Εκ πρώτης όψεως το «Sweeney Todd: Ο Φονικός Κουρέας της Οδού
Φλιτ» μοιάζει περισσότερο με εναλλακτικό σενάριο για το
«Springtime for Ηitler», τη μουσικοχορευτική
πανωλεθρία που ο Μελ Μπρουκς σκέφτηκε για να βάλει τέλος στην
καριέρα των ηρώων του στη διάσημη ταινία του – και μετέπειτα υπερεπιτυχημένο
μιούζικαλ – «Δυο Τρελοί Παραγωγοί». Δηλαδή σίγουρη
αποτυχία σε λιγότερο από 30 λέξεις: Αιματοβαμμένο μιούζικαλ με φονικό μπαρμπέρη
να καθαρίζει όποιον βρει μπροστά του, μέχρι να πέσει στα χέρια του ο δικαστής
που τον έστειλε άδικα φυλακή και του κατέστρεψε τη ζωή.
Από τη Δέσποινα Παυλάκη
Η ΙΣΤΟΡΙΑ που θα έπρεπε να είχε αποτρέψει τους πάντες (και όχι μόνο
τον Τιμ Μπάρτον)
Ευτυχώς ο Σουίνι Τοντ δεν υπήρξε στ αλήθεια και δεν σκότωσε
ποτέ κανέναν. Δεν έκανε τους 160 φόνους που θα ήθελαν να του φορτώσουν στο
Λονδίνο του 18ου αιώνα, αυτό όμως δεν τον σταμάτησε από το να φτάσει σε φήμη τον
Τζακ τον Αντεροβγάλτη. Για καλή μας τύχη, δεν είναι παρά ένας
φανταστικός ήρωας που έκανε αναπάντεχα την εμφάνισή του στη σύντομη νουβέλα του
Τόμας Πέκετ Πρεστ «Μια σειρά μαργαριτάρια: Ενα
ρομάντζο» («Τhe String Of Pearls: Α Romance»), η οποία
δημοσιεύτηκε στο Peoples Periodical τον Νοέμβριο του 1846. Σύμφωνα με τον θρύλο,
ο Τοντ κάθιζε τους πελάτες του στην καρέκλα του κουρέα και τους έκοβε με
απαράμιλλη δεξιοτεχνία φαβορίτες και λαρύγγια, πριν τους ρίξει, μέσω τσουλήθρας,
στο κελάρι του πρώτου πατώματος. Εκεί η προθυμότατη συνεργός του, η χήρα
φουρνάρισσα Νέλι Λόβετ, τα τεμάχιζε και τα χρησιμοποιούσε ως
γέμιση για τις διάσημες κρεατόπιτές της.
Εναν χρόνο αργότερα, κάποιος ξεροκέφαλος αποφάσισε να κάνει την ιστορία του
Πρεστ θεατρικό, προσθέτοντας τον υπότιτλο που έκανε τη διαφορά: «Ο
Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ». Η ιστορία του Σουίνι
Τοντ δεν πάτησε μόνο πόδι στο σανίδι, αλλά με το πέρασμα του χρόνου
έφτασε από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη ή μπορεί και το αντίστροφο. Η Μεγάλη
Εκδίκηση εναντίον του δικαστή Τέρπιν, όμως, που αφαίρεσε κάθε ίχνος ανθρωπιάς
από τον κεντρικό χαρακτήρα -και θα έπρεπε να τον είχε εξορίσει καλλιτεχνικά στο
πυρ το εξώτερον, ήταν γέννημα θρέμμα της νοσηρής φαντασίας του Βρετανού
συγγραφέα Κρίστοφερ Μποντ το 1973 και θεωρείται πλέον
αναπόσπαστο στοιχείο του θρύλου του Σουίνι Τοντ.
Χρησιμοποιώντας ως βάση το θεατρικό έργο του Μποντ, ο Αμερικανός
Στίβεν Σόντχαϊμ υλοποίησε τη χειρότερη στιχουργική έμπνευση του αιώνα:
το μετέτρεψε σε μιούζικαλ. Κάνοντας το αιματοβαμμένο ντεμπούτο του την 1η
Μαρτίου 1979 με πρωταγωνιστές τον Λεν Καριού και την
Αντζελα Λάνσμπουρι, κατατρόμαξε το κοινό με μουσική εμπνευσμένη
από τον Μπέρναρντ Χέρμαν (βλέπε «Ψυχώ», «Τα Πουλιά» και πολλά
πολλά άλλα). Η τρίχα σηκώθηκε κάγκελο και το θεατρικό εκτινάχτηκε στα ύψη,
μεταπηδώντας στο Λονδίνο και αργότερα στο Μπρόντγουεϊ το 1989, όπου ευτυχώς για
όλους μας το είδε ο Τιμ Μπάρτον και του μπήκαν ιδέες!
Τρία βασικά πράγματα που δεν ενδιαφέρουν τον Σουίνι Τοντ (αλλά κάνουν
όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα να σηκώνεται το πρωί από το κρεβάτι)
1. Η Μελωδία της Ευτυχίας: Ο Σουίνι Τοντ είναι ζωντανός
νεκρός: πέθανε 15 χρόνια πριν, όταν ο δικαστής Τέρπιν ζήλεψε την οικογενειακή
του ευτυχία και τον έριξε άδικα στη φυλακή, μόνο και μόνο για να αποπλανήσει την
όμορφη γυναίκα του. Ο Σουίνι Τοντ δεν επιστρέφει προς αναζήτηση της χαμένης του
ευτυχίας. Ο Σουίνι Τοντ δεν επιστρέφει για να ξαναχτίσει τη ζωή
του από την αρχή. Ο Σουίνι Τοντ επιστρέφει για να εκδικηθεί,
και το μόνο που βλέπει μπροστά του είναι λαρύγγια που πρέπει απαραιτήτως να
κοπούν (από τα πολύτιμα ξυράφια του) και αίμα που πρέπει επειγόντως να χυθεί. Η
εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και ενδέχεται να δηλητηριάσει
αρκετούς αθώους μέχρι να σερβιριστεί στο άτομο που το παρήγγειλε. Αυτό όμως δεν
απασχολεί καθόλου τον Σουίνι Τοντ.
2. Οι Ζωές των Αλλων: Ο Σουίνι Τοντ δεν ενδιαφέρεται για
κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό του και τις ζωές που μπορεί να αφαιρέσει. Δεν
τον ενδιαφέρει η έφηβη πλέον κόρη του, η οποία υποφέρει στα χέρια του κηδεμόνα
της (που δεν είναι άλλος από τον δικαστή Τέρπιν). Ο Σουίνι Τοντ
δεν έχει καμία διάθεση να τη βοηθήσει να δραπετεύσει. Δεν μπαίνει καν στον κόπο
να τη συναντήσει. Ο Σουίνι Τοντ δεν ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα της
κ. Λόβετ. Δεν τον νοιάζει καθόλου αν αυτή τον βοηθάει, γιατί
ελπίζει κάποτε να γεράσουν μαζί. Για τον Σουίνι Τοντ η κόλαση δεν είναι τίποτε
άλλο παρά οι άλλοι, και αναπόφευκτα όσο γρηγορότερα εκλείψουν τόσο το καλύτερο.
3. Το Χρώμα του Χρήματος: Ο Σουίνι Τοντ δεν ενδιαφέρεται για
τα επίγεια αγαθά. Δεν θα τον δείτε να κοιμάται ποτέ ούτε να βάζει τίποτα στο
στόμα του, εκτός από ένα μικρό δείγμα μουχλιασμένης κρεατόπιτας από τα χεράκια
της κ. Λόβετ. Ο Σουίνι Τοντ δεν αλλάζει ρούχα και δεν κρυώνει
ποτέ. Ο Σουίνι Τοντ δεν ενδιαφέρεται για τα χρήματα: ο μόνος λόγος που ανοίγει
ξανά το μπαρμπέρικό του είναι για να μπορεί να τους κόβει τα λαρύγγια με την
άνεσή του στην καρέκλα του κουρέα, αντί να τους κυνηγάει μες στο μαύρο σκοτάδι
στα σοκάκια του Λονδίνου. Εξάλλου το ανθρώπινο κρέας είναι η πιο νόστιμη γέμιση
για τις κρεατόπιτες της αδίστακτης συνεργού του, που αναλαμβάνει να ξεκοκαλίσει
τα θύματα στο υπόγειο.
Τα παραλειπόμενα
Από τη νέα ταινία του Τιμ Μπάρτον
λείπουν το αίσιο τέλος, η ανθρωπιά, οι συμπαθητικοί χαρακτήρες, ο γοτθικός
ρομαντισμός, τα ωραιοποιημένα σκηνικά, τα περίτεχνα κοστούμια και το
ανακουφιστικό χιούμορ που είναι ικανό να διαλύσει ακόμα και τα πιο βαθιά
σκοτάδια. Αντί γι αυτά έχει, όμως, τραγούδια αλλά όχι και επαγγελματίες
τραγουδιστές!!! Τότε γιατί είναι μία από τις ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ταινίες
που έκανε ποτέ ο σκηνοθέτης; Ο Τζόνι Ντεπ είναι σαφής:
«Γιατί μοιάζει με τεράστια πλάκα εις βάρος των χολιγουντιανών στούντιο!
Είναι κάτι σαν την καλύτερη ιδέα που είχε ποτέ ο Εντ Γουντ: ένα μιούζικαλ
βουτηγμένο μέσα στα αίματα, ακατάλληλο για ανηλίκους. Fuck!»






