Το ντοκιμαντέρ είχε στο επίκεντρό του την εξιστόρηση των αληθινών γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του Στίβεν Έϊβερι και της οικογένειάς του, ενός άνδρα από το Μανίτογουοκ Κάουντι του Γουινσκόσιν που το 1985 καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση και απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Έμεινε φυλακισμένος επί 18 χρόνια για ένα έγκλημα που δεν έκανε ποτέ, ενώ το 2003 αφέθηκε ελεύθερος χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας, καθώς οι εξετάσεις που έγιναν μέσω DNA απέδειξαν τελικά ότι ένας άλλος άνθρωπος διέπραξε το αδίκημα. Αφ’ ότου αθωώθηκε, ξεκίνησε να ζει μια φυσιολογική ζωή αλλά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, καθώς το 2005 κατηγορήθηκε και βρέθηκε ένοχος για τη δολοφονία 25χρονης Τερέζα Χάλμπαχ, το πτώμα της οποίας βρέθηκε κοντά στο σπίτι του.
Πολλοί πιστεύουν ότι όλη αυτή η σκευωρία εις βάρος του Έϊβερι στήθηκε από την τοπική Αστυνομία του Γουινσκόσιν, που φοβήθηκε ότι θα αναγκαστεί να πληρώσει ένα τεράστιο χρηματικό πρόστιμο για την πρώτη υπόθεση. Ωστόσο οι αστυνομικές αρχές απέρριψαν τέτοιες εικασίες, ισχυριζόμενες πως πρόκειται για «θεωρίες συνομωσίας».
Στα νέα επεισόδια θα συμμετάσχει και η καινούργια δικηγόρος του Έϊβερι, η Κάθλιν Ζέλνερ καθώς αναλαμβάνει την υπόθεσή του.
Η συνέχιση της δεύτερης σεζόν επιβεβαιώθηκε και μέσα από τις κοινές δηλώσεις που έκαναν οι γυναίκες που βρίσκονται πίσω από τις κάμερες, Λόρα Ρικιάρντι και Μόιρα Ντέμος : «Νιώθουμε απίστευτη ευγνωμοσύνη για την τρομερή ανταπόκριση και υποστήριξη που συνάντησε η σειρά. Η προσοχή και το ενδιαφέρον που έδειξαν οι θεατές εξασφάλισαν τη συνέχειά της και δεσμευόμαστε πλήρως πως θα συνεχίσουμε να παραθέτουμε τα γεγονότα όπως εκτυλίσσονται.»
Ο πρώτος κύκλος της σειράς είχε 6 υποψηφιότητες για Emmy, σε κατηγορίες -μεταξύ άλλων- για το Καλύτερο Ντοκιμαντέρ και Σειρά Μη-Μυθοπλαστικού Περιεχομένου.






