Από τον Θανάση Πατσαβό
27 ολόκληρα χρόνια πέρασαν για να κλείσει η τριλογία μαγείας και φρίκης που
στο ξεκίνημά της αποτέλεσε το magnum opus της άνισης αλλά άκρως αιματηρής
φιλμογραφίας του Ιταλού, εστέτ χασάπη Ντάριο Αρτζέντο. Η
Mater Suspiriorum (Μητέρα των Στεναγμών) χόρεψε στο ταψί τις
νεαρές μαθήτριες της Ακαδημίας Χορού του Βερολίνου στο παραισθησιογόνο παραμύθι
«Suspiria» (1977). Η Mater Tenebrarum
(Μητέρα του Σκοταδιού) αναστάτωσε τη Νέα Υόρκη στο ασυνάρτητο αλλά εξίσου
εκθαμβωτικό «Ιnferno» (1980). Και τώρα η πιο σκιαχτική
όλων, η Mater Lacrimarum (Μητέρα των Δακρύων), υπόσχεται να
σκορπίσει το χάος στη Ρώμη. Το μοναδικό χάος για το οποίο μας πείθει, όμως,
είναι αυτό στο οποίο βρίσκεται πλέον η καριέρα του δημιουργού της.
Το να γράψει κανείς μια αρνητική κριτική για την «Τρίτη
Μητέρα» θα ήταν σαν να κλοτσάει ένα πτώμα σε προχωρημένη
αποσύνθεση για να δει αν αντιδρά. Με χειρότερα στάνταρ παραγωγής κι από ταινία
του Ούβε Μπολ, ειδικά εφέ της δεκάρας, ερμηνείες βραζιλιάνικης
σειράς και σενάριο φτηνής βιντεοτρασιάς made in USA, το αποτέλεσμα είναι κάτι
παραπάνω από απογοητευτικό. Κι αυτά τα ομολογεί ένας από τους πιο φανατικούς
θαυμαστές των υπέρμετρων giallo και λοιπών μπαροκοπόπ τρομοπροϊόντων των 70s. Το
σενάριο και οι ερμηνείες δεν ήταν ποτέ το δυνατό σημείο του
Αρτζέντο, όμως ακόμη και τις πιο εξωφρενικές στιγμές του, ήξερε
να τις καλύπτει -ή μάλλον να τις αναδεικνύει- με ακροβατικές κινήσεις της
κάμερας, απίστευτης σύλληψης και αισθητικής ακρωτηριασμούς και ξεκοιλιάσματα,
οπερατικές επιρροές και μια ατμόσφαιρα που έστελνε θριαμβευτικά κάθε υποψία
ρεαλισμού στο πυρ το εξώτερον. Αυτά δηλαδή, τουλάχιστον μέχρι το 1987 και τον
«Τρόμο Στην Οπερα». Το «La Terza
Μadre» όμως είναι το έργο ενός ανθρώπου που τα έχασε όλα.
Χαρακτηριστικά, η διαβόητη Μητέρα των Δακρύων απεικονίζεται
ως καλλίγραμμη, ξετσίπωτη γκόμενα με διώροφους κοθόρνους και χρυσοκέντητο,
παγανιστικό συνολάκι που στρατηγικά αφήνει ακάλυπτα τα οπίσθιά της! Ο
παλιοχαρακτήρας της γίνεται, φαντάζομαι, εμφανής από το κακό της γούστο, το
περίσσιο eyeliner και τα κακόφωνα ουρλιαχτά. Οσο για τις σατανικές ακολούθους
της, που υποτίθεται ότι τρομοκρατούν τη Ρώμη, αυτές μοιάζουν με ανεκδιήγητη
παρέλαση γκοθ φιγούρων ξεχασμένων από τα 80s. Μέσα σε λίγα λεπτά ο αρχικός
ενθουσιασμός για την απρόβλεπτη φεστιβαλική προσθήκη μετατράπηκε σε αμηχανία και
τελικά στη μοναδική υγιή αντίδραση μπροστά στο ανοσιούργημα που εκτυλισσόταν
μπροστά στα μάτια μας: στον κανιβαλισμό. Στο ενδιάμεσο η καλόπιστη λατρεία μου
για το είδος του ιταλικού τρόμου έγινε στάχτη, καταδικασμένη να αναβιώνει μονάχα
μέσα από νεκρόφιλες επαναλήψεις των αιμόφυρτων φαντασμάτων ενός ένδοξου
παρελθόντος.
Οσο για τη δόλια κόρη και πρωταγωνίστρια Εϊζια Αρτζέντο που
παρουσίασε την ταινία, απρόσμενα σεμνή, γλυκιά και γήινη σε σχέση με τις
αβάσταχτα μοιραίες φωτογραφικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις της, τα έδωσε
όλα ως dj στο πάρτι της λήξης του φεστιβάλ, προκειμένου να αποζημιώσει για την
απερίγραπτη ερμηνεία της. Για το καλό της καριέρας της, μάλλον θα πρέπει να
εγκαταλείψει οριστικά το πλοίο της οικογενειακής παραγωγής, πριν αυτό βυθιστεί
ολοκληρωτικά παρασύροντάς τη μαζί του.





