“Υπάρχει Θεός;”
Είναι φορές που η ανθρώπινη επίκληση στη θεία παρέμβαση συναντά το απόλυτο κενό. Είναι φορές που η επί Γης δικαιοσύνη μοιάζει πολύ μικρή για να φτάσει στη ρίζα του κακού. Είναι φορές που οι αθώοι πεθαίνουν άσκοπα και οι εγκληματίες περπατούν ελεύθεροι ανάμεσά μας. Είναι φορές, που η γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό θολώνει. Και τότε, οι κανόνες επανατοποθετούνται και το παιχνίδι αρχίζει από την αρχή.
Η Φίλιπα, μια Βρετανίδα που ζει στην Ιταλία, θέλει να εκδικηθεί. Να σκοτώσει τον άνθρωπο που παρέσυρε τον άντρα της στα ναρκωτικά, καταστρέφοντας τη ζωή του και μαζί τη δική της. Τοποθετεί έτσι μια βόμβα στο γραφείο του, χωρίς όμως να υπολογίσει τον παράγοντα της αβεβαιότητας. Μοιραία, η βόμβα εκρήγνυται και παρασύρει στο θάνατο τέσσερις αθώους. Σοκαρισμένη από την τραγωδία που προκάλεσε, η Φίλιπα συλλαμβάνεται χωρίς να προβάλει αντίσταση. Ενώ όμως είναι έτοιμη να βρεθεί αντιμέτωπη με την ιταλική Δικαιοσύνη, ο μεταφραστής της, ο Φίλιπο, τη βοηθά αναπάντεχα να δραπετεύσει. Γιατί η τιμωρία και η εξιλέωση είναι, τελικά, υπόθεση προσωπική…
Με τον Παράδεισο ο Τομ Τίκβερ επαναφέρει τις φιλοσοφικές του εμμονές σχετικά με τη μοίρα και τις συμπτώσεις, κι εκπληρώνει ταυτόχρονα ένα προσωπικό στοίχημα: να συνεργαστεί, έστω και ετεροχρονισμένα, με τον μέντορά του Κριστόφ Κισλόφσκι, ο οποίος έγραψε το σενάριο της ταινίας ως μέρος μιας κινηματογραφικής τριλογίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Με τη συμβολική κυριαρχία του λευκού χρώματος και αργούς, νωχελικούς ρυθμούς που δε θυμίζουν σε τίποτα τους ζωηρούς τόνους και τις φρενιτιώδεις ταχύτητες του Τρέξε Λόλα τρέξε, και με μια συγκρατημένη σκηνοθεσία που θα μπορούσε να είχε γλιτώσει την Πριγκίπισσα και τον Πολεμιστή από τις δραματουργικές υπερβολές της, ο Τίκβερ ενορχηστρώνει μια σεμνή αλληγορία αγάπης και δικαιοσύνης που φωτίζει την ανθρώπινη ψυχή σε όλη της την πολυπλοκότητα.
Ναι, υπάρχει Θεός, απαντά ο Παράδεισος. Δεν κατοικεί όμως στους ουρανούς. Κρύβεται μέσα μας.






