• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Οταν ο Κεμάλ συνάντησε τον Μποντ

17 Απρ 2007 | Νέα | 0 comments

Ενώ στην Ελλάδα οι 300 σάρωσαν, η Τουρκία συγκλονίζεται από τη γενναιότητα του Τελευταίου Οθωμανού. Κάποιοι μιλούν για αυξανόμενο εθνικισμό που βρισκει «καταφυγιο» στη μεγαλη οθονη. Είναι αλήθεια;
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η υπόθεση του Τελευταίου Οθωμανού ξεδιπλώνεται τη χρονική περίοδο που ακολούθησε τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο: η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι υπό διάλυση αλλά ο καβγατζής, κατεργάρης γόης που υποδύεται ο ηθοποιός Γιαντίμ Αλί εμπνέεται από τον Κεμάλ Ατατούρκ και εξορμά να απελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη από τα βρετανικά στρατεύματα. Η ταινία αυτή έσπασε κυριολεκτικά τα ταμεία προδίδοντας, σύμφωνα με τους αναλυτές, το αυξανόμενο κύμα εθνικισμού που έχει καταλάβει τελευταία τον κινηματογράφο της Τουρκίας και, προφανώς, και τους κατοίκους της – όχι, όμως, και τους κινηματογραφικούς κριτικούς της.


Η Μπουμπουλίνα φεύγει, ο Κεμάλ έρχεται
Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό; Κι όμως, η περίπτωση του «Λεονάιντας», που επίσης έφερε κοινό και κριτικούς σε πλήρη αντίθεση στη χώρα μας, είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Καταρχάς, πρόκειται για καθαρά χολιγουντιανό προϊόν – οι εγχώριοι κινηματογραφιστές δεν έχουν την παραμικρή ανάμειξη με το όλο θέμα, φυλούν σταυρό. Οσο για τους Ελληνες θεατές, σύμφωνοι, οι ιαχές τους «Spartans, Spartans!» έσμιξαν με το πολεμικό μένος των καλογυμνασμένων τριακοσίων και πλημμύρισαν με ζωηράδα τις αίθουσες αλλά, ας σοβαρευτούμε, ήταν περισσότερο προϊόν χαβαλέ παρά γνήσιου πατριωτισμού (αυτόν τον αφήνουμε για το ποδόσφαιρο, τρομάρα μας). Αλήθεια, πόσα χρόνια έχει να γυριστεί ελληνική πατριωτική ταινία; Οι λεγόμενες «φουστανέλες», που αναφέρονταν στα ένδοξα χρόνια του 21, αλλά και τα φωσκολικού τύπου δράματα, που αντλούσαν έμπνευση από το αλβανικό έπος και το 40, ανήκουν σε ένα μακρινό, γραφικό παρελθόν. Η Μαντώ Μαυρογένους και η Υπολοχαγός Νατάσα δεν μένουν πια εδώ – δεν ξέρω καν αν προβάλλονται οι ταινίες αυτές στη μικρή οθόνη επ ευκαιρία των εθνικών μας επετείων.


Στην Τουρκία, όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Το πάλαι ποτέ ελληνικό δίλημμα «Ανατολή ή Δύση;», το οποίο εμείς μάλλον έχουμε λύσει (ανήκομεν εις την Δύσιν, όου γιεε), απασχολεί τους γείτονες περισσότερο από ποτέ. Μέχρι πριν από λίγο καιρό, οι σύγχρονοι Τούρκοι ονειρεύονταν την Ευρώπη, καθότι έχουν ένα ανεξήγητο κόλλημα ότι είναι και ευρωπαϊκή χώρα – και κάποιος πρέπει επιτέλους να τους πει ότι γεωγραφικώς ανήκουν στην Ασία. Η Ευρώπη, όμως, δεν πολυενθουσιάστηκε με την προοπτική μιας ουσιαστικής ένωσης, οι Τούρκοι εξέλαβαν τον δισταγμό των Ευρωπαίων ως σνομπισμό και προσβλήθηκαν, εξ ου και θυμήθηκαν τις λαμπρές μέρες της Αυτοκρατορίας και τις δόξες του έθνους τους για να ανέβουν ψυχολογικώς. Αυτή είναι η απλή, ή αν θέλετε, η απλοϊκή εξήγηση αυτής της κοσμοπλημμύρας που προκάλεσε ο Οθωμανός. Κι όμως, η ταινία αυτή δεν ήταν η μοναδική που γαργάλισε τις εθνικιστικές ανησυχίες των Τούρκων και τα πράγματα, στην πραγματικότητα, είναι πάντα πιο σύνθετα από όσο δείχνουν με την πρώτη ματιά.


Οι Κούρδοι στο τουρκικό σινεμά
Το ζήτημα της τουρκικής ταυτότητας αναδύθηκε από την κατάλυση της Αυτοκρατορίας και το πέρασμα στην εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος το 1923 ίδρυσε τη σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία. Ανάμεσα> >στις ριζοσπαστικές αλλαγές που επέβαλε ήταν οι εξής: οι ισλαμικές πρακτικές απομακρύνθηκαν από τη δημόσια ζωή και το κράτος έχασε τον θεοκρατικό χαρακτήρα του. Εισήχθη το λατινικό αλφάβητο. Δημιουργήθηκε μια στροφή προς τη Δύση, η οποία από τη μία απαιτούσε τη μείωση των αραβικών και των περσικών επιρροών και από την άλλη τη μείωση της «πολυεθνικότητας» της Τουρκίας. Επίσης, επιβλήθηκε πολύ αυστηρή λογοκρισία, με κανόνες που ίσχυαν από το 1939 μέχρι το 1986. Με άλλα λόγια, στόχος ήταν να αποκτήσει η χώρα μια ενιαία, σύγχρονη και «ευρωπαϊκή» συνείδηση.


Το γεγονός ότι τα τελευταία δέκα χρόνια η Τουρκία έστρεψε το βλέμμα πιο επίμονα προς την ευρωπαϊκή ήπειρο, πέρα από κάποιες πολιτικές αλλαγές, μαλάκωσε τη λογοκρισία και επέτρεψε στο σινεμά της να θίξει ζητήματα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «λεπτά», αν όχι απαγορευμένα. Το Yazi Tura, που ψηφίστηκε εκεί ως Καλύτερη Ταινία του 2004, κριτίκαρε ανοιχτά τις πληγές που προκάλεσε η υποχρεωτική στράτευση και η διαμάχη στη νοτιοανατολική, κουρδική πλευρά στη νέα γενιά των Κούρδων της Τουρκίας. Ο σκηνοθέτης Ουγκούρ Γιουσέλ παραδέχτηκε ότι πέντε χρόνια νωρίτερα η ταινία του δεν θα μπορούσε να γυριστεί, τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν δραματικά. «Ακόμα και στους στρατιωτικούς άρεσε το σενάριο, όταν το διάβασαν», είπε. Το παραπάνω, βέβαια, δεν είναι απολύτως ακριβές, αφού το 1999 γυρίστηκε το Ταξίδι στον ήλιο, μια συγκινητική ταινία που περιέγραφε τη φιλία ενός Κούρδου (που τελικά πέθανε στα χέρια της αστυνομίας) κι ενός Τούρκου. Η ταινία εκείνη κέρδισε διεθνείς διακρίσεις, θύμισε στην Ευρώπη το κουρδικό πρόβλημα και ενθάρρυνε τη δημιουργία μίας ακόμα ταινίας με παρόμοια κατεύθυνση: το Μεγάλος άντρας, μικρή αγάπη βραβεύτηκε ως Καλύτερη Ταινία του 2003 στην Τουρκία, όμως από το υπουργείο Πολιτισμού που τη χρηματοδότησε απαγορεύτηκε η προβολή της στις αίθουσες για έξι μήνες. Το φιλμ εστίαζε στη φιλία μια μικρής Κούρδης με έναν Τούρκο δικαστή, έπειτα από τη δολοφονία του κηδεμόνα της από την τουρκική αστυνομία.


Η άλλη πλευρά της Κύπρου
Οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις ερευνήθηκαν επίσης σε πολιτικώς φιλόδοξες τουρκικές ταινίες. Στη Λάσπη του 2003, ο Τουρκοκύπριος σκηνοθέτης Ντερβίς Ζαϊμ ασχολείται με τις ζωές τεσσάρων φίλων που ζουν στην τουρκοκυπριακή πλευρά, τα τραύματα που βίωσαν με τα γεγονότα του 1974 και την προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν με τους Ελληνες γείτονες που κατοικούν στην άλλη πλευρά του διχοτομημένου νησιού. Την επόμενη χρονιά ο ίδιος σκηνοθέτης γύρισε το ντοκιμαντέρ Παράλληλα ταξίδια, μια συμπαραγωγή με τον Ελληνοκύπριο συνάδελφό του Πανίκο Χρυσάνθου, εξερευνώντας τις εμπειρίες και των δύο πλευρών.


Επειτα, ήρθε το Περιμένοντας τα σύννεφα (2004), του Γιεσίμ Ουστάογλου. Η εκδίωξη των Ελλήνων από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας στη διάρκεια και μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμεύει ως φόντο για την ποιητική, συγκινητική αυτή ταινία: η κεντρική ηρωίδα Ελένη καταπιέζει την ελληνική της ταυτότητα όταν διασώζεται από μια τουρκική οικογένεια. Η Ελένη γίνεται Αϊσέ αλλά όταν, ηλικιωμένη πλέον, χάνει τη θετή Τουρκάλα αδελφή της, ταξιδεύει στην Αθήνα για να βρει τον εξ αίματος αδελφό της, τον μόνο που επέζησε από τους δικούς της. Δυστυχώς, εκείνος δεν θέλει να την ξέρει. Παρά την ελληνική της κληρονομιά, η Ελένη/Αϊσέ είναι μια ξένη στη σύγχρονη Ελλάδα. «Τι υπέροχη ταινία», έγραψε ένας Τούρκος χρήστης του Ιντερνετ τον Φεβρουάριο που μας πέρασε. «Εχουμε μεγαλώσει σαν μισητοί εχθροί και δεν γνωρίζαμε τα πραγματικά γεγονότα. Τέτοια φιλμ μάς βοηθούν να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν μας. Το Περιμένοντας τα σύννεφα δεν έβρισκε αίθουσα για να παιχτεί, δεν είχε υποστήριξη από τα ΜΜΕ αλλά, παρά τον ρατσισμό που έχει αυξηθεί πρόσφατα στη χώρα μας, βρήκε τον τρόπο να φτάσει σε μας».


Ο σεισμός του 99 στην Τουρκία άλλαξε την ατμόσφαιρα μεταξύ των δύο λαών, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Ουγκούρ Γιουσέλ, που στο δεύτερο μέρος της ταινίας του Yazi Tura (που σημειώσαμε παραπάνω) αναφέρεται, μέσα από την ιστορία του, στο γεγονός ότι οι Ελληνες ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν να βοηθήσουν. Δεν αντιστέκεται, βέβαια, στον πειρασμό να ρίξει μία πατριωτική μπηχτή εναντίον μας: ο Τούρκος ήρωάς του είναι μάτσο και αργεί να αποδεχτεί τον γκέι (!) Αθηναίο ετεροθαλή αδελφό του. Θα μου πείτε, αυτό μας πείραξε; Εδώ έρχονται σχεδόν εξ οικείων τα βέλη: οι Σπαρτιάτες του 300 δεν κατηγορούν τους Αθηναίους ως ομοφυλόφιλους φιλοσόφους; Αν σου βγει το όνομα από αρχαιοτάτων, κάηκες.


Συνοριοφύλακες της… αγάπης
Σύμφωνοι, βήματα προσέγγισης γίνονται. Οι Τούρκοι έφτιαξαν την τηλεοπτική σαπουνόπερα Τα σύνορα της αγάπης και ο έρωτας του Νίκου με τη Ναζλί έγινε αποδεκτός στη χώρα μας με μεγάλη θέρμη. Χάσαμε και στο ελληνο-τουρκικό Survivor και δεν το κάναμε θέμα, έχασε και η Εθνική μας από τη δική τους και… πλακωθήκαμε μεταξύ μας. Οι Τούρκοι, πάλι, μας απάντησαν με κοροϊδίες και σεξουαλικά υπονοούμενα. Αβυσσος η ψυχή τους -αλλά και η δική μας. Η διαφορά μας έγκειται στο ότι εμείς οι «εξευρωπαϊσμένοι» υλιστές έχουμε άλλα για να ασχοληθούμε και ναι μεν ανακαλύψαμε τις ρατσιστικές μας τάσεις αλλά τις εφαρμόζουμε στους αλλοδαπούς μετανάστες μας, που μας φαίνονται πιο αδύναμοι από τους γείτονες.


Στην Τουρκία, πάλι, παρά τα βήματά της προς Δυσμάς, εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος 301 περί τουρκισμού (είπατε τίποτα εναντίον του Κεμάλ; Πιπέρι στο στόμα και γραμμή στο μπουντρούμι), ενώ ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ βρέθηκε κατηγορούμενος από τον νόμο όταν αναρωτήθηκε για την τύχη των Αρμενίων. Οσο για το σινεμά; Το 2000 η κωμωδία Vizontele αναφερόταν με αστείο τρόπο στον ερχομό της τηλεόρασης στα απόμακρα τουρκικά χωριά και έδειχνε πώς προβλήθηκε η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο στη μικρή οθόνη – μια μεγάλη εμπορική επιτυχία, που άγγιζε απαλά τα καυτά πολιτικά ζητήματα χωρίς διδακτισμό, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες που αναφέραμε, οι οποίες έβαλαν βαθύτερα το μαχαίρι στο κόκαλο εξ ου και δεν έτυχαν υποστήριξης από τα ΜΜΕ και το κοινό της Τουρκίας.


Υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ; Ουδείς γνωρίζει. Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα – από τη μία παρατηρείται μια καινούρια χαλαρότητα και τόλμη στην τουρκική κινηματογραφία κι από την άλλη αυξανόμενος ρατσισμός. «Στον λαό μας αρέσουν τα εθνικιστικά φιλμ», λέει ο σκηνοθέτης του Τελευταίου Οθωμανού, Μουσταφά Σεβκί Ντογκάν, συμπληρώνοντας πάντως ότι δεν είναι υπέρ του «υπερβολικού εθνικισμού». Μετριέται, άραγε, σε καντάρια ο εθνικισμός; Πάντως από εμπορικής άποψης αποδεικνύεται τσακάλι: ο ίδιος είχε βοηθήσει και στη δημιουργία της δημοφιλέστατης τηλεοπτικής σειράς Η κοιλάδα των λύκων – Ιράκ, όπου ο πρωταγωνιστής μάχεται μόνος του εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ. Η σειρά έγινε ταινία με 7,5 εκατομμύρια ευρώ προϋπολογισμό (ποσό-ρεκόρ για τη χώρα) κι έκοψε 4.000.000 εισιτήρια. Γιατί είχε τόση επιτυχία; Επειδή αναφερόταν σε πραγματικό γεγονός: Αμερικανοί στρατιώτες συνέλαβαν και φόρεσαν κουκούλες σε Τούρκους μυστικούς πράκτορες στο Ιράκ. Για τον τουρκικό λαό το φιλμ ήταν ένα είδος εκδίκησης σε ένα θέμα τιμής. Εξίσου επιτυχημένη ήταν και η ταινία Οι πέντε μασκοφόροι στο Ιράκ, όπου μια αδέξια τουρκική συμμορία ξεγελά τους Αμερικανούς και εκτρέπει το πετρέλαιο του Ιράκ στην Τουρκία.


Το κινηματογραφικό μέλλον τους -και το δικό μας και όλων- εξαρτάται από το πολιτικό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το σινεμά θα αντανακλά πάντα τις τάσεις της εποχής του: όταν τα εθνικιστικά κόμπλεξ ενός, οποιουδήποτε, λαού υποχωρούν, οι πατριωτικές ταινίες καταγράφονται ως γραφικές και εκείνες που υμνούν την αποδοχή των πρώην εχθρών γίνονται blockbusters.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ