Λατρεύουμε τους υπερήρωες, τα alter ego τους, το buzz γύρω από τους νέους κινηματογραφικούς ήρωες της Marvel και της DC, την «κόντρα» των δυο εταιρειών, τη συζήτηση γύρω από τους καινούργιους πρωταγωνιστές που θα φορέσουν υπερηρωική μάσκα και τα μεγαλεπήβολα σχέδια για sequel και spin off σε βάθος πολλών ετών, που ανακοινώνονται από τα στούντιο. Αλλά, μήπως το Χόλιγουντ το παρακάνει;
Με αφορμή τις τελευταίες ανακοινώσεις της Marvel για τα πολλά και χορταστικά που έπονται, αλλά και τα πλάνα της Warner, η οποία σχεδιάζει νέες υπερπαραγωγές για τους ήρωες της DC με πρώτο σταθμό το «Batman vs Superman», οι «φωνές» που μιλούν για overdose υπερηρώων πληθαίνουν. Οι ενστάσεις επιπλέον συγκεκριμενοποιούνται στον μακροχρόνιο προγραμματισμό που στερεί από το κοινό τη χαρά της έκπληξης, του ξαφνικού και του αναπάντεχου, που στο παρελθόν ήταν ένα από τα απολαυστικά γνωρίσματα των μπλοκμπάστερ.
Διακεκριμένοι κριτικοί, όπως τελευταία ο Τοντ ΒανΝτερ Βερφ του Vox, μιλούν όλο και πιο ανοιχτά για μια υπερβολική δόση κόμικ προγραμματισμού κι ενθουσιασμού που καταλήγει να μοιάζει με ένα «τεράστιο συναρπαστικό τηλεοπτικό σόου, όπου συντονιζόμαστε κάθε λίγους μήνες για να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια».
Ο ΒανΝτερ Βερφ αναφέρει ότι οι «ατελείωτες πτυχές υπερηρωικών ταινιών που ανακοινώνονται από τις εταιρείες καταλήγουν να μοιάζουν με μια μακρά λίστα «καθηκόντων» στο πρόγραμμα κάθε θεατή. Είναι σα να παγιδεύονται σε ομόκεντρους κύκλους φημών και hype χωρίς τέλος… ένα συνεχές αίσθημα ότι κάτι “δημιουργεί” θόρυβο όχι για το ίδιο το γεγονός, αλλά για κάτι που ακολουθεί. Ακόμα και με τις ίδιες τις ταινίες συμβαίνει αυτό.»
Το τρέιλερ των επερχόμενων «Εκδικητών»
«Αυτό στο οποίο αντιδρώ ανοιχτά είναι το γεγονός ότι αυτού του είδους οι μακροπρόθεσμοι προγραμματισμοί και τα mega-plans αναιρούν κάθε δυνατότητα των ταινιών να μας εκπλήξουν. Θυμάμαι με νοσταλγία αυτήν τη βαθιά συγκίνηση που αισθανόμουν όταν έβλεπα τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ να αναγεννά την καριέρα του μέσα από τον πρώτο Iron Man, ή τον τρόπο με τον οποίο ο Χιθ Λέτζερ “φώτιζε” την οθόνη στο Σκοτεινό Ιππότη με τρόπο που ούτε που τον υποψιαζόμασταν. Ή ακόμα κι αν φύγουμε από τα παραδείγματα υπερηρωικών ταινιών, λάτρεψα το πώς ο Wall-E της Pixar απέκρυψς το γεγονός ότι επρόκειτο στο μεγαλύτερο μέρος της για βωβή ταινία ή το πώς ο πρώτος Άρχοντας των Δαχτυλιδιών μας γνώρισε έναν άλλο, μαγικό κόσμο, που έμελλε στη συνέχεια να καταστραφεί από τις μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες και τον κορεσμό της υπερπληροφόρησης».
Εντάξει, οι φιλόδοξοι υπερηρωικοί προγραμματισμοί, τα ensemble cast και η δέσμευση των πρωταγωνιστών σε συμβόλαια πολλών ταινιών είναι επιβεβλημένα από μεγάλες οικονομικές συμφωνίες, την αγωνία των εταιρειών να «προλάβουν» το αντίπαλο στούντιο και να κυκλοφορήσουν τις ταινίες τους τις επιθυμητές περιόδους, αλλά και των συντελεστών να βάλουν την υπογραφή τους δίπλα σε ποσά πολλών μηδενικών.
Οι κόμικ μεταφορές είναι ένα κερδοφόρο σπορ για ηθοποιούς και σκηνοθέτες, σίγουρη είσπραξη στο μποξ όφις και αναπόφευκτα τείνουν να ταυτιστούν με μια μανιέρα, όπως στο στη δεκαετία του ‘50 τα γουέστερν, παρατηρεί και πάλι ο κριτικός του Vox και συμπληρώνει: «Αλλά, ελάτε τώρα! Αντέχει κάποια υπερηρωική ταινία τη σύγκριση με φιλμ σαν το “Stagecoach” ή το “The Searchers”;»
Για τον ίδιο η συνταγή των εκδικητών με τις μάσκες και τις στολές είναι απλώς η απαιτούμενη ποιότητα παραγωγής ώστε να θέλεις κι άλλο. Τίποτα λιγότερο, αλλά και (χμ… τροφή για σκέψη) και τίποτα περισσότερο.






