Στη “Χώρα Προέλευσης” παρακολουθούμε απνευστί την ιστορία της Ελλάδας τα τελευταία 40 χρόνια μέσα από την ιστορία μιας μεσοαστικής οικογένειας. Μυστικά και ψέματα συνθέτουν τον ιστό της ταινίας που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας, αρθρωμένα όμως χωρίς φόβο. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Σύλλας Τζουμέρκας, μιλάει για το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, το σινεμά και τα κακώς κείμενα – που επιτέλους θίγονται.
Η οικογένεια
«Χρησιμοποίησα την οικογένεια σαν μικρογραφία του τόπου. Προσπαθήσαμε δηλαδή να δούμε πως τα ψέματα, οι απογοητεύσεις, η εξαπάτηση, η τρομοκρατία και η βία που υπάρχει στην οικογένεια είναι σε ευθεία ταύτιση με τα αντίστοιχα φαινόμενα στην ελληνική κοινωνία, τα τελευταία 20 χρόνια. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα όλα αυτά ήταν κρυμμένα – τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και σε επίπεδο οικογένειας. Η δική μας γενιά υποτίθεται ότι έχει ζήσει μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία τη δεκαετία του 1980 και του 1990, μέσα στη μεταπολίτευση, σε όλο αυτό το γνωστό πανηγύρι. Τα πράγματα φυσικά δεν είναι έτσι -ποτέ δεν ήταν έτσι- και αυτό αποδεικνύεται ιστορικά από όσα συμβαίνουν εδώ τα τελευταία τρία χρόνια. Αυτός ήταν κατά κάποιον τρόπο ο στόχος μας: αυτό που είδαμε και ζήσαμε, να το μεταφέρουμε στην ταινία.
Δεν νομίζω ότι είναι μόνο οι ελληνικές ταινίες που επιλέγουν ως αφετηρία την οικογένεια. Σε όλη τη διάρκεια του σινεμά, υπήρξαν φιλμ που με κέντρο την οικογένεια κατάφεραν να μιλήσουν με ευστοχία για το τι είναι ο καθένας μας, για το ποια είναι η ζωή μας. Η οικογένεια είναι δομικό χαρακτηριστικό μας , επομένως δεν μπορείς να το αποφύγεις θεματικά, κατά κάποιον τρόπο γυρνάς πίσω. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι για πολλά χρόνια κοιτάζαμε πίσω με νοσταλγία, με όλη αυτή την ανοησία που επιτάσσει την ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Αυτό δεν γίνεται πια – σίγουρα όχι στην ελληνική κινηματογραφία. Οι «Ωραίες Μέρες» πέρασαν, ο λόφος έχει ανέβει ανεπιστρεπτί.»
Η μεταπολίτευση
«Η γενιά του ‘50, είναι μια πολύ περίεργη γενιά. Είναι αυτή των παππούδων μας και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπέστη μια τρομερή πατροκτονία – δίκαιη σε μεγάλο βαθμό. Νομίζω όμως ότι κρατάει ακόμη κάποια μυστικά και με έναν τέτοιο τρόπο προσπαθήσαμε να την προσεγγίσουμε. Δεν είναι μια γενιά την οποία μπορούμε να ξέρουμε πάρα πολύ καλά, αλλά γνωρίζουμε ότι μας έχει δώσει αγάπη. Από εκεί και πέρα, το κύριο βάρος της ταινίας πέφτει στη γενιά της μεταπολίτευσης γιατί αυτή έκανε τη δική της επανάσταση και στη συνέχεια αντιστάθηκε μέχρι τελικής πτώσεως στην επόμενη. Η οπτική γωνία που χρησιμοποιείται ουσιαστικά είναι αυτή των παιδιών. Η ταινία είναι ιδωμένη μέσα από τα δικά τους μάτια, επομένως και η γνώση μπορεί να φτάνει μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο. Δεν μαθαίνουμε δηλαδή περισσότερα από αυτά που θα ήξεραν οι ίδιοι.»
Ο εθνικός ύμνος
«Φυσικά και φοβηθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε τον εθνικό ύμνο, ακόμη φοβόμαστε. Αλλά έχουμε κουραστεί, έχουμε βαρεθεί κι εγώ προσωπικά δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση, στην οποία κανείς δεν μιλά για όσα έχουν τοποθετηθεί σε κάποιο βάθρο. Η δικιά μας γενιά πρέπει να αρθρώσει λόγο για τα μεγάλα κείμενα και αυτό είναι πλέον επιτακτικό. Οπως λένε στη λογοτεχνία, κάθε γενιά πρέπει να δώσει τη δική της μετάφραση σε ένα μεγάλο έργο: ο Ντοστογιέφσκι για παράδειγμα πρέπει να μεταφράζεται ξανά και ξανά. Το ίδιο πρέπει να γίνει και με τα υπόλοιπα μεγάλα κείμενα – πόσω μάλλον με το κείμενο το οποίο για κάποιο λόγο αποτελεί τον εθνικό ύμνο αυτής της χώρας.
Ο λόγος που στραφήκαμε εκεί είναι ότι εκτός από τις δύο στροφές που γνωρίζουμε όλοι και οι οποίες είναι δοξαστικού χαρακτήρα, το ποίημα αυτό είναι από τα πιο μαύρα, απελπισμένα και βίαια κείμενα τα οποία έχουν γραφτεί ποτέ. Είναι τρομερά υψηλού ρομαντισμού, περιέχει απίστευτη βία και απελπισία και μιλάει για όσα πραγματεύεται με έναν εξαιρετικά σκληρό τρόπο. Ισως είναι από τα πιο σκληρά κείμενα που υπάρχουν, είναι σίγουρα ένα από τα πιο σκληρά λογοτεχνικά κείμενα που έχω διαβάσει και ξέρω. Ο τρόπος που μιλάει για την ελευθερία, για τη διχόνοια, για την ίδια την ύπαρξη, ο στίχος «το ένα χτύπαε τ’ άλλο χέρι από την απελπισιά» είναι από τα πιο σκληρά πράγματα που έχουν γραφτεί – και αυτό είναι κάτι που δεν μαθαίνεται.»
Η σχολική αίθουσα
«Οταν έχεις μια σκηνή τάξης είναι προφανές ότι μπορεί να κατηγορηθείς για διδακτισμό. Νομίζω όμως ότι αφενός έχει πολύ χιούμορ αυτή η σκηνή και αφετέρου εξαρχής δεν το αντιμετώπισα με φόβο. Καταρχήν, ο διδακτισμός δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό, ο Κλιντ Ιστγουντ για παράδειγμα είναι διδακτικός και ταυτόχρονα πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης. Από εκεί και πέρα, ο λόγος που δεν φοβήθηκα είναι ότι βρήκαμε ένα τρόπο να γυριστεί όλο αυτό και νομίζω ότι ήταν το πιο ενδιαφέρον γύρισμα της ταινίας. Βρεθήκαμε σε μια τάξη με σκηνοθέτη τα παιδιά, στα οποία εγώ είχα πει ελάχιστα πράγματα. Δουλεύαμε με την Αμαλία Μουτούση, που έπαιξε την Στέλλα, την καθηγήτρια, αυτοσχδιαστικά επί ένα εξάμηνο, ως εξής: εγώ είχα τον ρόλο των μαθητών, δίνοντας κάθε είδους πιθανές απαντήσεις και ερωτήσεις και η Αμαλία προσπαθούσε να βρει τρόπους να απαντήσει και ταυτόχρονα να περάσει από μερικά δραματουργικά κομβικά σημεία και του ποιήματος και του σεναρίου. Στη συνέχεια βρεθήκαμε στην τάξη, όπου κάναμε τέσσερις 20λεπτες λήψεις, που ήταν πολύ επίπονες για τους οπερατέρ. Σε αυτές λοιπόν συνέβη ό,τι ακριβώς θα συνέβαινε και σε μια τάξη. Αυτό το κομμάτι της ταινίας είναι εντελώς ντοκιμαντερίστικο, αφού η Αμαλία απλά φρόντιζε να περάσει από τα σημεία που έπρεπε, να δοθούν οι αφορμές και να δημιουργηθεί το κλίμα που θα επέτρεπε στους μαθητές να εκφραστούν ελεύθερα. Το παιδί που λέει “έκλαιγαν οι άνθρωποι γιατί δεν είχαν την ελευθερία τους” δεν διαβάζει σενάριο, μιλάει εκείνο, όχι εμείς. Εμείς φτιάξαμε το έδαφος για να ξεδιπλωθεί όλο αυτό. Και φυσικά εκεί χρειάζεται μια ηθοποιός σαν την Αμαλία Μουτούση, που να μπορεί να φέρει μια τέτοια αποστολή εις πέρας.»
Η εξουσία
«Εχουμε ενσωματώσει στο φιλμ αρχειακό υλικό από διάφορες φάσεις τις νεότερης ιστορίας. Πορείες και διαδηλώσεις, άλλες ειρηνικές, άλλες όχι. Αν κάποιος δει στις εικόνες περισσότερο την κρατική καταστολή, σημαίνει ότι αυτό άγγιξε περισσότερο τον συγκεκριμένο θεατή. Εμείς αυτό που κάναμε ήταν να δείξουμε απλά την εικόνα, από όλες τις πλευρές. Από εκεί και πέρα η βία υπάρχει: είναι στο δρόμο, στο κράτος, στην οικογένεια. Δική μου δουλειά δεν είναι να λέω ποια βία είναι καλή και ποια κακή. Αυτό που θέλω εγώ είναι να εξετάσω το γιατί: με αυτό έχουμε ασχοληθεί πολύ στην ταινία. Δεν κάνουμε ένα ιστορικό φιλμ, μας ενδιαφέρει να δούμε τι συμβαίνει και γιατί συμβαίνει. Αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία.»
Η μεσαία τάξη
«Με ενδιαφέρει η μεσαία τάξη γιατί αυτήν ξέρω. Η καταγωγή μου είναι καθαρά μικροαστική, προέρχομαι από οικογένεια δημοσίων υπαλλήλων, και αυτοί είναι οι άνθρωποι που γνωρίζω καλύτερα: μια γκάμα από μικροαστούς προς τα κάτω μέχρι μικροαστούς προς τα πάνω, δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία της χώρας. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με αυτή την ομάδα, με το μηχανισμό της και να τους βάλουμε κατά κάποιον τρόπο στο κέντρο. Στο Αντλερ (σ.σ. το Stella Adler Studio, στην Νέα Υόρκη, όπου παρακολούθησε το Τμήμα Υποκριτικής) μας έλεγαν συνέχεια πως μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε παράβαση, πέρα από αυτή της κοινωνικής τάξης. Η νοοτροπία αυτή είναι πολύ αμερικάνικη και ρώσικη, αλλά πιστεύω ότι είναι βαθιά αληθινή. Σαν αποτέλεσμα αυτό έχει μια συνέπεια στις ερμηνείες, στο σενάριο και φέρνει την κοινωνική τάξη μπροστά. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Και πολύ μεγαλύτερη σε μια χώρα που κρύβει τις κοινωνικές τάξεις λυσσαλέα αφού ο αγώνας της τελευταίας εικοσαετίας είναι να επικρατήσει το ψέμα ότι αυτές δεν υπάρχουν όταν συμβαίνει το αντίθετο. Γενικά έχουμε μια κουλτούρα ψεύδους και ντροπής σε σχέση με την τάξη.»
Το σινεμά.
«Αγαπάω πολύ τις παράλληλες δράσεις και πιο συγκεκριμένα λατρεύω και τους διάφορους τύπους παράλληλων δράσεων. Το πιο δημιουργικό πράγμα που πιστεύω ότι μπορεί να γίνει τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο μοντάζ είναι οι συνθέσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και ο μοντέρ της ταινίας, ο Πάνος Βουτσαράς με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί και στην μικρού μου μήκους με τίτλο “Βροχή”. Αν έχεις δει το φιλμ καταλαβαίνεις πόση δουλειά υπάρχει από πίσω. Και ήταν για μας μια τεράστια περιπέτεια να μπορέσουμε να φτιάξουμε ένα έργο στο οποίο όλοι αυτοί οι άξονες, όλοι αυτοί οι χαρακτήρες υφίστανται ταυτόχρονα και είναι κατανοητοί. Ηταν ουσιαστικά μια έρευνα και δεν ξέραμε αν θα τα καταφέρναμε. Το σενάριο ήταν ήδη γραμμένο σε παράλληλη δράση και γι’ αυτό ήταν και δύσκολο να διαβαστεί. Μετά βέβαια έπρεπε να επιτευχθεί το αντίστοιχο και στο μοντάζ. Ηταν μεγάλο ρίσκο γιατί δεν ξέραμε αν θα προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Το μελόδραμα το αγαπώ αλλά δεν σημαίνει ότι θα κάνω μόνο αυτό. Τώρα ετοιμάζω κάτι άλλο, σε νέες κατευθύνσεις αλλά δεν μπορώ να αποκαλύψω τίποτα. Είναι η έκπληξή μου για την επόμενη χρονιά. Σε κάθε περίπτωση, το σινεμά πρέπει να μπαίνει μέσα στη κοινωνία να την καταλαβαίνει, να την εξηγεί, να της επιτίθεται, να την αγαπάει με σκληρό ή αστείο τρόπο ή όπως μπορεί- αν μπορεί. Το σινεμά πρέπει να συγκινεί, να ενδιαφέρει, να έχει πλάκα, αλλιώς δεν έχει νόημα.»
Φαίδρα Βόκαλη






