του Λουκά Κατσίκα
O πιο πετυχημένος ντοκιμαντερίστας στην ιστορία του σινεμά είναι ταυτόχρονα κι ένας μεγάλος ψεύτης. Το αποδεικνύει περίτρανα μια ταινία που κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό στις ΗΠΑ.
Τρεις κατηγορίες ανθρώπων ασχολούνται με τον Μάικλ Μουρ. Αυτοί οι οποίοι θαυμάζουν το μαχητικό σινεμά που προφασίζεται ότι κάνει. Εκείνοι που εκτιμούν το συγκεκριμένο σινεμά, αλλά αντιπαθούν τον εριστικό δημιουργό του. Και οι υπόλοιποι που μισούν και τα δύο: τον σκηνοθέτη και το σινεμά του μαζί. Πού βρίσκεται ωστόσο η αλήθεια για τον περίφημο προβοκάτορα από τις εργατικές γωνιές του Μίτσιγκαν;
Αυτό ακριβώς αναρωτιούνται και οι σκηνοθέτες Ρικ Κέιν και Ντέμπι Μέλνικ. Το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ τους «Μanufacturing Dissent» αποτελεί μέχρι στιγμής την πιο πολυσυζητημένη και ψύχραιμα διατυπωμένη απάντηση στις κατηγορίες με τις οποίες στολίζεται συχνά πυκνά ο ευτραφής κινηματογραφικός ρήτορας.
Μερικές από τις καταγγελίες αυτές, απαντούν οι δυο σκηνοθέτες και πρώην θαυμαστές του, αποδεικνύονται απολύτως σωστές.
Ο Μάικλ Μουρ έχει κατηγορηθεί ως επί το πλείστον για τις άκρως συζητήσιμες δημοσιογραφικές μεθόδους του: παραποίηση γεγονότων, απόκρυψη στοιχείων, κατασκευασμένα τεκμήρια, έξυπνα σκηνοθετημένα τρικ στη θέση ανύπαρκτων επιχειρηματολογιών. Ολες οι παραπάνω τακτικές τοποθετούνται, βέβαια, στην υπηρεσία της αλήθειας και της δικαιοσύνης, έτσι όπως τα διατυμπανίζει ηχηρά με κάθε νέο του δημιούργημα ο πανούργος ντοκιμαντερίστας. Είναι όμως αυτό αρκετό για να δικαιολογήσει το γιατί ο Μουρ στήριξε μεγάλο μέρος της ταινίας «Φαρενάιτ 9/11» σε δηλώσεις τις οποίες ο Τζορτζ Μπους χρησιμοποίησε σε διαφορετικές συγκυρίες από αυτές που περιγράφει το φιλμ; Μπορεί κάποιος να κάνει τα στραβά μάτια εμπρός στο γεγονός ότι η διάσημη πλέον σκηνή του «Ακήρυχτου Πολέμου», στην οποία ο σκηνοθέτης μπαίνει σε ένα κατάστημα όπλων και αγοράζει χωρίς άδεια μια καραμπίνα, δεν συνέβη πραγματικά, αλλά «σκηνοθετήθηκε» από τον ίδιο;
Ακόμη χειρότερα, τι να πει κανείς όταν το «Roger & Μe», πρώτη (και μάλλον καλύτερη) δουλειά του Μάικλ Μουρ, αποδεικνύεται τώρα ότι είναι εξ ολοκλήρου χτισμένο επάνω σε έναν ισχυρισμό ο οποίος τελικά δεν υφίσταται; Διότι όχι μόνο δεν απέφυγε να συναντήσει τον θυμωμένο κινηματογραφιστή ο αμφιλεγόμενος πρόεδρος της General Motors, ισχυρίζονται οι Κέιν και Μέλνικ, αλλά και του παραχώρησε μια συνέντευξη την οποία ο Μουρ διάλεξε να αποσιωπήσει και να αφήσει έξω από το τελικό μοντάζ.
Το «Μanufacturing Dissent» δεν σταματά εκεί. Προχωρά μέσα από διηγήσεις φίλων, πρώην συνεργατών, συμπατριωτών του Μουρ να πλάσει το πορτρέτο ενός εγωιστή και υπερφίαλου ανθρώπου, ο οποίος κρατά στα χέρια του την τέχνη της χειραγώγησης και φροντίζει να τη χρησιμοποιεί με κάθε ευκαιρία. Ηθικά τεκμηριωμένη και μη. Μπορεί η ταινία να μην αποβαίνει εξίσου ψυχαγωγική ή θορυβώδης με τις δικές του δημιουργίες, ίσως όμως να αποτελεί την πιο ειλικρινή κινηματογραφική συγκυρία στην οποία έτυχε να συμμετάσχει ποτέ. Εστω και παρά τη θέλησή του.
«Fahrenhype 9/11» του Αλαν Πίτερσον /«Μichael And Μe» του Λάρι Ελντερ / «Celsius 41.11» του Κέβιν Νόμπλοκ /«Μichael Moore Hates Αmerica» του Μάικλ Γουίλσον: τέσσερις ακόμη ταινίες ενάντια στον Μουρ κυκλοφόρησαν το 2004, χρονιά κατά την οποία το «Φαρενάιτ 9/11» βγήκε στις αίθουσες. Τις δυο πρώτες μπορεί κανείς να τις βρει σε DVD αμερικανικής προέλευσης.






