Good Luck, Have Fun, Don't Die - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Good Luck, Have Fun, Don't Die

Good Luck, Have Fun, Don't Die

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γερμανία, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκορ Βερμπίνσκι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μάθιου Ρόμπινσον
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Σαμ Ρόκγουελ, Τζούνο Τεμπλ, Χέιλι Λου Ρίτσαρντσον, Μάικλ Πένια, Ζάζι Μπιτζ, Ασίμ Τσόντρι
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τζέιμς Γουίτακερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Τζεφ Ζανέλι
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 134'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    Good Luck, Have Fun, Don't Die

Ο Γκορ Βερμπίνσκι («Pirates of the Caribbean») επιστρέφει μετά από απουσία σχεδόν δέκα ετών, παραδίδοντας μια από τις καλύτερες ταινίες της φιλμογραφίας του, μια ξεκαρδιστική και ξέφρενα ψυχαγωγική κωμωδία επιστημονικής φαντασίας με έναν απολαυστικό Σαμ Ρόκγουελ.

Από τον Βαγγέλη Βίτσικα

Είναι μια συνηθισμένη νύχτα, σε ένα εστιατόριο του Λος Άντζελες. Ξαφνικά, ένας αλλόκοτα ντυμένος άνδρας (Σαμ Ρόκγουελ) εισβάλλει, αναγγέλλοντας πως έρχεται από το μέλλον και απαιτώντας από μερικούς εκ των θαμώνων, τους οποίους επιλέγει ο ίδιος, να τον συνοδεύσουν σε μια αποστολή διάσωσης του κόσμου από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Καθώς απειλεί να ανατινάξει το μαγαζί σε περίπτωση μη υπακοής, οι δύσπιστοι επιλεχθέντες ακολουθούν τις εντολές του. Δε γνωρίζουν, όμως, πως αυτή είναι μονάχα η αρχή μιας θεοπάλαβης, πέρα από κάθε φαντασία περιπέτειας που θα τους φέρει αντιμέτωπους με το παρελθόν τους και θα αλλάξει για πάντα τον κόσμο όπως τον ξέραμε.

Αρχικά προορισμένο να γίνει τηλεοπτική σειρά, ευτυχώς όμως προσαρμοσμένο σε μορφή ταινίας από τον Μάθιου Ρόμπινσον, το σενάριο του «Good Luck, Have Fun, Don’t Die» ευτύχησε να πέσει στα χέρια του Γκορ Βερμπίνσκι, ενός σκηνοθέτη που δεν αναγνωρίζεται όσο του αξίζει, ίσως επειδή ποτέ του δεν έδωσε δεκάρα να χωρέσει στα καλούπια της «θεωρίας του δημιουργού», αλλά φρόντιζε πάντα να φτιάχνει ωραίες, ψυχαγωγικές ταινίες. Λογαριάστε, όμως: οι τρεις πρώτες ταινίες «Pirates of the Caribbean», το διασκεδαστικότατο «The Weather Man» με τον Νίκολας Κέιτζ, τα ανατρεπτικά γουέστερν «Rango» και «The Lone Ranger» φέρουν την υπογραφή του. Σε αναζήτηση της κατάλληλης ταινίας για να πραγματοποιήσει την επιστροφή του στη σκηνοθεσία σχεδόν μια δεκαετία μετά το άνισο αλλά απολαυστικό «A Cure for Wellness» (2016), ο Βερμπίνσκι τη βρήκε διαβάζοντας το σενάριο του Ρόμπινσον.

Σε αυτό, ο Αμερικανός σκηνοθέτης διέκρινε την ευκαιρία για μια ταινία που θα μιλούσε πάνω σε μια σειρά επίκαιρων θεμάτων, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από την τεχνολογία, οι μαζικοί πυροβολισμοί στα σχολεία των Ηνωμένων Πολιτειών και οι δυσλειτουργικές μοντέρνες ερωτικές σχέσεις, μέσα από ένα σκωπτικό φίλτρο. Και πράγματι, το αρμοστά τιτλοφορούμενο φιλμ δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά, εμποτίζει με χιούμορ ακόμα και τις πιο σκοτεινές στιγμές του (σπουδαία η σκηνή όπου ο χαρακτήρας της Τζούνο Τεμπλ πηγαίνει να παραλάβει τον κλώνο του δολοφονημένου παιδιού της, υπόδειγμα διαχείρισης δύσκολου θέματος με χιούμορ που δε γίνεται ποτέ χονδροειδές) και διαθέτει σε όλη του τη διάρκεια μια ανεμελιά που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές του ψυχαγωγικού χολιγουντιανού σινεμά της δεκαετίας του 1980.

Προσπερνώντας αδυναμίες όπως ορισμένοι προφανείς συμβολισμοί και μια κάποια μονοδιάστατη σάτιρα, που δεν αρκούν για να μειώσουν τη συνολική μας εντύπωση από την ταινία, ο Βερμπίνσκι ξετυλίγει μια πλοκή που δομείται έξυπνα πάνω σε μια σειρά από αναδρομικές αφηγήσεις, κι η οποία επιφυλάσσει ουκ ολίγες ανατροπές. Ο Σαμ Ρόκγουελ είναι ο λαμπρός πρωταγωνιστής αυτής της ευφάνταστης περιπέτειας, και μαζί το comic relief στοιχείο της, παραδίδοντας μια θεσπέσια ερμηνεία. Ο Βερμπίνσκι τον πλαισιώνει με ένα έκτακτο καστ υποστηρικτικών, αλλά και με μια ταλαντούχα ομάδα συντελεστών πίσω από τον φακό. Το χαμηλό κόστος της ταινίας (για τα αμερικανικά δεδομένα) δεν είναι πουθενά εμφανές και κάθε κατασκευαστική πτυχή του φιλμ προδίδει το ταλέντο του σκηνοθέτη και των συνεργατών του.

Εντούτοις, παρά τον σχετικά χαμηλό προϋπολογισμό του (20 εκατομμύρια), το φιλμ αποδείχθηκε υπερβολικά ιδιοσυγκρασιακό και τολμηρό στη σάτιρά του για να κερδίσει το ευρύ κοινό, κι έτσι κατέληξε σε εμπορική αποτυχία, εισπράττοντας μόνο 8 εκατομμύρια. Είναι, όμως, μαθηματικά βέβαιο πως θα αποκατασταθεί με το πέρασμα του χρόνου και θα αποκτήσει καλτ στάτους, αφού ήδη μεγάλη μερίδα των, ολιγάριθμων, θεατών του το περιβάλλει με αγάπη και εκτίμηση. Για τον γράφοντα, θέτει ήδη σοβαρή υποψηφιότητα για μια από τις υψηλότερες θέσεις της λίστας με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, ενώ σηματοδοτεί και την επιστροφή ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη που έλειπε από το κυρίως ρεύμα του αμερικανικού κινηματογράφου κι εδώ επανήλθε με b-movie διάθεση και σε μεγάλη φόρμα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Good Luck, Have Fun, Don't Die
  • Good Luck, Have Fun, Don't Die