&00
Η φετινή χρονιά μάλλον του ανήκει δικαιωματικά. Η νέα ταινία του 76χρονου Ρόπμερτ Αλτμαν Εγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ πρωταγωνιστεί στις υποψηφιότητες των Οσκαρ με εφτά συνολικά και ταυτόχρονα γνωρίζει τόσο την κριτική όσο και την εμπορική αναγνώριση. Και όμως, η καριέρα του Ρόμπερτ Αλτμαν είναι σε μεγάλο βαθμό δομημένη πάνω στις έννοιες της ανατροπής και της αναθεώρησης απέναντι σε καθετί που θεωρείται δεδομένο και κατεστημένο.
Ο Ανατρεπτικός Καινοτόμος
Με δηλωμένη την αδιαφορία του για οτιδήποτε μοιάζει να υπόκειται στους κανόνες της “συνταγής” και ορμώμενος από μια γνήσια αντι-εξουσιαστική φιλοσοφία, ο σκηνοθέτης επένδυσε μεγάλο μέρος της φιλμογραφίας για να δημιουργήσει τη δική του εναλλακτική εκδοχή σε παραδοσιακές φόρμες του χολιγουντιανού κινηματογράφου. “Όπως παραδέχεται ο ίδιος, “το πρώτο πράγμα που σκεφτόμουν όταν προσέγγιζα ένα κινηματογραφικό θέμα και έβλεπα πώς είναι φτιαγμένο, ήταν τι δυνατότητες είχα για να το τροποποιήσω”.
Ξεκινώντας από το τυπικό φιλμ τρόμου, μέσα από ταινίες όπως το Εκείνη την Κρύα Μέρα στο Πάρκο (1969) ή τις Φαντασιώσεις (1972), περνώντας από το φιλμ νουάρ στον Μεγάλο Αποχαιρετισμό (1973), το γουέστερν Η Εντιμότατη Κυρία και ο Χαρτοπαίχτης, 1971, το πολεμικό δράμα M.A.S.H., 1970, την αισθηματική κομεντί Δρ. Τ και οι Γυναίκες, 2000, ακόμη και το κινηματογραφικό κόμικ έτυχε, καταλυτικά, της αλτμανικής μεταχείρισης στον Ποπάι, 1980. Μέχρι το φετινό Εγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ όπου σειρά έχει η ταινίας εποχής και οι αστυνομικές ιστορίες τύπου Αγκάθα Κρίστι.
Οργανώνοντας το Χάος
Το δεύτερο στοιχείο κλειδί που συναντά κανείς σταθερά στις ταινίες του είναι η αγάπη του σκηνοθέτη για πολυάριθμα καστ, η δημιουργία ενός μωσαϊκού από χαρακτήρες που ενορχηστρώνονται σε ένα τέλεια αρμονικό σύνολο κάτω από την αέρινη σκηνοθετική του καθοδήγηση. Πιστεύοντας ανέκαθεν στη δυνατότητα της εικόνας και του ήχου να φέρουν το θεατή πλησιέστερα σε μια ρεαλιστική αίσθηση του περιβάλλοντος που μοιράζεται ταυτόχρονα με τους ήρωες, ο Αλτμαν εμπνεύστηκε και έβαλε την προσωπική του σφραγίδα με τη χρήση συνεχών travelling της κάμερας, που σχεδόν ακολουθεί τους ηθοποιούς σε κάθε τους κίνηση, όσο και με το πρωτοπόρο τέχνασμα των “υπερκαλυπτόμενων διαλόγων”. Η ανορθόδοξη αυτή μέθοδος άφηνε αναρίθμητους ανθρώπους μιας σκηνής να μιλούν ταυτόχρονα, δημιουργώντας μια δυσνόητη ενίοτε ηχητική ατμόσφαιρα, κατορθώνοντας παρ’ όλ’ αυτά να προσφέρει αφ’ ενός την ψευδαίσθηση ότι ο θεατής ήταν μέτοχος της πραγματικότητάς τους, αφετέρου να του δώσει τη δυνατότητα να πλάσει το δικό του μοντάζ, επιλέγοντας που να εστιάσει κάθε φορά την προσοχή του.
Η τεχνική αυτή αποτελεί το σήμα κατατεθέν του, από την ηχητική τοιχογραφία μετά μουσικής του Nashville (1975) και το βερμπαλιστικό οργασμό στον οποίο εμπλέκονται τριάντα περίπου χαρακτήρες στα ψυχαγωγικότατα Παντρολογήματα (A Wedding, 1978), μέχρι τη? λαλίστατη σάτιρα του Pret a Porter (1994) στον κόσμο της πασαρέλας, την κυνική ματιά στον κόσμο του κινηματογράφου στον Παίχτη (The Player, 1992) και την παρέλαση της αφρόκρεμας του βρετανικού σινεμά στο Εγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ.
Γκόσφορντ Παρκ
Μια παλιότερη ιδέα που ο σκηνοθέτης σκαρφίστηκε με τον φίλο του ηθοποιό Μπομπ Μπάλαμπαν, δεκαπέντε από τους πιο αξιοσέβαστους πρωταγωνιστές της βρετανικής κινηματογραφίας κι ένα σαρδόνιο σενάριο που μοιάζει με τον Κανόνα του Παιχνιδιού του Ρενουάρ αν τον είχε υπογράψει η Αγκάθα Κρίστι, τοποθετούν την αιώνια πάλη των τάξεων στο εσωτερικό ενός εξοχικού οικήματος, όπου τη σιωπηλή αντιπαράθεση έρχεται να διακόψει ένα έγκλημα. Καυστική ειρωνεία, λεπτοδουλεμένο χιούμορ, μια κάμερα που εκμαιεύει αλήθειες και σμιλεύει ανθρώπινες συμπεριφορές πίσω από αυστηρά κοινωνικά προσωπεία. Πίσω τους, το άγρυπνο αλτμανικό βλέμμα αιωρείται από πρόσωπο σε πρόσωπο, από δωμάτιο σε δωμάτιο ψάχνοντας τους αληθινούς αθώους και τους κρυμμένους ενόχους του αιώνιου παιχνιδιού που ονομάζουμε ζωή. Θα μπορούσε να είναι το ευτυχισμένο φινάλε μιας σπουδαίας καριέρας, “εγώ όμως δεν πιστεύω στα χάπι εντ. Το μοναδικό ευτυχισμένο φινάλε που ξέρω είναι ο θάνατος!” Ας ελπίσουμε ότι θα αργήσει να τον βρει. . .
Απόσπασμα από κείμενο του Λουκά Κατσίκα για τον Ρόμπερτ Αλτμαν που δημοσιεύεται στο τεύχος 132 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ






