει σαν άνθρωπος και να πείθει πως είναι ένας τέτοιος είναι μεγάλο παλούκι. Απαιτεί παρατήρηση χρόνων και συνύπαρξη με τέτοιους ανθρώπους. Δεν μπορείς από τον καναπέ σου και την θέρμανσή σου στην Φιλοθέη να φανταστείς πως είναι αυτοί οι άνθρωποι και να τους αποδώσεις. Γι ‘ αυτό και πολλοί καταφεύγουν στην εύκολη για εμένα λύση των «κενών πλαισίων» ανθρώπων. Μίλα εσύ με ένα συναίσθημα ή χωρίς και τα άλλα μην ανησυχείς θα τα κάνω εγώ με την κάμερα και το μοντάζ. Δεν πάει έτσι… Στην ρεαλιστική απόδοση ενός ανθρώπου, πρέπει να παλέψεις με τις λέξεις, τις ανάσες, τον ιδρώτα και τα σκατά που είναι βουτηγμένος ο χαρακτήρας σου. Δεν είναι πολλοί αυτοί που θέλουνε να λερωθούνε.
Ποιες σκηνές σας δυσκόλεψαν συναισθηματικά ή ενδεχομένως σας άγγιξαν πιο προσωπικά;
Ελ.Τ.: Με άγγιξε πολύ η σκηνή που ακούει η Λένα την καρδιά του μωρού στον υπέρηχο. Ακούγαμε κανονικά τικ-τακ, ήταν πολύ συγκινητικό! Κάθε σκηνή είχε κάτι να με αγγίξει, εκτός από μια που με δυσκόλεψε πραγματικά γιατί το σπίτι που κάναμε γύρισμα είχε κατσαρίδες και είχα φρικάρει. Τις φοβάμαι πάρα πολύ.
Η Αμέρισσα Μπάστα φαίνεται να προσεγγίζει το υλικό με μια έντονα βιωματική και άμεση κινηματογραφική ματιά, που θυμίζει στοιχεία από το σινεμά των αδερφών Νταρντέν, της Άντρεα Άρνολντ αλλά και του ρουμανικού νέου κύματος. Πώς ήταν η συνεργασία σας μαζί της;
Α.Τ.: Άψογη. Μας φρόντισε, μας κατάλαβε, μας άκουσε και μας έδωσε να καταλάβουμε αυτό που φαντάστηκε.
Ελ.Τ.: Η Αμέρισσα είναι μια ήρεμη δύναμη και ταυτόχρονα έχει μια τρέλα που μου αρέσει πολύ. Συνεργαστήκαμε σχεδόν αβίαστα, ένιωσα από την αρχή μεγάλη εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Συζητήσαμε πάρα πολύ για τον ρόλο και για τις ζωές μας. Και δημιούργησε έναν πολύ όμορφο κλίμα στα γυρίσματα, σχεδόν οικογενειακό που ελπίζω να το ξαναβρώ.
Η Λένα μοιάζει συχνά πιο ώριμη από τους ενήλικες γύρω της και επιλέγει την ελευθερία ακόμη κι όταν συνοδεύεται από αβεβαιότητα. Θεωρείτε πως αυτό αντανακλά μια ευρύτερη στάση της σημερινής νεότερης γενιάς;
Ελ.Τ.: Νομίζω πως η εποχή μας σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να γίνεις και να κάνεις τα πάντα. Ίσως η προηγούμενες γενιές να ήταν πιο διστακτικές να κυνηγήσουν πχ ένα όνειρο. Οι πιο νέοι σήμερα θα διεκδικήσουν πιο συχνά το δικαίωμα στην επιλογή και την αυτονομία τους, αν και δεν έχουν όλοι αυτό το προνόμιο.
Από την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας
Η handheld κάμερα και η αίσθηση διαρκούς εγγύτητας δημιουργούν μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αμεσότητα. Πώς επηρεάζει αυτό τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και εκτίθεται ένας ηθοποιός μέσα στη σκηνή;
Α.Τ.: Από τη στιγμή που η κάμερα κινείται με οποιονδήποτε τρόπο, το γύρισμα μετατρέπεται σε έναν χορό μεταξύ των ηθοποιών και του συνεργείου. Άλλες φορές τα βήματα πρέπει να είναι εντελώς χορογραφημένα και σε άλλες περιπτώσεις, όταν η κάμερα βρίσκεται στο χέρι, ο χορός αυτός αποκτάει και στοιχεία αυτοσχεδιασμού και από τις δύο πλευρές. Απλά πρέπει σε αυτήν την περίπτωση να χαλαρώσεις να διώξεις τις βεβαιότητές σου και να τον ευχαριστηθείς. Δεν είναι εύκολο σίγουρα. Αλλά όταν κρατάει την κάμερα η Χριστίνα η Μουμούρη, το σίγουρο είναι πως και θα το διασκεδάσεις και θα ξεκωλωθείς στον χορό.
Οι «Μικρές Ανάσες» διαθέτουν έναν πολύ σύγχρονο, σχεδόν μουσικό εσωτερικό ρυθμό. Τι ρόλο έπαιξε η μουσική στη δική σας ερμηνευτική προσέγγιση;
Ελ.Τ.: Τον μεγαλύτερο. Άκουγα μουσική όταν πρωτοδιάβασα το σενάριο, όταν πρωτοφανταζόμουν την Λένα και πριν από κάθε γύρισμα. Δεν έχω θεωρητικές γνώσεις μουσικής αλλά με βοηθάει πολύ να ψάχνω την μελωδία κάθε σκηνής, τον ρυθμό της ακούγοντας μουσική. Η μουσική με επηρεάζει πολύ συναισθηματικά και επειδή είναι εύκολα προσβάσιμη, την “εκμεταλλεύομαι” για να μου ενεργοποιήσει τη φαντασία.
Η ταινία αγγίζει ζητήματα προσωπικής ευθύνης αλλά και συλλογικής διεκδίκησης. Πιστεύετε πως σήμερα λειτουργούμε περισσότερο ως «ανεξάρτητα κράτη» που αναζητούν περιστασιακές συμμαχίες ή εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για πραγματική συλλογικότητα;
Α.Τ.: Μια πραγματική κοινωνική συλλογικότητα θα ήταν ό, τι καλύτερο θα μπορούσε να μας συμβεί σε συλλογικό και κοινωνικό επίπεδο και ναι, αν μας αφήσουν και λίγο, αν μας το επιτρέψουν έστω και λίγο, αν σταματήσουν να πυροβολλούν τις συλλογικότητες και να τους φοράνε τον μανδύα της γραφικότητας ίσως και να γίνει πραγματικότητα. Μέχρι τότε ας λειτουργούμε ως «Ανεξάρτητα Κράτη» - το έπιασα το υπονοούμενο - που αγωνίζονται για να γίνει πραγματικότητα η πιθανότητα αυτή.
Η Αθήνα στις «Μικρές Ανάσες» μοιάζει πιεστική, ασφυκτική, σχεδόν εγκλωβιστική. Πόσο σημαντικός «χαρακτήρας» είναι η πόλη μέσα στην αφήγηση της ταινίας;
Ελ.Τ.: Ίσως αν δεν υπήρχε η πόλη, να μην υπήρχε και η Λένα με τον τρόπο που την βλέπουμε στην ταινία. Σίγουρα πιέζει με τους ρυθμούς της και εντείνει αυτό το αίσθημα του εγκλωβισμού που νιώθει. Νομίζω πως η Αθήνα είναι αρκετά βίαιη για τους ανθρώπους που δεν έχουν πολλά. Η ίδια η πόλη μοιάζει να μεγεθύνει το αίσθημα της αποτυχίας, γιατί σου υπενθυμίζει συνεχώς τι δεν έχεις καταφέρει να πετύχεις. Είναι μια πόλη που απαιτεί διαρκώς. Γι’ αυτό και η Λένα ανεβαίνει στη ταράτσα της πολυκατοικίας της, για να της ξεφύγει από αυτήν και για να δει τον ουρανό.
Οι ήρωες της ταινίας μοιάζουν να ζουν μέσα σε μια μόνιμη αβεβαιότητα. Σε μια εποχή γεμάτη κοινωνική πίεση, γενοκτονίες, πολέμους, τεχνολογική επιτάχυνση και υπαρξιακή ανασφάλεια, πόσο μπορεί η Τέχνη να λειτουργήσει ως καταφύγιο ή ακόμη και ως μορφή αντίστασης;
Α.Τ.: Πως αλλιώς μπορεί να λειτουργήσει η τέχνη;
Ελ.Τ.: Πιστεύω πως η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως καταφύγιο, ειδικά για τα παιδιά. Το λέω και από προσωπική εμπειρία. Είχα τα θέματά μου στο σχολείο και το θέατρο ήταν ο τόπος που χαιρόμουν πιο πολύ. Με έναν τρόπο έδωσε νόημα στη ζωή μου. Μέσα σε μια θεατρική ομάδα νιώθεις ότι ανήκεις κάπου. Είναι ένας χώρος όπου μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, να μοιραστείς πράγματα, να δημιουργήσεις μαζί με άλλους ανθρώπους. Αυτή η αίσθηση του ανήκειν είναι πολύ σημαντική. Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει και ως μορφή αντίστασης. Και ίσως το σινεμά περισσότερο από άλλες τέχνες, γιατί έχει τη δύναμη να φτάνει σε πολύ μεγάλο κοινό και να ανοίγει νέους τρόπους θέασης του κόσμου και του εαυτού σου.
Ποιες είναι οι δικές σας κινηματογραφικές «μικρές ανάσες», οι ταινίες στις οποίες επιστρέφετε ξανά και ξανά;
Α.Τ.: Οι ταινίες του Σκορσέζε, του Λόουτς, του Κασαβέτη και του Σταύρου Τσιώλη.
Ελ.Τ.: Αν δω μια ταινία και με ταράξει, πχ το «Cold War» του Παβλικόφσκι, μετά θα δω σκηνές της ξανά και ξανά με εμμονικό τρόπο. Κάποια στιγμή μου περνάει. Αλλά σαν μια σταθερά βλέπω Disney και παλιό ελληνικό κινηματογράφο για να επιστρέφω στη παιδική μου ηλικία.





_1581_107781513_type12905.jpg)



