Δύο σώματα, μία κραυγή: Η Μελισσάνθη Μάχουτ και η Ωρόρα Μαριόν στον κόσμο της «GORGONA» - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
14:25
31/3

Δύο σώματα, μία κραυγή: Η Μελισσάνθη Μάχουτ και η Ωρόρα Μαριόν στον κόσμο της «GORGONA»

Δυο ταλαντούχες, θαρραλέες ηθοποιοί, η Μελισσάνθη Μάχουτ και η Ωρόρα Μαριόν, σας καλούν στο αταξινόμητο, φεμινιστικό σύμπαν της «GORGONA» σε σκηνοθεσία Εύης Καλογηροπούλου. Το ΣΙΝΕΜΑ δέχτηκε το κάλεσμα και σας παραδίδει μία εξομολογητική, απολαυστική συνέντευξη μαζί τους.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα

Η «GORGONA» της Εύης Καλογηροπούλου δεν είναι απλώς μια ταινία· είναι ένα σωματικό και συναισθηματικό τοπίο όπου ο μύθος συναντά τη δυστοπία και η σιωπή μετατρέπεται σε κραυγή. Στο κέντρο της βρίσκονται δύο ηρωίδες που κινούνται ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα, τη μοναξιά και τη συνεξάρτηση, την επιβίωση και την επιθυμία για κάτι πέρα από αυτήν.

Η Μελισσάνθη Μάχουτ και η Ωρόρα Μαριόν ενσαρκώνουν τη Μαρία και την Ελένη αντίστοιχα, δίνοντας μορφή σε χαρακτήρες που κουβαλούν αρχέγονους συμβολισμούς, αλλά ταυτόχρονα ανήκουν σε έναν απολύτως σύγχρονο κόσμο. Μέσα από τη συζήτησή τους, αναδεικνύεται όχι μόνο η ιδιαίτερη δημιουργική διαδικασία της ταινίας, αλλά και η προσωπική τους διαδρομή ως ηθοποιοί που αναζητούν νέους τρόπους έκφρασης και αφήγησης.

Η Μελισσάνθη Μάχουτ, με διεθνή πορεία που εκτείνεται από τον κινηματογράφο μέχρι τη φωνητική υποκριτική σε μεγάλες παραγωγές βιντεοπαιχνιδιών, προσεγγίζει τη Μαρία ως έναν χαρακτήρα βαθιά ριζωμένο σε μυθολογικά και κοινωνικά μοτίβα. Η Ωρόρα Μαριόν, με έντονη θεατρική παρουσία και ευαισθησία στη σωματικότητα της ερμηνείας, εστιάζει στη δύναμη του σώματος και της σιωπής.

Στη συζήτηση που είχαμε, οι δύο ηθοποιοί μεταφέρουν προσωπικά βιώματα και προβληματισμούς στους ρόλους τους, αναδεικνύοντας την «GORGONA» όχι μόνο ως κινηματογραφικό έργο, αλλά και ως μια βαθιά πολιτική και ανθρώπινη εμπειρία.

INFO
Η ταινία «GORGONA» της Εύης Καλογηροπούλου κυκλοφορεί στους κινηματογράφους την Πέμπτη 2 Απριλίου σε διανομή Feelgood Entertainment.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με την Εύη Καλογηροπούλου και τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε το «ναι» στη συμμετοχή σας στη «GORGONA»;

Μελισσάνθη Μάχουτ: Γνώριζα για την Εύη και τη δουλειά της καιρό, αλλά επειδή δεν μένω Ελλάδα δεν είχα καταφέρει ποτε να τη γνωρισω. Χάρηκα πολύ όταν έλαβα ξαφνικά μια μέρα ειδοποίηση πως ήθελε να με δει για έναν ρόλο στην καινούργια ταινία που ετοίμαζε. Ήταν ένα πολύ καινοτόμο σενάριο. Δεν είχα ξαναδιαβασει τέτοια ιστορία και με ιντρίγκαρε πάρα πολύ να δουλέψω ένα χαρακτήρα σαν αυτόν της Μαρίας.

Ωρόρα Μαριόν: Είχα δει τη μικρού μήκους της «Motorway 65» μαζί με άλλες μικρού μήκους ταινίες που είχαν βγει την ίδια χρονιά και θυμάμαι πως ήταν η μόνη ταινία που μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Είχε μια φοβερή αισθητική και ήταν επίσης η μόνη ταινία που προσπαθούσε να πει κάτι με μια πρωτόγνωρη οπτική γλώσσα. Θυμάμαι έλεγα από μέσα μου πως σε αυτην την ταινία θα ήθελα να είχα παίξει. Και μια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο από το Athens Casting και πετάχτηκα από τη χαρά μου που ήταν μια ακρόαση για την Εύη. Δεν πίστεψα ούτε λεπτό ότι θα έφτανα στην τελική φάση της ακρόασης. Είπα το «ναι» γιατί ήθελα να είμαι μέρος του κόσμου της, να με κάνει ότι θέλει στον πίνακα του μυαλού της.

Η «γοργόνα» ως σύμβολο έχει ισχυρό πολιτισμικό φορτίο και η ταινία ισορροπεί ανάμεσα σε ένα δυστοπικό ρεαλισμό και έναν μυθολογικό συμβολισμό. Πώς προσεγγίσατε δραματουργικά τους ρόλους σας ώστε να πλησιάσετε και παράλληλα να ανατρέψετε τα στερεότυπα;

Μ.Μ.: Το καλό με τους συμβολισμούς και ειδικά τους μυθολογικούς - και συνεπώς κλασικούς - είναι πως είναι διαχρονικοί. Περιγράφουν κοινωνικά μοτίβα και συμπεριφορές ανθρώπων που υπό ορισμένες συνθήκες τείνουν να αντιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο. Εδώ, αν υποθέσουμε οτι η Μαρία είναι μια γοργόνα με τη μυθολογική έννοια, τότε ίσως βλέπουμε την ιστορία από τη δική της οπτική, έτσι για αλλαγή, αντί αυτής των αντρών θυμάτων της που την παρουσιάζουν μόνο ως τέρας.

Ω.Μ.: Τα ονόματα των ρόλων από μόνα τους κουβαλούν μια βαριά ιστορία κι όμως σήμερα είναι ονόματα που περνάνε σχεδόν αδιάφορα. Από συνήθεια. Τι πιο σύνηθες από το όνομα Μαρία ή στη δική μου περίπτωση το όνομα Ελένη; Κι όμως, αυτό το βάρος για ‘μένα υπάρχει. Πάντοτε μου έκανε φοβερή εντύπωση πως μπορεί κάποια να λέγεται Ευτυχία ή Ζωή, δηλαδή στα αγγλικά Happiness και Life. Μου φαίνεται ακόμα αδιανόητο. Ως προεργασία μου αρέσει πολύ το σκάψιμο τέτοιου είδους. Να διαβάσω διάφορα για τις έννοιες και τους συμβολισμούς που κρύβονται στην επιλογή των λέξεων σε ένα κείμενο.

Το επόμενο στάδιο, όμως, επιβεβαιώνει πως τα λόγια είναι περιττά, καταστρεφοντας την προεργασία μου. Εστιάζω στην επαφή με τον άλλον και πως επικοινωνούν τα σώματα. Και στο πως αυτά τα σώματα μάζι πρέπει να βγάλουν αυτό που χρειάζεται μια σκηνή. Ο χαρακτήρας μου, η Ελένη, ανήκει σε μια γενιά της επιβίωσης και όχι στην πολυτελεια της εκπαίδευσης. Η βία προκύπτει όταν οι άνθρωποι δεν έχουν αποκτήσει ένα λεξιλόγιο για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Αυτές οι δυο ηρωίδες δεν εκφράζονται με λέξεις, άγρια κοιτάνε, ωμά συνομιλούν, στραβά εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Μόνες τους επιβιώνουν και μαζί προσπαθούν να ζήσουν αυτό το κάτι παραπάνω. Η φύση δεν τους έδωσε μια τέτοια λειτουργία. Το δυστοπικό περιβάλλον της ταινίας δεν τους επιτρέπει να γίνουν αυτό το κάτι παραπάνω.

Πόσο «χώρο» είχατε να παρέμβετε στους χαρακτήρες σας, πέρα από το όραμα της σκηνοθέτιδας;

Ω.Μ.: Η Εύη είχε μια πολύ ξεκάθαρη ιδέα για το ποιοί ήταν αυτοί οι χαρακτήρες. Στις πρόβες ο στόχος μου ήταν συνεχώς να φτάσω στο είδωλο που είχε στο μυαλό της, να γεμίσω το κενό που υπήρχε για το ρόλο της Ελένης στην ιστορία αυτή. Το σενάριο είναι πάντα ένα ελλιπές κείμενο και καλείσαι να γεμίσεις τα κενά, ακόμα κι αν δεν θα έχεις ποτέ την ευκαιρία να δείξεις τι έφτιαξες ακριβώς για να σταθεί ο ρόλος σου. Η Εύη μας έπλασε στις πρόβες σε σχέση με το τι ήθελε να δει στο κάδρο και τι ήθελε να νιώσει. Και είμαι από αυτούς που στις πρόβες «κάνουν», δεν το συζητάω πολύ. Ειδικά για μια ταινία δράσης απλά «κάνεις», προτείνεις, και από τα λάθη προκύπτουν νέες ιδέες και το ψάχνεις ξανά. Είναι ομαδική δουλειά.

Πώς διαμορφώθηκε η μεταξύ σας χημεία κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας; Για παράδειγμα σε ποιο βαθμό αυτοσχεδιάσατε ή υπηρξαν πρόβες που «κουβάλησαν» τη δική τους μνήμη την ώρα των γυρισμάτων;

Μ.Μ.: Γνώρισα την Ωρόρα στην οντισιόν. Φεύγοντας ήλπιζα αν με επιλέξει η Εύη για Μαρία της, να επιλέξει και την Ωρόρα για Ελένη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά στο μυαλό μου ήταν δεμένο πως θα είμαστε οι δυο μας. Οπότε αυτό το κομμάτι της χημείας νομίζω ξεκίνησε πολύ νωρίς!

Κάναμε πρόβες για ένα μήνα περίπου, πριν την έναρξη των γυρισμάτων παρουσία και του Διευθυντή Φωτογραφίας για ένα διάστημα. Οποτε πολλές από τις σκηνές ήταν μπλοκαρισμένες με τρόπο που να υπολογίζεται πάντα και η θέση της κάμερας, αφήνοντας όμως πάντα χώρο για αυτοσχεδιασμό και έκφραση μέσα σ’ αυτό το φορμαρισμένο πλαίσιο.

Ω.Μ.: Επειδή είναι μια ταινία όπου το σώμα και η εικόνα προηγούνται, όλα βασιζόταν στα σώματα μας. Αυτά λένε ήδη μια ιστορία, με την ενδυμασία, τη στάση και την κίνηση. Βασίζομαι στη μνήμη του σώματος ως κυρίαρχη μνήμη. Τη μνήμη δεν την τοποθετώ στον εγκέφαλο ή στην ψυχή, αλλά σε κάθε κύτταρο του σώματος μου. Και την εμπιστεύομαι. Όσα κουβάλησε το σώμα μου, λοιπόν, από τις πρόβες στο γύρισμα με βοήθησαν στις διαφορετικές συνθήκες που αντιμετωπίζει κανείς φτάνοντας στο γύρισμα. Και έτσι συμμετέχεις στο να βρεις λύσεις.

Θυμάμαι ένα βράδυ γυρνούσαμε την τελική μάχη με όλους τους συντελεστές παρόντες και δεν θα μας έφτανε ο χρόνος για να γυρίσουμε όλη τη σκηνή όπως ήταν σχεδιασμένη. Αναβάλλαμε συνεχώς το πώς θα έπαιρνα τη σφαίρα στη θέση της Μαρίας. Ήταν από τις σκηνές για τις οποίες ήταν ανέφικτο να γίνει πρόβα. Γυρνούσαμε τη σκηνή ξανά και ξανά μέχρι εκεί που ξέραμε, και σε μια λήψη άργησε το cut και πολύ φυσικά με πήγε το σώμα μου. Μέσα στην ένταση της σκηνής, το σώμα μου υπήρχε εκεί σε εγρήγορση και ας ήμουν off screen για τη συγκεκριμένη λήψη. Απλά, πολύ φυσικά, πήγα να πάρω τη σφαίρα στη θέση της Μαρίας. Όταν επιτέλους είπαν cut πήρα ένα χειροκρότημα από όλο το συνεργείο. Οφείλω να πω πως ήμουν πολύ περήφανη γι’ αυτό. Γλύτωσα σε όλους υπερωρίες!

Τα locations και η καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας συνδημιουργούν ένα εξαιρετικά συμπαγές σύμπαν. Πώς αξιοποιήσατε το φυσικό περιβάλλον του set ως εργαλείο ερμηνείας και ποσο απαιτητικά ήταν τα γυρίσματα σε επίπεδο συναισθηματικής και σωματικής έντασης;

Μ.Μ.: Ο Πέτρος Χυτήρης, ο Σταύρος Λιόκαλος και οι συνεργάτες τους δημιούργησαν ένα οπτικό ποίημα. Είναι κρίμα μερικές φορές στο σινεμά όταν, σε αντίθεση με το θέατρο, δεν μπορείς να κάνεις πρόβα και να εξοικειωθείς με το σκηνικό. Όση δουλειά και να έχεις κάνει σε πρόβες ή ιδιωτικά τον ρόλο, η αλήθεια είναι ότι τη μέρα που θα πατήσεις το πόδι σου στο γύρισμα και δεις την ολοκληρωμένη εικόνα του σύμπαντος που έχει δημιουργηθεί συλλογικά, ξεκαθαρίζουν πολλά και επιτέλους ο χαρακτήρας βρίσκει τη θέση του και κουμπώνει στον κόσμο αυτό. Βοηθά πάρα πολύ.

Από άποψη έντασης, συναισθηματικής και σωματικής, δεν ξέρω πως να το απαντήσω. Υπήρχε έντονη φόρτιση στις συνθήκες των χαρακτήρων αδιαμφισβήτητα, αλλά αν ρωτάς αν αυτό ήταν δύσκολο για ‘μένα σε προσωπικό επίπεδο, θα πω όχι, καθόλου. Αποφορτιστικό θα έλεγα. Αν υπάρχει αυτή η λέξη!

Ω.Μ.: Τα locations, τα σκηνικά, τα κοστούμια έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην ταινία. Καθετί που έμπαινε στο κάδρο είχε και κάτι να πει. Ήταν κι αυτά πρωταγωνιστές της ταινίας. Οπότε δεν χρειαζόταν να κάνουμε πολλά, μιλούσαν όλα τα υπόλοιπα από μόνα τους. Η ζέστη επίσης έδωσε μια άλλη θερμοκρασία στο παίξιμο. Σαν να διογκώθηκαν όλα τα συναισθήματα με τον καύσωνα, ο οποίος μερικές φορές βοηθούσε, ενώ άλλες φορές αποτελούσε εμπόδιο. Ήταν τελικά όλα αυτά τα συστατικά εντελώς απαραίτητα και απλώς έπρεπε να βρούμε τον τρόπο να συνυπάρξουμε με αυτά.

Ποια στοιχεία της Μαρίας και της Ελένης ταυτίζονται περισσότερο με τη δική σας προσωπικότητα;

Μ.Μ.: Το πείσμα και ο θυμός της.

Ω.Μ.: Θα έλεγα ότι τα κοινά στοιχεία είναι κυρίως η ανεξαρτησία μας και η προσπάθειά μας να παραμείνουμε ελεύθερες.  Σε δεύτερη μοίρα, βαθιά μέσα μου, υπάρχει μια σπίθα ελπίδας ότι θα υπάρξει ένα καλύτερο μέλλον για όλους μας. Αρκεί να βαδίσεις προς αυτό ακόμα κι αν χρειαστεί να αλλάξεις ζωή, όπως το έκανε η Ελένη (και εγώ). Επίσης η μουσική, ως τρόπος επιβίωσης, είναι ένα αχώριστο μέρος της ζωής μου. Πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει.

Η μουσική και το τραγούδι αποτελούν κεντρικούς άξονες της ταινίας. Σε έναν κόσμο όπου οι άνδρες εκφράζονται μέσα από τον ήχο των όπλων, οι γυναίκες επιλέγουν το τραγούδι. Πόσο απελευθερωτική υπήρξε για ' σένα Ωρόρα αυτή η αντίστιξη;

Ω.Μ.: Η μουσική στη ζωή της Ωρόρας ήταν πάντα παρούσα από μικρή ηλικία. Η μητέρα μου ήθελε να γίνει τραγουδίστρια και κατα λάθος μπήκε σε δραματική σχολή, έγινε ηθοποιός. Κουβαλάω κι εγώ κάπου το ίδιο όνειρο. Στην «GORGONA» έγινα τραγουδίστρια και δεν ήταν τόσο απελευθερωτικό όσο νόμιζα. Ήθελα να τα κάνω όλα τέλεια και συνήθως όταν έχεις τέτοια πρόθεση δεν λειτουργεί.

Δεν ήθελα να ακουστεί ότι είμαι ξένη, ο στόχος μου ήταν να ακούγονται τα τραγούδια όσο πιο ελληνικά μπορούσα. Και, όμως, στο τραγούδι φανερώνονται όλα. Και ακούγοντάς με εντόπισα άλλα, πέρα από το θέμα της γλώσσας. Κάτι βαθύτερο που δεν είχα ακούσει ξανά. Μια ρωγμή. Και πιο πέρα από αυτή την ρωγμή, ήταν το ελληνικό μου μισό. Αυτή η αποκάλυψη ήταν απελευθερωτική.

Τι αποκομίσατε από τη συνεργασία σας με την Εύη Καλογηροπούλου σε καλλιτεχνικό επίπεδο;

Μ.Μ.: Τιμή μου που η Εύη με κάλεσε να δω τον κόσμο της από κοντά και μου εμπιστεύτηκε ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό κομμάτι του. Δούλεψα με έναν καινούργιο τρόπο, γνώρισα φανταστικούς ανθρώπους σε αυτή τη δουλειά και ο καθένας και η καθεμία είχαν κάτι καινούργιο να μου μάθουν. Ειμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό. Αποκόμισα καινούργιες εμπειρίες, φιλίες και γνώση τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και σε επαγγελματικό. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο.

Ω.Μ.: Την Εύη την θαύμαζα ως καλλιτέχνιδα πριν την γνωρίσω και ο θαυμασμός μου για εκείνη μόνο μεγαλώνει. Το σημαντικότερο είναι ότι την βρίσκω άκρως μάχιμη, με την έννοια ότι είναι δραστήρια, ενεργή, δυναμική και υπερικανή να αντεπεξέλθει σε δύσκολες συνθήκες. Δεν τα βάζει κάτω και αυτό είναι αξιολάτρευτο. Θα κρατήσω επίσης μια Ελένη μέσα μου. Κάπου ήταν και την φανέρωσε. Όταν θα χρειαστώ δύναμη να αρχίσω ξανά θα την ανακαλέσω. Είναι πλέον μεγάλο κομμάτι μου, το ομολογώ.

Η ταινία παρατηρεί ένα τοξικό ανδροκρατούμενο περιβάλλον, ένα στείρο macho κόσμο όπου «έξω» έχει μόνο πόλεμο και θάνατο. Ποια είναι η προσωπική σας ανάγνωση για το αλληγορικό μήνυμα που αφήνει η «GORGONA» στο κοινό;

Μ.Μ.: Είμαι διχασμένη. Ξέρω οτι μιλάμε για ενα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, ξέρω οτι βλέπουμε την εξευτελιστική θέση των γυναικών σε αυτό, τη μάχη τους για μια αυτονόητη ισότητα και την οργή τους όταν αυτή τους στερείται. Επειδή, όμως, τίθεται ένα θέμα εξουσίας - και παίζει μεγάλο ρόλο στην ταινία το ποιος θα καταλήξει να την κατακτήσει και να «κάτσει στο θρόνο» - τον τελευταίο καιρό αναρωτιέμαι αν η πράξη της ανάληψης εξουσίας δεν αποτελεί από μόνη της υβριστική. Αν δηλαδή η θέση αυτή από μόνη της δεν δημιουργεί στον άνθρωπο, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του στην αρχή, μια ψυχική διάβρωση και με τον χρόνο παραμόρφωση.

Ίσως τελικά το πρόβλημα προέρχεται από την αλλοίωση που δημιουργεί η υπερβολική συγκέντρωση ισχύος σε ένα άτομο ή μια ομάδα. Ποιος ξέρει τι είδους αρχηγός ή άνθρωπος θα είναι η Μαρία μετα απο χρόνια στην εξουσία. Ίσως κάποια μέρα μάθουμε.

Ω.Μ.: Η ταινία γυρίστηκε σε μια περίοδο που είχα μόλις βγει από μια μεγάλη σχέση, η οποία αποδείχτηκε κακοποιητική. Τα γυρίσματα, λοιπόν, συνέπεσαν με μια διαδικασία κατανόησης, αποδοχής και απόστασης. Αλλά αυτό που δεν είχα καταλάβει τότε είναι ότι η εμπειρία αυτή δεν ήταν έξω από την ταινία, ήταν ήδη μέσα της. Και ποσό γενικό είναι αυτό το θέμα. Ήταν η εποχή που δολοφονήθηκε η Κυριακή Γρίβα έξω από το αστυνομικό τμήμα. Αυτή που τα έκανε όλα σωστά κι όμως δεν βρήκε προστασία. Και ήταν ήδη αμέτρητες οι δίκες όπου οι θύτες έμεναν ατιμώρητοι με αποτέλεσμα να συνεχίσουν και τα θύματα να σιωπούν.

Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται σε ένα σκληρό πατριαρχικό πλαίσιο. Η Ελένη έρχεται από έναν τόπο που θυμίζει πόλεις σε συνεχή πίεση, όπως η Γάζα - όπου η βία δεν είναι εξαίρεση, αλλά συνθήκη. Σήμερα βλέπουμε ξανά πολέμους να ξεκινούν ή τους ίδιους πολέμους να συνεχίζουν εις βάρος των αδύναμων, των αμάχων, των ευάλωτων ομάδων, των παιδιών, των βρεφών. Δεν θα πίστευα ποτέ ότι θα το έλεγα αυτό, αλλά είμαι λίγο ρομαντική. Ακόμα ελπίζω σε ένα καλύτερο μέλλον, σε έναν κόσμο πιο δίκαιο. Θέλω να δώσω ακόμα μια ευκαιρία στον έρωτα, θέλω να πιστέψω ότι θα παραμείνουμε άνθρωποι. Με κατανόηση, αγάπη. Ειρήνη.