Ηταν μια φορά ταινίες – γκανιάν. Προορισμένες για τη κορυφή του box-office πριν ακόμα γραφτεί η πρώτη φράση του σεναρίου τους. Αλώβητες από τη χολή των κριτικών ή το κακό word of mouth. Που ο κόσμος πήγαινε να τις δει, έστω και μόνο από περιέργεια. Τέτοιες -χρυσοφόρες για τα χολιγουντιανά στούντιο- ταινίες υπήρξαν επί σειρά ετών τα σίκουελ: πρώτη ή δεύτερη συνέχεια μιας εμπορικής επιτυχίας, η οποία πρόσφερε συνήθως περισσότερο θέαμα παρά κάποια ουσιαστική εξέλιξη στην ιστορία ή στους χαρακτήρες των ηρώων της. Μέχρι που ξημέρωσε το καλοκαίρι του 2003.
Τότε, που το ένα μετά το άλλο τα ακριβοθώρητα σίκουελ ( «Lara Croft Tomb Raider: Το Λίκνο Της Ζωής», «Ο Εξολοθρευτής 3: Η Εξέγερση Των Μηχανών», «Μatrix Reloaded») δεν άγγιξαν την κορυφή, αλλά τον πάτο του box office. Από τα μεν, όχι μόνο διασώθηκε, αλλά και θριάμβευσε το «Χ2» δια χειρός Μπράιαν Σίνγκερ, ενώ από τα δε οι «Πειρατές Της Καραϊβικής: Η Κατάρα Του Μαύρου Μαργαριταριού» κούρσεψαν το κοινό όλου του πλανήτη. Οχι τυχαία.
Η επιτυχία του πρωτότυπου «Χ-Μen» εξασφάλισε την απόλυτη εμπιστοσύνη της Fox στον Σίνγκερ, ο οποίος δεν έφτιαξε μόνο ένα εντυπωσιακό, high tech φιλμ φαντασίας. Εφτιαξε ταυτόχρονα μια συγκινητική, άκρως επίκαιρη αλληγορία υπέρ της διαφορετικότητας. Απέναντί του, ο Γκορ Βερμπίνσκι, με την αμέριστη υποστήριξη του μεγαλοπαραγωγού Τζέρι Μπρουκχάιμερ εμπνεύστηκε από τη διαδρομή ενός από τα πιο διάσημα τρενάκια της Ντίσνεϊλαντ για να συναρμολογήσει μια μεταμοντέρνα, φρέσκια και απολαυστική σαν θαλασσινό αεράκι πειρατική περιπέτεια φαντασίας. Συνάμα εμπιστεύτηκε στον – ακούραστο επαναστάτη- Τζόνι Ντεπ το πλάσιμο ενός εκκεντρικού, πρωτόγνωρου στα κινηματογραφικά χρονικά ήρωα, που έμελλε να εξασφαλίσει στον παραγνωρισμένο ηθοποιό την πρώτη του οσκαρική υποψηφιότητα και να αναδειχθεί σε εμβληματική, απόλυτα cult φιγούρα του σινεμά και της ποπ κουλτούρας.
Ηταν φανερό πως οι καιροί είχαν αλλάξει. Η τεχνολογία της εικόνας είχε πλέον ξεπεράσει κάθε όριο. Το κοινό τα είχε δει κυριολεκτικά όλα. Αυτό που τώρα λαχταρούσε ήταν αυθεντικές συγκινήσεις: ένα εμπορικό σινεμά που δεν επιδιώκει το υπερθέαμα ως αυτοσκοπό. Ενα σινεμά που θα εκμεταλλευόταν με λογική και ευαισθησία την κληρονομιά που του άφησε η τριλογία του «Αρχοντα Των Δαχτυλιδιών».
Η διαπίστωση αυτή δεν εμπόδισε τον Μπρουκχάιμερ να αυξήσει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, επιχειρώντας όχι μια, αλλά δύο συνέχειες των «Πειρατών» του. Παίρνοντας παράδειγμα από την πονηρή… ειλικρίνεια του ήρωά του (και για να αποφύγει την κατακραυγή που υπέστησαν οι αδερφοί Γουατσόφσκι για τα «Μatrix Reloaded» και «Revolutions»), ομολόγησε πως ήταν απλά η επιτυχία της πρώτης ταινίας που τον οδήγησε στην απόφαση πραγματοποίησης των δεύτερων και τρίτων «Πειρατών», πως ουδέποτε είχε στο μυαλό του μια τριλογία και ότι αμφότερες οι καινούργιες ταινίες ξεκίνησαν γυρίσματα πριν ολοκληρωθούν τα σενάρια τους. Γεγονός που γίνεται εύκολα αντιληπτό στο φλύαρο, μπερδεμένο, σαφώς λιγότερο πρωτότυπο ή ευφάνταστο σε σύγκριση με τον προκάτοχό του «Σεντούκι Του Νεκρού». Το μεδούλι όμως της ύπαρξής του, ο Τζακ Σπάροου, παρέμεινε αμόλυντο, ζουμερό και αναρχικό, οδηγώντας χωρίς ενοχή ολόκληρο το φιλμ σε πιο καθαρόαιμα κωμικούς ατραπούς, κι έτσι το κοινό δεν του γύρισε την πλάτη. Αντίθετα, το επιβράβευσε με εισπράξεις στις ΗΠΑ μεγαλύτερες κατά 100 εκατομμύρια δολάρια από τα 300 και κάτι της πρώτης ταινίας. Και θα συρρεύσει και πάλι φέτος στο «Τέλος Του Κόσμου», όχι απαραίτητα για να μάθει το τέλος της ιστορίας, αλλά για να ψυχαγωγηθεί ξανά από τον πιο αποκαλυπτικά ανθρώπινο «πειρατή» που αντίκρισε ποτέ στον καθρέφτη της πραγματικότητάς του, έναν αντιήρωα στην καρδιά του mainstream.
H σημαντικότερη συμβολή του Κάπτεν Τζακ Σπάροου στη -σινεφίλ και μη- ανθρωπότητα ήταν ο ουσιαστικά ηρωικός, έντιμος, αλλά και αυτοσαρκαστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τις αναποδιές της ζωής, παρά την κάθε άλλο παρά πολιτικά ορθή ή clean-cut εμφάνιση και συμπεριφορά του. Με άλλα λόγια, ο τρόπος που έφερε το διφορούμενο, τρομακτικό για κάποιους κοινωνικό περιθώριο στο προσκήνιο – στην καρδιά του λαμπερού, κινηματογραφικού mainstream.
Ιωάννα Παπαγεωργίου






