Η μικρού μήκους στην εξουσία! Οι άνθρωποι πίσω από το «Ελλάδα 3.0» μιλούν στο ΣΙΝΕΜΑ - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
14:29
2/6

Η μικρού μήκους στην εξουσία! Οι άνθρωποι πίσω από το «Ελλάδα 3.0» μιλούν στο ΣΙΝΕΜΑ

Για πρώτη φορά παγκοσμίως, ένα φιλόδοξο κινηματογραφικό πρότζεκτ ενώνει τρεις ταινίες μικρού μήκους και έρχεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 4 Ιουνίου. Το ΣΙΝΕΜΑ μίλησε με τον CEO της εταιρείας διανομής Tanweer, Γιάννη Καλφακάκο, καθώς και με τους σκηνοθέτες των ταινιών, Δημήτρη Παπαθανάση, Ιωάννα Κρυωνά, Μιχάλη Γιγιντή, για αυτή τη μεγάλη ευκαιρία για την ελληνική μικρού μήκους.

Συνέντευξη στον Πάνο Γκένα

Η ελληνική ταινία μικρού μήκους αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς πρεσβευτές του εγχώριου σινεμά. Οι διακρίσεις σε κορυφαίους θεσμούς, η παρουσία στα διεθνή φεστιβάλ, η καλλιτεχνική τόλμη, αλλά και οι υψηλού επιπέδου ερμηνείες συνθέτουν ένα δημιουργικό πεδίο που συνεχίζει να εντυπωσιάζει. Πρόκειται για αρετές που έχουμε τη χαρά να ανακαλύπτουμε κάθε χρόνο μέσα από το ιδιαίτερα αγαπητό διαγωνιστικό τμήμα των Ελληνικών Μικρών Ιστοριών στις Νύχτες Πρεμιέρας.

Γι’ αυτό και η είδηση ότι τρεις βραβευμένες ελληνικές ταινίες μικρού μήκους ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια πρωτότυπη κινηματογραφική διανομή μάς γέμισε ενθουσιασμό και διάθεση στήριξης. Το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» δεν συνιστά απλώς μια ξεχωριστή κινηματογραφική εμπειρία, αλλά και μια τολμηρή πρόταση για το μέλλον της μικρού μήκους ταινίας στην Ελλάδα, διευρύνοντας την παρουσία και την απήχησή της πέρα από τα όρια του φεστιβαλικού κυκλώματος.

Τρεις αυτοτελείς κωμωδίες, το  «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση, το «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνά και το «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή θα προβάλλονται μαζί από την Πέμπτη 4 Ιουνίου σε μία ενιαία κινηματογραφική εμπειρία.

Πίσω από την πρωτοβουλία βρίσκεται η εταιρεία διανομής Tanweer, υπεύθυνη για μερικές από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της πρόσφατης ελληνικής παραγωγής. Όπως εξηγεί ο CEO της εταιρείας, Γιάννης Καλφακάκος, το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» επιδιώκει να φέρει στο προσκήνιο αξιόλογες ιστορίες που συχνά μένουν μακριά από τις κινηματογραφικές αίθουσες. Η πρόταση να συνυπάρξουν τρεις ταινίες με ένα κοινό εισιτήριο αποτέλεσε μια δημιουργική απάντηση στο διαχρονικό ζήτημα της περιορισμένης προβολής των μικρού μήκους έργων.

Παρότι οι τρεις δημιουργοί ακολουθούν διαφορετικές αφηγηματικές και αισθητικές διαδρομές, οι ιστορίες τους συναντιούνται σε έναν κοινό άξονα: την παρατήρηση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας μέσα από το χιούμορ, τη σάτιρα και τον σουρεαλισμό. Από την παράνοια της γραφειοκρατίας και τις μικρές κοινωνικές εμμονές μέχρι τη ζωή στα αθηναϊκά μπαλκόνια και τις αντιφάσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» επιχειρεί να κοιτάξει κατάματα τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας χωρίς διδακτισμό, αλλά με διάθεση αυτοσαρκασμού και αναγνώρισης.

Στις συνεντεύξεις που ακολουθούν, οι άνθρωποι πίσω από το εγχείρημα μιλούν για την έμπνευση, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες ενός πρότζεκτ που φιλοδοξεί να αποδείξει ότι οι ταινίες μικρού μήκους αξίζουν μια σταθερή θέση στη μεγάλη οθόνη.

Διαβάστε ακόμη:
«ΕΛΛΑΔΑ 3.0» : Τρεις μικρού μήκους, φραπέδες, κόλλυβα και πεντοχίλιαρα δραχμές στην πιο new age πρεμιέρα της χρονιάς

INFO
Το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» θα κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους στις 4 Ιουνίου 2026 από την Tanweer.

Το «Ελλάδα 3.0» φέρνει τρεις κωμωδίες μικρού μήκους σε ενιαία κινηματογραφική διανομή. Τι σας έκανε να πιστέψετε ότι αυτό το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει εμπορικά και καλλιτεχνικά στην Ελλάδα σήμερα;

Γιάννης Καλφακάκος: Η ανάγκη να προβάλλονται ωραίες ιστορίες είναι διαχρονική ανεξαρτήτου διάρκειας. Υπήρξαν και υπάρχουν εξαιρετικές ταινίες μικρού μήκους, με τις οποίες το κοινό δεν έρχεται σε επαφή και είναι κρίμα.

Παλαιότερα οι ταινίες μικρού μήκους προβάλλονταν πριν τις μεγάλου μήκους ταινίες, όμως σήμερα αυτό δε γίνεται, κυρίως λόγω διάρκειας και των μικρού και των μεγάλου μήκους. Το δοκιμάσαμε πριν 3 χρόνια με το «AirHostess-737» του Θανάση Νεοφώτιστου που προβαλλόταν πριν το «Πίσω από τις Θημωνιές» της Ασημίνας Προέδρου και άρεσε πολύ στο κοινό, όμως είχε μικρή διάρκεια.

Φέτος ήρθαμε σε επαφή με τρεις εξαιρετικές μικρού μήκους κωμωδίες και κρίναμε ότι αξίζει να τις δει το κοινό και γι’ αυτό αναζητήσαμε τον τρόπο. Η ιδέα να τις βγάλουμε και τις τρεις μαζί με ένα εισιτήριο προήλθε από έναν πολύ δημιουργικό άνθρωπο, το φίλο μου Γιάννη Οικονομίδη.Την ιδέα την αγκαλιάσαμε αμέσως. Τώρα αν θα λειτουργήσει εμπορικά θα μας το δείξει το κοινό. Όσον αφορά το καλλιτεχνικό κομμάτι, οι τρεις ταινίες είναι αυτούσιες και δεν θυσιάζουν ούτε χιλιοστό από αυτό που ήθελε να πετύχει ο κάθε δημιουργός.

Η Tanweer είναι η μεγαλύτερη εταιρεία διανομής στην Ελλάδα και αυτό μας δίνει την ευκαιρία να δοκιμάζουμε νέα πράγματα, το «ΕΛΛΑΔΑ 3.0» είναι μια τέτοια περίπτωση.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να «πακεταριστούν» τρεις τόσο διαφορετικές σκηνοθετικές φωνές σε μία κοινή εμπειρία χωρίς να χαθεί η αυτονομία κάθε ταινίας;

Γιάννης Καλφακάκος: Ό,τι συμβαίνει για πρώτη φορά είναι πάντα δύσκολο και δημιουργεί πολλές προκλήσεις. Το κύριο, όμως, ήταν τα κοινά προωθητικά υλικά - ένας τίτλος που να είναι κορωνίδα των τριών, κοινή αφίσα και τρέιλερ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε τρεις ταινίες που με όχημα την κωμωδία αγγίζουν έξυπνα κοινωνικά θέματα και αυτός είναι ο συνδετικός κρίκος τους.

Με γνώμονα τα παραπάνω, οι δημιουργικές μας ομάδες κατέληξαν στα συγκεκριμένα υλικά και από τα σχόλια των δημιουργών, των αιθουσών και του κοινού, θεωρώ ότι έγινε καλή δουλειά.

Πιστεύετε ότι αυτή η πρωτοβουλία μπορεί να ανοίξει έναν νέο δρόμο διανομής για τις ελληνικές ταινίες μικρού μήκους, που συχνά μένουν μόνο στο φεστιβαλικό κύκλωμα;

Γιάννης Καλφακάκος: Αυτός είναι ο μεγαλύτερος στόχος μας, πριν και πάνω από κέρδη ή ζημιές, εμείς δείξαμε το δρόμο, μακάρι να μας ακολουθήσουν πολλοί ακόμα.

Βίντεο από την επίσημη πρεμιέρα του «ΕΛΛΑΔΑ 3.0»

Οι τρεις ταινίες που συμμετέχουν στο πρότζεκτ παρατηρούν με χιούμορ τον παραλογισμό της νεοελληνικής πραγματικότητας. Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα για τη δική σας ιστορία;

Δημήτρης Παπαθανάσης: Η έμπνευση συνήθως έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Σε εμένα ήρθε όταν διάβασα ένα άρθρο για τον «συνωστισμό» που παρατηρείται σε πολλά νεκροταφεία και το γολγοθά τον συγγενών να θάψουν τους οικείους τους. Υπήρχε κάτι σχεδόν γκροτέσκο σε όλη αυτή τη διαδικασία που μου θύμισε πως ακόμη και ο θάνατος υπόκειται σε λογικές real estate. Ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω για το πώς, μέσα από τον θάνατο, αποτυπώνεται όλη η μικροκοινωνική μας παράνοια.

Ιωάννα Κρυωνά: Θα ξεκινήσω από κάτι πολύ μικρό και προφανές στην ιστορία μας, καθώς το πρώτο ερέθισμα για μένα δεν ήταν άλλο από το μπαλκόνι, την παρουσία και τη σημασία του μπαλκονιού στην ελληνική καθημερινότητα. 

Ζώντας για χρόνια στο εξωτερικό, σε μια βόρεια Ευρώπη που το μπαλκόνι αντιμετωπίζεται σαν μια αχρείαστη πολυτέλεια, με την επιστροφή μου στην Αθήνα συνειδητοποίησα πόσο είχα ξεσυνηθίσει να βρίσκομαι σε ένα χώρο που μεν είναι σπίτι μου αλλά ταυτόχρονα δεν είμαι μόνη μου. Στην αρχή αυτή η έκθεση στο βλέμμα του γείτονα μου προκαλούσε δυσφορία, ενώ ταυτόχρονα η άνεση των γύρω να αράζουν, να δουλεύουν στα λαπτοπ τους, να πίνουν τον καφέ τους, να φασώνονται αδιαφορώντας για τους απέναντι με ξένιζε. Εκεί διαπίστωσα μια πολιτισμική σύγκρουση που δεν περίμενα. 

Υπάρχουν βαθύτεροι λόγοι, πέρα από τους προφανείς του καιρού, που το μπαλκόνι είναι τόσο αναπόσπαστο και αδιαπραγμάτευτο στοιχείο της ελληνικής αστικής ζωής. Η προσωπική ζωή, η ιδιωτικότητα, στις κοινωνίες του Βορρά προφυλάσσεται επιμελώς από τα μάτια του κόσμου, ως κάτι που πρέπει να παραμείνει απόρρητο και που ο άλλος δεν έχει κανένα δικαίωμα να γνωρίζει. Εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Το μπαλκόνι γίνεται μια σκηνή, μια προέκταση στη δημόσια θέα της ζωής όπως διαδραματίζεται και στο εσωτερικό του σπιτιού, χωρίς συστολή ή αυτοπεριορισμούς. Και εκεί εντοπίζεται το παράδοξο της ελληνικής νοοτροπίας και πραγματικότητας. Ενώ το κλασικό «τι θα πει ο κόσμος» μας απασχολεί τόσο έντονα και το κουτσομπολιό είναι νούμερο ένα τρόπος κοινωνικοποίησης, στα μπαλκόνια βγαίνουν όλα στη φόρα. Πώς το εξηγούμε αυτό; 

Εκεί γεννήθηκε η ιδέα του «Planet Balcony», μια ιστορία που παρακολουθεί την ημιδημόσια, ημι-ιδιωτική αυτή συνύπαρξη διαφορετικών κόσμων και που παίζει με τα δυσδιάκριτα όρια του τι θεωρείται επιτρεπτό και τι όχι, τι θεωρούμε ανθρώπινο και νορμάλ και τι αποδοκιμάζουμε ως ηδονοβλεψία, επιδειξιομανία κλπ. Οι απαντήσεις είναι σίγουρα πολλές και ποικιλόμορφες, όπως ακριβώς και τα γύρω μπαλκόνια.

Μιχάλης Γιγιντής: Όταν γνωριστήκαμε με τον Αντώνη (Τσιοτσιόπουλο) πριν μερικά χρόνια, μου έστειλε να διαβάσω κάποια από τα κείμενα του. Ανάμεσα τους ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργο «Δε βαριετε». Το συγκεκριμένο μονόπρακτο αποτέλεσε και τον βασικό κορμό του σεναρίου της ταινίας. Το χιούμορ και ο σουρεαλισμός που εξαρχής υπήρχαν μέσα στο κείμενο, όπως και η γλώσσα του, ήταν τα πρώτα ερεθίσματα.

Έπειτα, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να καταπιαστούμε με μια ιστορία που αφορά σε σημαντικές πτυχές της κουλτούρας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και τις κωμικοτραγικές προεκτάσεις τους, που λίγο ή πολύ είναι οικείες σε όλους μας. Να δούμε τι από όσα εμπεριέχονται στις ιστορίες των χαρακτήρων του έργου, εντοπίζουμε ακόμα και σήμερα γύρω μας αλλά και μέσα μας και που τα ζωτικά τους ψεύδη συνυπάρχουν με τη μαύρη αλήθεια μας.

Το έναυσμα, όμως, θα έλεγα πως ήταν απλά ότι γέλασα πολύ διαβάζοντας το αρχικό κείμενο αλλά και κατά τη διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου.

Τι σημαίνει για εσάς το ότι η ταινία σας θα συναντήσει το κοινό μέσα από μια κανονική κινηματογραφική διανομή, ως μέρος ενός συλλογικού εγχειρήματος που ξεφεύγει από τα όρια του φεστιβαλικού κύκλου;

Δημήτρης Παπαθανάσης: Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα όταν γυρίζαμε την ταινία. Οι περισσότερες μικρού μήκους κάνουν τον κύκλο τους στα φεστιβάλ και μετά εξαφανίζονται, ανεξαρτήτως αν βρήκαν κοινό ή όχι. Οπότε χαίρομαι ιδιαίτερα που η ταινία θα έχει την ευκαιρία να συναντήσει θεατές σε μια κινηματογραφική αίθουσα, έξω από το πλαίσιο ενός φεστιβάλ. Μου αρέσει επίσης ότι αυτό γίνεται συλλογικά, μαζί με δύο άλλες ταινίες.

Ιωάννα Κρυωνά: Είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Προσωπικά κάνω σινεμά για να συνομιλήσω με το κοινό και η φόρμα της μικρού μήκους είναι κάτι που αγαπώ πολύ – δε συμφωνώ με το στερεότυπο ότι η μικρού είναι προθάλαμος και πεδίο προετοιμασίας για την μεγάλου. Οι μικρού μήκους είναι σινεμά, είναι ταινίες που το κοινό έχει αποδείξει ότι αγαπά, βλέπουμε την προσέλευσή του σε σχετικές διοργανώσεις. 

Η διανομή έρχεται να σπάσει την καθιερωμένη αντίληψη ότι η ελπίδα της μικρού είναι τα φεστιβάλ και να αναθεωρήσει τον παραδοσιακό, παγιωμένο κύκλο εκμετάλλευσής της. Βλέπω το πρότζεκτ μας ως μια φοβερά αισιόδοξη και δομική ανατροπή μιας πεπατημένης που ανοίγει μια πόρτα και μελλοντικά, για συναδέλφους δημιουργούς. Είναι μια σημαντική στιγμή και για εμάς και για το ίδιο το σινεμά όταν η κινηματογραφική οθόνη φέρνει υλικό και φόρμες διαφορετικές από αυτές που ξέρουμε και έχουμε συνηθίσει.

Μιχάλης Γιγιντής: Είναι ότι καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί στη ταινία! Ο φυσικός χώρος μιας ταινίας είναι η κινηματογραφική αίθουσα και είμαι πολύ χαρούμενος με αυτή την εξέλιξη. Στη προκειμένη όμως, πέρα από αυτό, πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εγχείρημα των ανθρώπων της Tanweer, το οποίο συμβαίνει για πρώτη φορά.

Η φεστιβαλικότητα είναι ζωτικής σημασίας για τον κινηματογράφο. Είμαστε χαρούμενοι που η ταινία μας ξεκίνησε τη διαδρομή της από το σημαντικότερο φεστιβάλ μικρού μήκους της χώρας, το φεστιβάλ Δράμας και τώρα έχουμε τη χαρά να συνυπαρξουμε με δυο εξαιρετικές ταινίες, το «Χους ει και εις χουν απελέυσει» του Δημήτρη Παπαθανάση και το «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνα, που η κάθε μια τους έχει τον δικό της ξεχωριστό χαρακτηρα, σε μια κοινή πορεία στις αίθουσες.

Πιστεύω ότι αυτό το εγχείρημα από τη μια μπορεί να προσφέρει μια πολύ όμορφη εμπειρία στον θεατή αλλά ταυτόχρονα, ίσως μπορέσει να καταφέρει κάτι πολύ σημαντικό. Θα μπορούσε στο μέλλον εφόσον μια τέτοια πρόταση λειτουργήσει, να αποτελέσει μια ακόμα δίοδο για τη μικρού μήκους ταινία.

Θα μπορούσε να είναι ένας ακόμα τρόπος ώστε κάποιες υπέροχες ταινίες που παρακολουθούμε κάθε χρόνο στα φεστιβάλ, να βρεθούν ξανά στις αίθουσες μέσα από μια νέα φόρμα διανομής και αυτή η προοπτική θα ήταν φανταστική για το ελληνικό σινεμά και τους δημιουργούς του.

Μιχάλης Γιγιντής, Ιωάννα Κρυωνά, Δημήτρης Παπαθανάσης, Γιάννης Οικονομίδης

Τι ελπίζετε να αποκομίσει ο θεατής βγαίνοντας από αυτή την τριπλή κινηματογραφική εμπειρία του «Ελλάδα 3.0»;

Δημήτρης Παπαθανάσης: Οι τρεις ταινίες έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικό ύφος, αλλά νομίζω ότι συνομιλούν μέσα από το χιούμορ τους με μια σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα που όλοι λίγο - πολύ αναγνωρίζουμε. Αν ο θεατής βγει από την αίθουσα έχοντας γελάσει, έχοντας αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του ή από τους ανθρώπους γύρω του, και ίσως συζητήσει μία από τις ιστορίες στην επιστροφή προς το σπίτι, θα είμαι απόλυτα ευχαριστημένος.

Ιωάννα Κρυωνά: Ελπίζω στο γέλιο. Η κωμωδία είναι κάπως ενοχοποιημένο είδος, συνυφασμένη συχνά με μια αντίληψη ότι επιδιώκει να κάνει τον θεατή να ξεδώσει, να ξεχαστεί αντί να προβληματιστεί, κατηγοριοποιείται συχνά ως το «εμπορικό» και το ελαφρύ, το μη σκεπτόμενο σινεμά. Αδίκως γιατί ξέρουμε καλά πόσο διαχρονικές και επίκαιρες στην κριτική τους παραμένουν κωμωδίες αριστουργήματα ακόμη και από τα πρώιμα χρόνια, αυτά του βωβού κινηματογράφου. Επίσης ξέρουμε και από την πλευρά του δημιουργού πόσο δύσκολο είναι να πετύχει μια κωμωδία στη γραφή της. 

Οι ταινίες της τριλογίας σχολιάζουν με κριτική ματιά, αλλά ακομπλεξάριστα και με αγάπη, ανθρωπότυπους της ελληνικής κοινωνίας που μας είναι εξαιρετικά οικείοι. Είμαι σίγουρη ότι ο θεατής θα αναγνωρίσει στους χαρακτήρες μας κάποιον ξάδερφο, θείο ή ακόμη και όψεις του ίδιου του του εαυτού, καλά κρυμμένες ωστόσο. Ταύτιση, άλλος ένας παρεξηγημένος όρος στην μεταμοντέρνα αφήγηση. Για μένα καθόλου προβληματική γιατί την αντιμετωπίζω σαν ένα μηχανισμό που ανοίγει την πόρτα και καλωσορίζει τον θεατή στην ιστορία σου, μέσα από μια αναμέτρηση με κάτι γνώριμο που το σινεμά έρχεται τελικά να θέσει σε αμφισβήτηση, να στο αποδομήσει με τρόπο που σου βγάζει νόημα. 

Αν σκεφτεί κανείς μια διευρυμένη απάθεια που δε μας αφήνει ανεπηρέαστους και μια τάση να απομονωνόμαστε στα δικά μας, θα ήμουν πολύ ευγνώμων αν στην κινηματογραφική αίθουσα καταφέρουμε να κοιτάξουμε ξανά γύρω μας, να ξαναγνωριστούμε, να το πιάσουμε από την αρχή. Αυτό το «μαζί» της αίθουσας είναι στην τελική και ο λόγος που γεννήθηκε και υπάρχει μέχρι και σήμερα το σινεμά.

Μιχάλης Γιγιντής: Το σημαντικότερο θα ήταν να έχει περάσει όμορφα και να έχει λειτουργήσει αυτή η σύμπραξη τριών ταινιών σε μια προβολή ως κώδικας. Από κει και πέρα, σε σχέση με την ουσία και το περιεχόμενο των ταινιών, ο καθένας θα αποκομίσει ότι θέλει και νιώθει. Θα μεταβολίσει αυτό που είδε όπως θέλει και ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τις εμπειρίες του, όπως γίνεται πάντα. Και όλα είναι θεμιτά. Είναι πολύ σημαντικό όμως, πέρα από το όποιο φιλοσοφικό υπόβαθρο, να νιώθεις ωραία που είδες μια ταινία στο σινεμά.