Μερικές φορές οι εταιρείες διανομής δεν κυκλοφορούν απλώς ταινίες στις αίθουσες, αλλά σπεύδουν να αποφασίσουν και τι αξίζει να δούμε εμείς… Εχουν όμως πάντα δίκιο;
ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΙΚΑ
Το καλοκαίρι που πέρασε γκρίνιαζα επειδή μια ελληνική εταιρεία διανομής είχε αποφασίσει να στείλει το Hustle And Flow πακεταρισμένο πίσω από εκεί που ήρθε, με την αιτιολογία ότι δεν έχει το παραμικρό εμπορικό αντίκρισμα στη χώρα μας. Παντελώς άγνωστοι μαύροι ηθοποιοί και μια ιστορία που μιλά για έναν νταβατζή που το «γυρίζει» σε οργισμένο ράπερ πρέπει να προκάλεσαν ανατριχίλες στους υπευθύνους της εταιρείας που αποφάσισε να το ξαποστείλει. Μερικούς μήνες αργότερα, η ταινία προτεινόταν για δυο Οσκαρ. Την ίδια περίπου περίοδο αιφνιδιαζόμουν μαθαίνοντας ότι μια χούφτα από ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, αν και όχι εντελώς πετυχημένες, ταινίες είχε επιλεγεί να μην φτάσουν ποτέ στις ελληνικές αίθουσες. Ανάμεσά τους βρισκόταν το Lords Of Dogtown της Κάθριν Χάρντγουικ και το Haute Tension του Αλεξάντρ Αζά, το Silver City του Τζον Σέιλς, το Spanglish του Τζέιμς Μπρουκς, το Four Brothers του Τζον Σίνγκλετον και το Get Rich Or Die Tryin του Τζιμ Σέρινταν.
Ηταν το ξεκίνημα μιας σεζόν κατά την οποία η έννοια του ποιες ταινίες οφείλουν να απορρίπτονται εξαρχής από τη διανομή επειδή κρίνονται ότι ανήκουν εισπρακτικά σε ομάδες υψηλού… κινδύνου έμελλε να αναθεωρηθεί ριζικά. Μπορεί ένα σωρό μετριότητες να κυκλοφόρησαν φέτος από εβδομάδα σε εβδομάδα (ίσως περισσότερες σε αριθμό από κάθε άλλη σεζόν), δεν βρέθηκε όμως ούτε μια αίθουσα για να υποστηρίξει ένα φιλμ όπως το εντυπωσιακό Kung Fu Hustle του Στίβεν Τσόου, που στο εξωτερικό δεν συγκέντρωσε μοναχά μερικές από τις καλύτερες κριτικές, αλλά και σημείωσε ενθαρρυντικές επιδόσεις στα ταμεία. Αν αυτό σου φαίνεται περίεργο, όμως, τότε τι να πει κανείς για μια στουντιακή ταινία φαντασίας όπως το Serenity που, εκτός από φανατικούς οπαδούς, στολίστηκε και με θερμότατα σχόλια στην Αμερική; Πώς να του φανεί που μια τόσο συναρπαστική αποτυχία όπως το Everything Is Illuminated, φιλόδοξη διασκευή του Λιβ Σράιμπερ στο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ ή το πολυσυζητημένο βρετανικό νουάρ Layer Cake του Μάθιου Βον, αναγκάζονται να κάνουν πρεμιέρα κατευθείαν στη μικρή οθόνη;
Καταλαβαίνω ότι μια ρομαντική ανοησία όπως το Must Love Dogs θα έπρεπε να είχε εξαρχής κρατημένη μια θέση στις ενοικιάσεις των DVD. Γιατί, όμως, να συμβεί το ίδιο με μια μεγάλη παραγωγή όπως το Aeon Flux, που είχε για πρωταγωνίστριά του τη Σαρλίζ Θέρον και που, μεταξύ μας, δεν ήταν καθόλου χειρότερο από τις δυο περιπέτειες της Λάρα Κροφτ, οι οποίες βγήκαν κανονικά στα σινεμά;
Ολα αυτά εξακολουθούσαν να μου κάνουν απλώς εντύπωση, μέχρι που μια πρόσφατη είδηση με αιφνιδίασε εκ νέου: εντολή από το εξωτερικό υποχρέωσε τη χώρα μας (και πολλές άλλες) να αποσύρει το The Producers από το πρόγραμμα κυκλοφορίας του στις αίθουσες και να το στείλει απευθείας στα ράφια των βίντεο κλαμπ. Σύμφωνοι, η ταινία δεν ήταν καλή. Πειράζει όμως που αρκετός κόσμος θα πήγαινε να τη δει, απλά και μόνο επειδή α) βασιζόταν σε μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές επιτυχίες των τελευταίων χρόνων, β) διασκεύαζε κινηματογραφικά μια παλιότερη κλασική κωμωδία του Μελ Μπρουκς, γ) έχει για πρωταγωνιστές τους Μάθιου Μπρόντερικ – Νέιθαν Λέιν και την Ούμα Θέρμαν σε ρόλο σεξοβόμβας και δ) είναι ένα πλούσιο, χολιγουντιανό μείγμα κωμωδίας και μιούζικαλ που πολλοί θεατές θα έβρισκαν μάλλον δελεαστικό; Στο παραπάνω παράδειγμα με ανησυχεί, παρ όλα αυτά, κάτι ακόμη περισσότερο. Οταν μεγάλες ταινίες των στούντιο όπως το Producers παίρνουν βίαια πόδι προτού βγουν στις αίθουσες, τότε δεν αυξάνεται αυτομάτως ο κίνδυνος για κάθε μικρότερο φιλμ που θα εξαφανίζεται πλέον χωρίς δεύτερη σκέψη, απλούστατα επειδή οι προδιαγραφές του δεν κρίθηκαν αρκετά εμπορικές; Πόσα Hustle And Flow και πόσους Napoleon Dynamite (περσινό «θύμα» της διανομής) θα αναγκαζόμαστε πλέον να βλέπουμε μόνο με κιάλια, από μακριά;
Υ.Γ.: Παρεμπιπτόντως, τι γίνεται με το Revolver του Γκάι Ρίτσι και το Rent; Είναι γραπτό να διακτινιστούν κι αυτά κατευθείαν στα βιντεοκλάμπ;






